Δημοφών ο Θησέως

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Δημοφών (Δημοφόων < δῆμος (τόπος, λαός) + φόως (φως, λάμψη), "το φως του λαού, αυτός που φωτίζει το λαό του") ήταν μυθικός βασιλιάς των Αθηνών, γιος του Θησέως και της Φαίδρας κατά τον Διόδωρο[1] ή, σύμφωνα με άλλους, της Αριάδνης ή της Αμαζόνας Αντιόπης[2].

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την καταγωγή του Δημοφώντα και του Ακάμαντα και κυρίως για το ποια ήταν η μητέρα τους υπάρχουν τρεις διαφορετικές εκδοχές.

Η επικρατέστερη εκδοχή είναι ότι ο Δημοφών και ο Ακάμας ήταν γιοι του Θησέα και της Φαίδρας, την οποία παντρεύτηκε ο Θησέας μετά τον θάνατο του Μίνωα και αφού είχε πεθάνει η Αντιόπη[1]. Η Φαίδρα ήταν κόρη του Μίνωα και αδελφή του Δευκαλίωνα, με τον οποίο ο Θησέας συμμάχησε όταν πέθανε ο Μίνωας.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Δημοφών και ο Ακάμας ήταν γιοι της Αντιόπης[2].

Σύμφωνα με μία τρίτη εκδοχή μητέρα του Δημοφώντα και του Ακάμαντα ήταν η Αριάδνη.[3] Απέκτησε μαζί με τον Θησέα στη Νάξο δύο γιους, οι οποίοι ήταν είτε ο Δημοφών και ο Ακάμας είτε ο Στάφυλος και ο Οινοπίων.

Μύθοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δημοφών και ο αδελφός του ο Ακάμας ήταν παιδιά του Θησέα. Τα ονόματα των δύο αυτών παιδιών παραπέμπουν και θυμίζουν τις ιδιότητες του πατέρα τους: Ακάμας είναι ο ακάματος και Δημοφών είναι ο σωτήρας του λαού.

Τρωικός Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολιτικός αντίπαλός του Θησέα ήταν ο Μενεσθέας, γιος του Πετεού και απόγονος του Ερεχθέα, ο οποίος κατά τη διάρκεια απουσίας του Θησέα στον Άδη, κατέλαβε και εδραίωσε την εξουσία του στην πόλη. Ο Θησέας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, στέλνοντας τον Δημοφώντα και τον Ακάμαντα στην Εύβοια, στον βασιλιά Ελεφήνορα, μαζί με τον οποίο, στη συνέχεια, οι δύο αδελφοί εξεστράτευσαν κατά της Τροίας[4]. Υπήρξαν δραστήριοι πολιορκητές της Τροίας και μάλιστα ήταν και οι δύο ανάμεσα σε αυτούς που κρύφτηκαν στο εσωτερικό του Δούρειου Ίππου συμμετέχοντας στο σχέδιο για την παραπλάνηση των Τρώων[5]. Η ηθική ανταμοιβή τους ήρθε όταν αξιώθηκαν να ελευθερώσουν την ίδια τη γιαγιά τους, την Αίθρα, η οποία είχε ακολουθήσει την Ωραία Ελένη στην Τροία. Στο έπος "Ιλίου Πέρσις" αφήνεται να γίνεται πιστευτό πως η Πολυξένη σφαγιάστηκε στον τάφο του Αχιλλέα όχι από τον Νεοπτόλεμο, αλλά από κάποιον άλλο, ίσως τον Δημοφώντα και τον Ακάμαντα. Και ο Ευριπίδης στην "Εκάβη" φαίνεται να γνωρίζει την παραλλαγή αυτή[6]: στην Ιλιάδα δεν αναφέρονται, αλλά ένα βάζο που εκτίθεται στο Λούβρο τους απεικονίζει να οδηγούν για θυσία την Πολυξένη[7].

