Wartburg 353
| Κατασκευαστής | Wartburg |
|---|---|
| Παραγωγή | 1966 — 1988 |
| Συναρμολόγηση | VEB Automobilwerk Eisenach, Άϊζεναχ, πρώην Ανατολική Γερμανία και από το 1990 Γερμανία |
| Προηγούμενο μοντέλο | Wartburg 311 |
| Επόμενο μοντέλο | Wartburg 1.3 |
| Αμάξωμα | 4-πορτο sedan 5-πορτο station wagon 2-πορτο pick-up |
| Διαμόρφωση | Κινητήρας μπροστά, εμπρόσθια κίνηση |
| Κινητήρας | 993 cm³ 2-χρονος, 3-κύλινδρος σε σειρά (I3), βενζίνης |
| Μετάδοση | 4-τάχυτο μηχανικό κιβώτιο 5-τάχυτο μηχανικό κιβώτιο (έξτρα στην έκδοση De Luxe από το 1985) |
| Μεταξόνιο | 2.450 χιλιοστά |
| Μήκος | 4.220 χιλιοστά (sedan) 4.380 χιλιοστά (station wagon) |
| Πλάτος | 1.640 χιλιοστά |
| Ύψος | 1.495 χιλιοστά |
| Κενό Βάρος | 920 - 960 κιλά |
| Μεταφερόμενο Καύσιμο | 44 λίτρα Αστυνομική έκδοση: 60 λίτρα |
| Σχετική εξέλιξη | FSO Warszawa 210 |
| Σχεδιαστής | Hans Fleischer, σε συνεργασία και με τους Clauss Dietel και Lutz Rudolph |
Το Wartburg 353 (ελληνικά: Βάρτμπουργκ 353) ήταν ένα μεσαίο οικογενειακό αυτοκίνητο που παρήχθη στο Άϊζεναχ (γερμανικά: Eisenach) της τότε Ανατολικής Γερμανίας (σήμερα τμήμα της ενιαίας Γερμανίας) από την αυτοκινητοβιομηχανία Wartburg, μεταξύ του 1966 και του 1988. Υπήρξε το μακροβιότερο μοντέλο της εταιρείας και κατά τη διάρκεια της παραγωγής του γνώρισε αρκετές τεχνολογικές βελτιώσεις και δύο αισθητικές ανανεώσεις. Συνολικά κατασκευάστηκαν 1.224.662 αντίτυπα σειράς 353.
Αντικατέστησε το Wartburg 311 και αντικαταστάθηκε από το Wartburg 1.3 που έφερε 4-χρονο κινητήρα, σε αντίθεση με τους 2-χρονους των προκατόχων του. Το 353 διατέθηκε επίσημα και εκτός Ανατολικού Μπλοκ, σε πολλά επιπλέον κράτη και άλλων ηπείρων, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο και μερικές ακόμα εξαγωγικές αγορές κυκλοφόρησε υπό την ονομασία Wartburg Knight .
Πίνακας περιεχομένων |
Εξέλιξη και παρουσίαση [Επεξεργασία]
Το Wartburg 353 εξελίχθηκε από το προσωπικό όσων εργοστασίων της BMW είχαν καταληφθεί από τις Σοβιετικές δυνάμεις το 1945, όπως είχε συμβεί και με τον προκάτοχό του, το Wartburg 311. Μάλιστα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, πριν εμφανιστεί το Wartburg 311, η εταιρεία που διαχωρίστηκε από την BMW λόγω των πολεμικών γεγονότων, είχε μετονομαστεί σε EMW (Eisenacher Motoren Werke αντί Bayerische Motoren Werke). Με την παρουσίαση του 311, η EMW άλλαξε πάλι όνομα και έλαβε την ονομασία Wartburg, από τον Πύργο του Βάρτμπουργκ στο Άϊζεναχ, την έδρα της νέας εταιρείας.
