Ανδρομάχη (μυθολογία)
| Το λήμμα παραθέτει τις πηγές του αόριστα, χωρίς παραπομπές. |
| Ανδρομάχη | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | Ἀνδρομάχη (Αρχαία Ελληνικά) |
| Τόπος ταφής | hero shrine of Andromache in Pergamon[1] |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Οικογένεια | |
| Σύζυγος | Έκτορας[2] Νεοπτόλεμος[2] Έλενος[3] |
| Τέκνα | Αστυάναξ[4][5] Oxynios Πέργαμος[2] Πίελος Μολοσσός Αμφίαλος Λαοδάμας Κεστρίνος |
| Γονείς | Ηετίωνας[2][6][7] |
| Αδέλφια | Ποδής |
| Στρατιωτική σταδιοδρομία | |
| Πόλεμοι/μάχες | Τρωικός πόλεμος |
Στην ελληνική μυθολογία η Ανδρομάχη ήταν η σύζυγος του Έκτορα. Ως σύζυγος του Έκτορα η Ανδρομάχη αναφέρεται όχι μόνο στην Ιλιάδα, αλλά και από τον Ευριπίδη σε δύο τραγωδίες του, καθώς και από άλλους ποιητές και λογοτέχνες, κλασικούς (όπως ο Ρακίνας) και νεότερους. Είναι γνωστή επίσης ως η «μάνα» της τραγωδίας.Στην Ιλιάδα εμφανίζεται ψηλή, μελαχρινή, αυστηρή, τρυφερή μητέρα. Ιδιαίτερη συγκίνηση προκαλεί η συναντησή της με τον άνδρα της, παρουσία του παιδιού τους, καθώς ο αναγνώστης/ακροατής της ραψωδίας Ζ ξέρει ότι είναι η τελευταία φορά που το ζευγάρι και το παιδί συναντιούνται: ο Έκτορας θα πεθάνει σε λίγο, με την άλωση της Τροίας θα πεθάνει και ο τελευταίος γόνος της βασιλικής οικογένειας, ενώ στην Ανδρομάχη επιφυλάσσεται η τύχη που προλέγει ο Έκτορας στη συναντησή τους: θα γίνει σκλάβα και θα κάνει τις δουλειές που αρμόζουν σε μια σκλάβα προκαλώντας τη χλεύη ή τον οίκτο ή τον φθόνο.
Ο μύθος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Ανδρομάχη ήταν κόρη του Ηετίωνα, βασιλιά της «Υποπλακίης Θήβης», όπως την ονομάζει ο Όμηρος στην Ιλιάδα, επειδή ήταν μια πόλη στους πρόποδες του όρους Πλάκος, στον κάμπο του Αδραμυττίου. Αδελφός της Ανδρομάχης ήταν ο Πόδης, που σκοτώθηκε από τον Μενέλαο. Ωστόσο, στην Ιλιάδα (ραψωδία Ζ) η Ανδρομάχη παρουσιάζεται να λέει πως και οι επτά αδελφοί της σκοτώθηκαν από τον Αχιλλέα. Γιος της Ανδρομάχης και του Έκτορα ήταν ο Αστυάνακτας, ή Σκαμάνδριος, που μετά τον Τρωικό Πόλεμο οι νικητές τον πέταξαν από τα τείχη της Τροίας. Ο Έκτορας σκοτώθηκε επειδή δεν είχε ακούσει τη συμβουλή της Ανδρομάχης να μη μονομαχήσει με τον Αχιλλέα.

Η Ανδρομάχη θρήνησε για τον θάνατό του όταν ο Αχιλλέας τον έσερνε πίσω από το άρμα του στο Ίλιον Πεδίον, και πάλι όταν ο πεθερός της Πρίαμος, βασιλιάς της Τροίας, έφερε τη σορό του στο ανάκτορο, πρώτη εκείνη, κρατώντας το κεφάλι του μέσα στις χούφτες της (Ιλιάδα, Ω 725-745). Στον Ευριπίδη παρουσιάζεται με δυο διαφορετικές εκδοχές. Στις Τρωάδες αναφέρεται και ο γιος της Αστυάνακτας, ενώ στην τραγωδία Ανδρομάχη παρουσιάζεται μόνο ο γιος της με το Νεοπτόλεμο Μολοσσός.
Μετά την άλωση της Τροίας, η Ανδρομάχη πιάστηκε αιχμάλωτη και, στη διανομή ανάμεσα στους νικητές, έπεσε στον κλήρο του Νεοπτόλεμου, γιου τού νεκρού πια Αχιλλέα. Ο Νεοπτόλεμος την οδήγησε στη Φθία, όπου την έκανε γυναίκα του και απέκτησαν μαζί ένα παιδί, τον Μολοσσό (Παυσ. Α 11, 1) ή τον Αμφίαλο (Υγίνος, Fabulae 123). Λιγότερο επικρατούσες εκδοχές αναφέρουν και άλλα δύο τέκνα τους, τον Πίελο και τον Πέργαμο.
Μετά τον θάνατο και του Νεοπτόλεμου, η Ανδρομάχη έφυγε με τον Έλενο, τον αδελφό του Έκτορα, στην Ήπειρο. Εκεί έχτισαν μαζί τη Νέα Τροία. Ο Αινείας τους συνάντησε στο ταξίδι του για την Ιταλία (Αινειάδα, 3, 294 κ.ε.). Μυθολογείται πως και με τον Έλενο έκανε παιδί η Ανδρομάχη, τον Κεστρίνο (Παυσ. Β 23, 6). Η Ανδρομάχη έζησε ακόμα και του Έλενου τον θάνατο, οπότε μετά, κατά μία εκδοχή, μετανάστευσε με τον γιο της Πέργαμο στην Τευθρανία της Μυσίας. Εκεί ο Πέργαμος νίκησε τον βασιλιά Άρειο και έδωσε στην πόλη το δικό του όνομα. Ο Παυσανίας γράφει ότι εκεί σωζόταν μνημείο της Ανδρομάχης μέχρι την εποχή του (Α 11, 2).
- Ο αστεροειδής 175 Ανδρομάχη (175 Andromache), που ανακαλύφθηκε το 1877, πήρε το όνομά του από τη μυθική αυτή πριγκίπισσα.
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Άλωση της Τροίας (Πολύγνωτος), αναπαράσταση πανοραμικής τοιχογραφίας μεγαλογραφίας του φημισμένου αρχαίου έλληνα ζωγράφου Πολύγνωτου.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969