Αίθρα και Παλλάδιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δύο αδέλφια έφτασαν με την Αίθρα στην Αθήνα, κοντά στον πατέρα τους, ο οποίος, μετά τον θάνατο του Μενεσθέα στην Τροία είχε αναλάβει την βασιλεία[8]. Ωστόσο, σύμφωνα με κάποιες παραδόσεις, στον Δημοφώντα οφείλεται και η μεταφορά από την Τροία στην Αθήνα του τρωικού Παλλάδιου. Σύμφωνα με μία παραλλαγή του μύθου, το Παλλάδιο παραδόθηκε στον Δημοφώντα οικειοθελώς από τον Διομήδη και τον Οδυσσέα[9]. Στη συνέχεια, ο Δημοφών παρέδωσε το Παλλάδιο στον Αθηναίο Βουζύγη, ο οποίος φρόντισε για τη μεταφορά του στην Αθήνα, ενώ ο Δημοφών, γνωρίζοντας τη σφοδρή επιθυμία του Αγαμέμνονα να πάρει αυτός στην κατοχή του το Παλλάδιο, είχε φροντίσει να φτιάξει ένα ομοίωμά του, το οποίο φύλαγε στη σκηνή του. Όταν ο Αγαμέμνονας ήρθε, με μεγάλη στρατιωτική δύναμη, για να το πάρει, ο Δημοφών αρνήθηκε επίμονα να του το παραδώσει. Ακολούθησε συμπλοκή με πολλούς τραυματίες, αλλά τελικά οι άνδρες του Δημοφώντα υποχώρησαν, αφήνοντας τον Αγαμέμνονα να πάρει το ξόανο, με την πλανεμένη εντύπωση ότι ήταν το γνήσιο.

Σύμφωνα με άλλη αθηναϊκή παραλλαγή του μύθου[10][11], ο Δημοφών άρπαξε το Παλλάδιο από κάποιους Αργείους, υπό τον ίδιο τον Διομήδη, που αποβιβάσθηκαν κατά λάθος στο Φάληρο. Οι Αργείοι και ο Διομήδης δεν γνώριζαν πού βρίσκονταν, θεωρώντας όμως ότι βρίσκονται σε εχθρική χώρα, έκαναν μερικές επιδρομές στο εσωτερικό της Αττικής για να εξασφαλίσουν τροφή. Ο Δημοφών, που βασίλευε τότε στην Αθήνα, θέλοντας να υπερασπιστεί την χώρα του, κατέβηκε με στρατό του στο Φάληρο και, αγνοώντας με ποιους έχει να κάνει, τους πολέμησε, σκότωσε πολλούς Αργείους και τους ανάγκασε να ξαναμπούν στα πλοία και να φύγουν, αφήνοντας πολλά πράγματα ως λάφυρα, μεταξύ των οποίων και το Παλλάδιο. Καθώς ο Δημοφών επέστρεφε στην Αθήνα μεταφέροντας το Παλλάδιο, το άλογό του πάτησε και σκότωσε, κατά λάθος, κάποιον Αθηναίο. Για τον ακούσιο αυτό θάνατο ο Δημοφών παρουσιάστηκε και απολογήθηκε σε δικαστήριο εξειδικευμένο σε θανάτους εξ αμελείας, το οποίο από τότε ονομάστηκε "επί Παλλαδίω", δεδομένου ότι το Παλλάδιο φυλασσόταν, από τότε, μέσα στο δικαστήριο αυτό.

Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις, το Παλλάδιο που έκλεψαν οι Έλληνες από την Τροία, δεν ήταν παρά αντίγραφο, ενώ το γνήσιο πρόλαβε και το πήρε ο Αινείας, ο οποίος αργότερα το μετέφερε στην Ιταλία.

Φυλλίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιστρέφοντας από την Τροία στην Αθήνα, ο Δημοφών πέρασε από τους Βισάλτες της Θράκης ή τις εκβολές του ποταμού Στρυμόνα. Εκεί τον αγάπησε η κόρη του βασιλιά της Θράκης Φυλλίδα και τότε ο πατέρας της τον έκανε γαμπρό του και τον όρισε διάδοχό του. Μάλιστα η Φυλλίδα απέκτησε, από τον γάμο αυτό, δύο αγόρια. Ο Δημοφών ωστόσο έπρεπε να γυρίσει στην Αθήνα και, πριν φύγει, ορκίστηκε στη Φυλλίδα πως θα επέστρεφε γρήγορα κοντά της. Η Φυλλίδα τον ξεπροβόδισε μέχρι τους Εννέα Δρόμους (την μεταγενέστερη Αμφίπολη), όπου του έδωσε ένα κουτί, που του είπε πως ήταν της Ρέας, το οποίο αυτός δεν έπρεπε να ανοίξει παρά μόνο όταν θα έχανε την ελπίδα να ξαναγυρίσει στη γυναίκα του. Ο Δημοφών δεν μπόρεσε να επιστρέψει γρήγορα στην Αθήνα, διότι φεύγοντας από τη Θράκη, μια τρικυμία τον παρέσυρε στην Κύπρο[12].