Το 311 είχε βασιστεί σε ένα σασί και έναν κινητήρα του 1938, δίχρονο και με μόλις 7 κινούμενα μέρη, όσα και του κινητήρα του 353, αν και η εταιρεία είχε αρχίσει ήδη από τη δεκαετία του 1950 να πειραματίζεται με 4-χρονους.
Ο κυβισμός του κινητήρα αυξήθηκε από 900 cm³ σε 992 cm³ το 1962, ενώ στις 1 Σεπτεμβρίου 1965 εισήχθη το μεταβατικό μοντέλο 312, που έφερε το τεχνολογικό υπόβαθρο του 353, αλλά ακόμα με το αμάξωμα του 311. Στις 1 Ιουνίου 1966, τοποθετήθηκε ένα εντελώς νέο αμάξωμα και το μοντέλο κυκλοφόρησε ως Wartburg 353. Έναν μήνα μετά, στις 1 Ιουλίου του ίδιου έτους, το 4-τάχυτο μηχανικό κιβώτιο απέκτησε συγχρονισμό σε όλες τις σχέσεις (τα 311 και 312 είχαν την 1-η ταχύτητα ασυγχρόνιστη).
Αμάξωμα και ασφάλεια [Επεξεργασία]
Το νέο αμάξωμα ήταν συμμετρικό και κυβοειδές, κατά την τυπική αισθητική φιλοσοφία της δεκαετίας του 1960, αν και με ασυνήθιστα στρογγυλευμένες γωνίες για την τότε εποχή, προσδίδοντάς του μία σχετικά καλή αεροδυναμική για τα τότε στάνταρ. Επιπλέον, ήταν ένα από τα πρώτα μοντέλα παγκοσμίως με ορθογώνιους προβολείς «σαν οθόνη τηλεόρασης», αντί για κυκλικούς. Αυτό ήταν τότε σπάνιο και αντισυμβατικό, καθώς σχεδόν όλα τα αυτοκίνητα της δεκαετίας του 1960 έφεραν κυκλικούς προβολείς και πολλά, επίσης, τους διατήρησαν ακόμα και κατά τη δεκαετία του 1970.
Ο δημιουργός του 353 ήταν ο σχεδιαστής Hans Fleischer, ο οποίος είχε σχεδιάσει και τον προκάτοχο Wartburg 311. Μάλιστα είχε γίνει σχετική μελέτη και στην παθητική ασφάλεια, κάτι ιδιαίτερα ασυνήθιστο για τα δεδομένα της τότε εποχής. Συγκεκριμένα, το αμάξωμα του 353 έφερε ζώνες ελεγχόμενης παραμόρφωσης εμπρός και πίσω, ενώ και το ταμπλό του είχε επενδυθεί με αφρό πολυουρεθάνης. Επίσης, το μοντέλο διέθετε καλή οδική συμπεριφορά, λόγω της διάταξης «κινητήρας μπροστά, εμπρόσθια κίνηση» και της ανεξάρτητης ανάρτησης και στους 4 τροχούς, άριστη ορατότητα και μεγάλο για την κατηγορία του πορτ-μπαγκάζ, με χώρο αποσκευών 525 λίτρα. Η χωρητικότητα της δεξαμενής καυσίμων ήταν 44 λίτρα και οι ζάντες του ήταν 13 ιντσών.