Μετά από αρκετό καιρό η Φυλλίδα, απελπισμένη από το γεγονός ότι ο σύντροφός της δεν επέστρεφε, πήγε στο σημείο όπου τον είχε αποχαιρετήσει, στους Εννέα Δρόμους, όπου καταράστηκε τον άπιστο άνδρα της και στη συνέχεια κρεμάστηκε σε ένα δέντρο. Από τότε, το δέντρο στο οποίο κρεμάστηκε ή ίσως και όλα τα δέντρα της περιοχής, από τη θλίψη τους για το φριχτό τέλος της Φυλλίδας, δεν κρατούσαν ποτέ τα φύλλα τους. Το ίδιο συνέβαινε και με τα δένδρα που οι γονείς της φύτεψαν στον τάφο της Φυλλίδας. Κατ’ άλλη παράδοση η Φυλλίδα δεν κρεμάστηκε, αλλά πέθανε από τη μεγάλη θλίψη της[13].

Σε πολλές παραλλαγές του μύθου αντί για τον Δημοφώντα πρωταγωνιστεί ο Ακάμας. Μετά από καιρό, βέβαιος πια ότι δεν επρόκειτο να γυρίσει στη Φυλλίδα, άνοιξε το κουτί που αυτή του είχε δώσει, είδε ένα όραμα που τον συνεπήρε και τον έκανε να ιππεύσει το άλογό του και, καλπάζοντας ορμητικά, να πέσει, κατά λάθος, επάνω στο σπαθί του που φορούσε και να σκοτωθεί, ενώ οι δικοί του άνθρωποι εγκαταστάθηκαν, πλέον, οριστικά στην Κύπρο. Στην Κύπρο, υπάρχει ακρωτήριο με το όνομα Ακάμας[14], ενώ πόλη με το όνομα Ακαμάντιον συναντάται στη Φρυγία.

Σύμφωνα με μια άλλη παραλλαγή του μύθου, η Φυλλίδα είχε απλώς και μόνο αρραβωνιαστεί τον Δημοφώντα κι εκείνος έμεινε για πάντα πιστός σ’ αυτήν και δεν λησμόνησε ποτέ την υπόσχεσή του να επιστρέψει κοντά της. Όταν τελικά μπόρεσε να επιστρέψει στη Θράκη για να τη συναντήσει και να την παντρευτεί, ήταν δυστυχώς ήδη πολύ αργά: η Φυλλίδα είχε πεθάνει από τον καημό της και μάλιστα είχε μεταμορφωθεί σε αμυγδαλιά, που έμενε όλο το χρόνο χωρίς φύλλα. Ο Δημοφών, συντετριμμένος, την αγκάλιασε με τόση ορμή, που το δένδρο πέταξε αμέσως φύλλα και πρασίνισε[15].

Μια αρκετά διαφορετική παραλλαγή του μύθου της Φυλλίδας και του Δημοφώντα παρουσιάζεται παρακάτω. Είναι πολύ πιθανό, λοιπόν, η ιστορία να πλάστηκε τον 5ο π.Χ. αιώνα από τους Αθηναίους, για λόγους πολιτικούς: το 437 π.Χ., οι Αθηναίοι έδιωξαν τους Ηδωνούς που κατοικούσαν τότε στις Εννέα Οδούς, αποίκησαν την πόλη και την μετονόμασαν σε Αμφίπολη[16], οπότε και επινόησαν ένα μύθο που να αποδεικνύει ότι η χώρα αυτή συνδεόταν με την Αθήνα ήδη από τους μυθικούς χρόνους. Περίπου ένα χρόνο αργότερα, ο Αισχίνης χρησιμοποιεί τον ίδιο μύθο για να αντικρούσει τον Φίλιππο που διεκδικούσε την Αμφίπολη [17]. Η δε κατάρα της Φυλλίδας προς τον Αθηναίο Ακάμαντα ή Δημοφώντα, στο συγκεκριμένο σημείο, τις Εννέα Οδούς, παραπέμπει και αποτυπώνει σε ενός είδους “κατάρα” που βάραινε τους Αθηναίους και ηττήθηκαν τόσες φορές στα μέρη αυτά.

Ηρακλείδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επί της βασιλείας του Δημοφώντα, ή κατ’ άλλη παράδοση, ενώ ακόμα βασίλευε στην Αθήνα ο Θησέας, ήλθαν ως ικέτες προς αυτόν οι γιοι και οι υπόλοιποι άνθρωποι του Ηρακλή, που στο μεταξύ είχε φύγει απ’ τον κόσμο, καταδιωκόμενοι από τον βασιλέα των Μυκηνών Ευρυσθέα, ο οποίος ζήτησε την παράδοση των φυγάδων. Ο Δημοφών όχι μόνον τους προστάτευσε, αρνούμενος να τους παραδώσει στον διώκτη τους, αλλά και, όταν ο διώκτης Ευρυσθέας ήρθε με το στρατό του από την Αργολίδα στην Αττική, πολέμησε για χάρη των Ηρακλειδών εναντίον του Ευρυσθέα. Σύμφωνα με κάποιο χρησμό, οι Ηρακλείδες θα νικούσαν στη μάχη με τον Ευρυσθέα μόνο εάν θυσιαζόταν, γι’ αυτό το σκοπό, μια κοπέλα από την πιο αρχοντική γενιά. Όταν το άκουσε αυτό η Μακαρία, η κόρη του Ηρακλή και της Δηιάνειρας, για να σώσει τους δικούς της, πρόσφερε εθελούσια τη ζωή της. Έτσι οι Αθηναίοι και οι Ηρακλείδες όρμησαν στη μάχη με τους Αργείους και πέτυχαν μεγάλη νίκη, σκοτώνοντας τον ίδιο τον Ευρυσθέα και τους γιους του και ξεκληρίζοντας τη γενιά του. Λέγεται μάλιστα ότι τον Ευρυσθέα τον σκότωσε ο ίδιος ο Δημοφών.

Από την ιστορία αυτή εμπνέεται και το έργο του Ευριπίδη "Ηρακλείδαι".

Ορέστης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αθηναίοι, εξάλλου, συνέδεαν με την πατρίδα τους και με την εποχή της βασιλείας του Δημοφώντα την λύτρωση του Ορέστη. Ιστορούσαν, συγκεκριμένα, πως ο κυνηγημένος από τις Ερινύες δολοφόνος της μητέρας του Ορέστης, είχε καταφύγει στην Αθήνα τον καιρό που βασίλευε ο Δημοφών, κατ' άλλη δε εκδοχή ο Πανδίων, τις μέρες μάλιστα που έτυχε να γιορτάζονται τα Ανθεστήρια. Τη δεύτερη μέρα της γιορτής, τους Χόες, κατά την ώρα του συμποσίου, ο βασιλιάς δεν μπορούσε να βάλει τον ήρωα να καθίσει μαζί τους και να κερνιέται από τον ίδιο μ’ αυτούς κρατήρα, μια και δεν είχε ακόμα δικαστεί. Δεν ήθελε, όμως, ούτε να ταπεινώσει τον υψηλό επισκέπτη του. Γι’ αυτό όρισε για την ημέρα εκείνη, κάθε καλεσμένος να καθίσει σε ξεχωριστό τραπέζι και να ετοιμάσει μόνος του, σε ξεχωριστή κανάτα, το μείγμα του κρασιού και του νερού, κατά το γούστο του[18]. Ο Ορέστης τελικά δικάστηκε από τον Άρειο Πάγο, ένα ανώτατο δικαστήριο που συστάθηκε τότε, με σκοπό να δικάζει τα πολύ βαριά εγκλήματα.

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δημοφών πέθανε έχοντας βασιλεύσει, κατά την παράδοση, 33 ολόκληρα χρόνια. Στον θρόνο της Αθήνας τον διαδέχθηκε ο Οξύντης. Οι γιοί και οι απόγονοι του Δημοφώντα ονομάζονται Δημοφωνίδες.