Τον Μάρτιο του 1975, όλα τα 353 απέκτησαν στάνταρ μπροστινά δισκόφρενα, ισχυρότερους προβολείς ιωδίου H4, περαιτέρω ενισχύσεις στο αμάξωμα και ένα πρώιμο σύστημα ABS στους πίσω τροχούς, με διπλό κύκλωμα και βαλβίδα αδρανείας, για να αποφεύγεται το μπλοκάρισμα των πίσω τροχών κατά τη διάρκεια τυχόν αιφνίδιου φρεναρίσματος. Ταυτόχρονα, επίσης, στο σαλόνι όλων των 353 τοποθετήθηκαν νέα καθίσματα, νέος πίνακας οργάνων και μία λωρίδα με καφέ επιχρωματισμό κατά μήκος ολόκληρου του ταμπλό. Το 1977, τοποθετήθηκε και ένα νέο τιμόνι, ασφαλέστερο και πιο εύκολο σε χειρισμό, καθώς το προηγούμενο είχε πολύ λεπτή στεφάνη και ακτίνες, δυσκολεύοντας την στροφή του από τον οδηγό. Το 1981, προστέθηκαν στάνταρ προσκέφαλα στα μπροστινά καθίσματα και η μπαταρία του αυτοκινήτου άλλαξε από 6 σε 12 βολτ.
Ήδη από το φθινόπωρο του 1967 είχε προστεθεί η εκδοχή station wagon, που έγινε αμέσως πολύ δημοφιλής και το φθινόπωρο του 1982 κυκλοφόρησε και μία εκδοχή pick-up. Αρχικά σχεδιάστηκαν και άλλες εκδοχές αμαξώματος και μάλιστα με αισθητικές αναβαθμίσεις: 2-πορτη coupé, 3-πορτη coupé και 2-πορτη καμπριολέ, κατ' αντιστοιχία με τις επιπλέον εκδόσεις του 311. Σε αντίθεση, ωστόσο, με την πληθώρα εκδόσεων του 311, οι οποίες έφτασαν στην παραγωγή, οι αντίστοιχες προσπάθειες για το 353 παρεμποδίστηκαν από την τότε κυβέρνηση της πρώην Ανατολικής Γερμανίας (βλέπε: Επιπλέον πρότζεκτ).
Κινητήρας [Επεξεργασία]
Ο 2-χρονος, 3-κύλινδρος σε σειρά (I3) υδρόψυκτος βενζινοκινητήρας του 353 απέδιδε αρχικά 45 hp στις 4.200 στροφές / λεπτό, με τελική ταχύτητα 130 km/h και επιτάχυνση 0-100 km/h σε 20 sec. Από το 1968, απέδιδε 50 hp στις 4.250 στροφές / λεπτό, επιτυγχάνοντας τελική ταχύτητα 140 km/h. Με την αισθητική ανανέωση του 1985, η ισχύς του αυξήθηκε σε 57 hp στις 4.800 στροφές / λεπτό, με την τελική ταχύτητα να φτάνει τα 150 km/h (όσο ήταν και η μέγιστη ένδειξη στο ταχύμετρο όλων των 353) και την επιτάχυνση 0-100 km/h σε 15 sec. Ταυτόχρονα, εμφανίστηκε έξτρα 5-τάχυτο μηχανικό κιβώτιο στην έκδοση De Luxe και όσα παραγγέλθησαν με αυτό φτάνουν τα 160 km/h, ενώ τα τελευταία χρόνια κάποιες βελτιωμένες εκδοχές, με aftermarket ρυθμίσεις tuning στον κινητήρα, ξεπερνούν ακόμα και τα 200 km/h.
Υπήρξαν και επίσημες αγωνιστικές εκδόσεις ράλλυ, αρχικά με τον στάνταρ κινητήρα των 993 cm³, αλλά με ρύθμιση για μεγαλύτερες ιπποδυνάμεις. Μεταγενέστερα, έλαβαν μία αύξηση του κυβισμού στα 1.147 cm³ και της ισχύος στους 110 hp, με την τελική τους ταχύτητα να υπερβαίνει τα 200 km/h, αν και ο κινητήρας συνέχιζε να είναι δίχρονος και τρικύλινδρος σε σειρά. Παράλληλα, κατασκευάστηκαν και αστυνομικές εκδόσεις, με σημαντικές αναβαθμίσεις της ισχύος, η οποία κυμάνθηκε μεταξύ 65 και 90 hp, ενισχύσεις στο σασί, στάνταρ ραδιόφωνο και μεγαλύτερο ντεπόζιτο καυσίμων, όγκου 60 λίτρων, ενώ ορισμένα έφεραν 5-τάχυτο μηχανικό κιβώτιο.