Ο Δημοφών πήρε ως σύζυγο τη Λαοδίκη και απέκτησαν μαζί ένα γιο, τον Μούνυχο ή Μούνιτο.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαίδεια Δομή
  • Εγκυκλοπαίδεια Ηλίου
  • Εγκυκλοπαίδεια Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (Πυρσού)
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος–Λαρούς
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάνικα
  • Ελληνική Μυθολογία της Εκδοτικής Αθηνών
  • Lorenzo Rocci (1956). Vocabolario Greco-Italiano. Società Ed. Dante Alighieri srl. σελ. 437, 1941.  (Ιταλικά)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 [...]ἐκ δὲ Φαίδρας Ἀκάμαντα καὶ Δημοφῶντα ἐγέννησε[...]Διόδωρος ο Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη, Βιβλίο Δ', κεφ. 62.
  2. 2,0 2,1 [...]ἣν γὰρ ὁ τῆς Θησηΐδος ποιητὴς Ἀμαζόνων ἐπανάστασιν γέγραφε, Θησεῖ γαμοῦντι Φαίδραν τῆς Ἀντιόπης ἐπιτιθεμένης καὶ τῶν μετ᾽ αὐτῆς Ἀμαζόνων ἀμυνομένων καὶ κτείνοντος αὐτὰς Ἡρακλέους, περιφανῶς ἔοικε μύθῳ καὶ πλάσματι. τῆς δὲ Ἀντιόπης ἀποθανούσης ἔγημε Φαίδραν, ἔχων υἱὸν Ἱππόλυτον ἐξ Ἀντιόπης, ὡς δὲ Πίνδαρός φησι, Δημοφῶντα[...]Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς, κεφ. 28.1-2.
  3. [Σχολ. Οδ.λ 321]
  4. Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς, κεφ. 35.
  5. Κόιντος ο Σμυρναίος, Τα μεθ' Όμηρον, Βιβλίο ΙΒ', στ. 325
  6. Εκάβη Ευριπίδη, στ. 123
  7. Notes on Euripides' Hecuba
  8. [...]πεδία γὰρ τη̂σδε χθονὸς δισσοὺς κατοικει̂ν Θησέως παι̂δας λόγος[...] Ευριπίδη Ηρακλείδαι, στ. 35
  9. Πολύαινος, Στρατηγήματα, Βιβλίο Ε', κεφ. 5(αγγλικά)
  10. [...]καὶ ἐπὶ Παλλαδίῳ καλοῦσι καὶ τοῖς ἀποκτείνασιν ἀκουσίως κρίσις καθέστηκε. καὶ ὅτι μὲν Δημοφῶν πρῶτος ἐνταῦθα ὑπέσχε δίκας, ἀμφισβητοῦσιν οὐδένες. Παυσανία Ελλάδος Περιήγησις, Βιβλίο Α', κεφ. 28.8.
  11. Λεξικό Σούδας - Παλλάδιον
  12. Απολλόδωρου Βιβλιοθήκης Επιτομή, κεφ. 6.16-17.
  13. Υγίνου Ιστορίαι, 59
  14. Στράβωνος Γεωγραφικά, Βιβλίο ΙΔ', κεφ. 6.3
  15. Σέρβιος, Σχόλια στο Βιργίλιο, Βουκολικά 5,10
  16. [...]Ἠδῶνας ἐξελάσαντες ἔκτισαν τὸ χωρίον τοῦτο, ὅπερ πρότερον Ἐννέα ὁδοὶ ἐκαλοῦντο. ὡρμῶντο δὲ ἐκ τῆς Ἠιόνος, ἣν αὐτοὶ εἶχον ἐμπόριον ἐπὶ τῷ στόματι τοῦ ποταμοῦ ἐπιθαλάσσιον, πέντε καὶ εἴκοσι σταδίους ἀπέχον ἀπὸ τῆς νῦν πόλεως, ἣν Ἀμφίπολιν Ἅγνων ὠνόμασεν[...]Θουκυδίδου Ιστορίαι, Βιβλίο Δ', κεφ. 102.3.
  17. Αισχίνης, Περί Παραπρεσβείας, 31.
  18. [...]οἳ δ᾽ ἔσχον αἰδῶ, ξένια μονοτράπεζά μοι παρέσχον[...] Ευριπίδη Ιφιγένεια εν Ταύροις, στ. 949-950.