Με εξαίρεση τις μεταγενέστερες εκδόσεις ράλλυ, ο κυβισμός του κινητήρα του 353 ήταν πάντα 993 cm³ και οι βελτιώσεις στην ιπποδύναμη προήλθαν από την προσαρμογή πιο εξελιγμένων καρμπυρατέρ. Καθώς ήταν 2-χρονος, απέδιδε μεγαλύτερη ισχύ από τους 4-χρονους με ίδιο κυβισμό. Για την ακρίβεια, ενώ ήταν μόλις 1.0 λίτρο, απέδιδε ισχύ και επιδόσεις αντίστοιχες των 4-χρονων της τότε εποχής με κυβισμούς της τάξης των 1.3 - 1.4 λίτρων. Επιπλέον, είχε μόλις 7 κινούμενα μέρη και απαιτούσε ελάχιστα σέρβις. Όπως όλοι οι δίχρονοι, ωστόσο, είχε σχετικά υψηλή κατανάλωση ως προς τον κυβισμό του (8 - 10 λίτρα ανά 100 χιλιόμετρα) και ανυπόφορα υψηλές εκπομπές καυσαερίων από την εξάτμιση, που συχνά παρομοιάζονταν με «μπλε σύννεφο».
Τελικώς τον Οκτώβριο του 1988, στα πλαίσια μίας εμπορικής συμφωνίας μεταξύ των τότε δύο Γερμανιών, ο 2-χρονος κινητήρας αντικαταστάθηκε από έναν 4-χρονο 4-κύλινδρο 1.3 λίτρων του Volkswagen Golf δεύτερης γενιάς, ταυτόχρονα με την εισαγωγή του νέου Wartburg 1.3 (ο διάδοχος του 353).
Εκδόσεις [Επεξεργασία]
Το Wartburg 353 κυκλοφόρησε σε 3 εκδοχές αμαξώματος:
- Limousine (sedan)
- Tourist (station wagon)
- Trans (pick-up)
με δύο επίπεδα εξοπλισμού:
- 353W (standard)
- 353S (De Luxe)
Η έκδοση De Luxe έφερε στάνταρ εμπρός και πίσω φώτα ομίχλης, ηλιοροφή, θερμαινόμενο πίσω παρμπρίζ, κόρνα με 2 ηχητικούς τόνους και πίσω ζώνες ασφαλείας. Από τον Ιούλιο του 1985, η De Luxe προσέφερε και έξτρα ηλεκτρονική ανάφλεξη με οπτικούς αισθητήρες, σύστημα συναγερμού, κεντρικό κλείδωμα και ένα 5-τάχυτο μηχανικό κιβώτιο, που είχε μάλιστα τον λεβιέ ταχυτήτων στο πάτωμα, αντί στην κολώνα του τιμονιού.
Αισθητικές ανανεώσεις [Επεξεργασία]
Οι χειρολαβές έγιναν μαύρες πλαστικές από το 1982, ενώ η γρίλια μεταξύ των προβολέων, τα πλαίσια γύρω από τους προβολείς και οι προφυλακτήρες έγιναν μαύροι πλαστικοί από τις 2 Ιανουαρίου 1984 και μετά. Προηγουμένως, όλα τα παραπάνω σχεδιαστικά στοιχεία ήταν μεταλλικά και συγκεκριμένα από χρώμιο, αν και είχαν κατασκευαστεί ορισμένα αντίτυπα με μαύρη βαφή στη γρίλια, όπως αυτό της διπλανής φωτογραφίας.
Από τις 30 Ιουνίου 1985, για την σεζόν του 1986, το ψυγείο τοποθετήθηκε πίσω από τον κινητήρα και η γρίλια μεταξύ των προβολέων καταργήθηκε, ως μη απαραίτητη πλέον. Ταυτόχρονα, οι αρχικοί ορθογώνιοι προβολείς «σαν οθόνη τηλεόρασης» αντικαταστάθηκαν από νέους, τετράγωνους προβολείς, με την λωρίδα ανάμεσά τους να βάφεται στο χρώμα του αμαξώματος.
Wartburg 353-400 [Επεξεργασία]
Το 1970, η εταιρεία προσέθεσε και μία στρατιωτική εκδοχή του μοντέλου, το Wartburg 353-400, γνωστό στο κοινό ως Wartburg 353 Kübel ή απλώς Wartburg 400. Βασίστηκε στο Wartburg 353 πολιτικής έκδοσης, με το ίδιο τεχνολογικό υπόβαθρο και λίγο διαφορετική εξωτερική αισθητική στο μπροστινό και στο πίσω μέρος. Η σημαντικότερη διαφορά, ωστόσο, ήταν ότι η έκδοση Kübel είχε στάνταρ μόνιμη 4-κίνηση, σε αντίθεση με την μετάδοση της κίνησης στους μπροστινούς τροχούς όλων των άλλων 353.
Είναι εντυπωσιακό ότι αν και ήταν ανοιχτό κάμπριο, έφερε 4 πόρτες και μάλιστα, όπως φαίνεται και στις φωτογραφίες, οι μπροστινές πόρτες άνοιγαν κατά την αντίθετη φορά - οι λεγόμενες «suicide doors» («πόρτες αυτοκτονίας»). Η οροφή του ήταν υφασμάτινη αναδιπλούμενη και ρυθμιζόταν χειροκίνητα. Τα καθίσματά του ήταν πιο λιτά και δεν είχε τον καφέ επιχρωματισμό κατά μήκος του ταμπλό που έφεραν οι πολιτικές εκδόσεις από το 1975 και μετά. Ο κυβισμός του δίχρονου 3-κύλινδρου σε σειρά κινητήρα είχε αυξηθεί σε 1.200 cm³, με την ισχύ να ανέρχεται στους 55 hp και την τελική ταχύτητα στα 110 km/h.
Η στρατιωτική αυτή εκδοχή χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τον Στρατό και την συνοριακή Αστυνομία της τότε Ανατολικής Γερμανίας. Υπήρξε πάντως και μία πολιτική έκδοση του 353 Kübel, η οποία είχε εξαχθεί κυρίως στην Ελλάδα, όπου και γνώρισε τότε κάποια δημοτικότητα ως όχημα για παραλίες.
Ελάχιστα Wartburg 353-400 έχουν επιβιώσει σήμερα και όλα τους θεωρούνται ήδη ως άκρως συλλεκτικά.
Εξαγωγές [Επεξεργασία]
Εκτός από την εγχώρια αγορά και τις άλλες χώρες του Ανατολικού Μπλοκ, το Wartburg 353 κυκλοφόρησε επίσημα και σε πολλά ακόμα κράτη και άλλων ηπείρων, ακόμα και σε δεξιοτίμονα, όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο (όπου το station wagon διατέθηκε ως 353 Tourist), στην Ιρλανδία, στην Κύπρο, στη Μάλτα και στη Νότια Αφρική. Ειδικότερα στο Ηνωμένο Βασίλειο, 19.472 δεξιοτίμονα αντίτυπα πωλήθησαν επίσημα από το 1964 έως το 1976, όταν σταμάτησαν να εισάγονται απευθείας δεξιοτίμονα Wartburg. Μεταγενέστερα, συνέχισαν να εισάγονται για λίγα χρόνια ακόμα ως αριστεροτίμονα, από παράλληλες εισαγωγές και ορισμένα από αυτά μετατράπηκαν σε δεξιοτίμονα.[1]
Από τα άλλα κράτη της Δυτικής Ευρώπης, η κυριότερη εξαγωγική αγορά ήταν το Βέλγιο, όπου κυκλοφόρησαν επίσημα 19.080 Wartburg μεταξύ του 1955 και του 1991, από τα οποία σχεδόν τα 15.000 ήταν Wartburg 353. Αντιθέτως, στη Γαλλία μόλις 4 αντίτυπα του 353 είχαν καταγραφεί επισήμως, μολονότι υπήρξαν και κάποιες ανεπίσημες παράλληλες εισαγωγές. Το 353 διατέθηκε και στην Ελλάδα, όπου τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 γνώρισε επίσης σημαντική απήχηση, ενώ στη δεκαετία του 1970 προσφέρθηκε και η ανοικτή έκδοση 353 Kübel, όπως προαναφέρθηκε. Την μεγαλύτερη πάντως διάδοση την πέτυχε στην Ανατολική Ευρώπη.
Η δημοτικότητα του 353 οφειλόταν στο ότι ήταν εμφανώς καλύτερο από τα τότε ρωσικά αυτοκίνητα σε κάθε τομέα: ασφάλεια, αεροδυναμική, επιτάχυνση, τελική ταχύτητα, οδική συμπεριφορά (λόγω της διάταξης «κινητήρας μπροστά, εμπρόσθια κίνηση»), ευκολία συντήρησης, αξιοπιστία, χώρο αποσκευών, εσωτερικούς χώρους και εργονομία - και όλα αυτά με την ίδια σχεδόν τιμή πώλησης. Ειδικότερα η παροιμιώδης ευκολία συντήρησης, τόσο του 2-χρονου κινητήρα, όσο και γενικότερα του μοντέλου, είχαν διαφημιστεί για πολλά χρόνια με το επίσημο σλόγκαν «συντηρείς μοτοσικλέτα, οδηγείς αυτοκίνητο». Το εντυπωσιακό είναι ότι ήδη από το 1966 απαιτούσε επίσημο τακτικό σέρβις κάθε 50.000 χιλιόμετρα (30.000 μίλια), όταν πολλά αυτοκίνητα την τότε εποχή απαιτούσαν να γίνεται επίσημο σέρβις κάθε 5.000 χιλιόμετρα (3.000 μίλια).
Είναι επιπλέον αξιοσημείωτο ότι πέτυχε πολλές νίκες σε αρκετά ράλλυ, ιδίως κατά τη δεκαετία του 1970, ενώ τα μεγαλύτερου κυβισμού ρωσικά Lada και Moskvich σπάνια πετύχαιναν κάποια διάκριση. Η πρώτη νίκη για το 353 ήρθε το 1972, όταν κέρδισε το Tour του Βελγίου στην κατηγορία των 1.000 cm³. Το αποκορύφωμα ήρθε την σεζόν του 1975 / 1976, κατά τη διάρκεια της οποίας το 353 κατάφερε 27 νίκες, σε πολλά διεθνή ράλλυ.
Από την άλλη, το αδύνατα σημεία του μοντέλου ήταν οι εξαιρετικά υψηλές εκπομπές καυσαερίων και ο τραχύς μεταλλικός ήχος / κροτάλισμα του 2-χρονου κινητήρα, ιδίως στις χαμηλές στροφές (θύμιζε έντονα ηλεκτρικό πριόνι), τα οποία είχαν πυροδοτήσει τα παρατσούκλια «θορυβώδης Χανς» και «έμπιστος Χανς», λόγω της αξιοπιστίας του.
Το 1976 μάλιστα απαγορεύτηκε η εισαγωγή του στο Ηνωμένο Βασίλειο, λόγω του ότι ο δίχρονος κινητήρας του δεν πληρούσε τις νέες προδιαγραφές εκπομπών καυσαερίων της χώρας αυτής. Η εξαγωγή του εκτός Ανατολικού Μπλοκ, ωστόσο, συνεχίστηκε σε αρκετά κράτη της Δυτικής και Νότιας Ευρώπης και συγκεκριμένα στη Φινλανδία, στη Δανία, στο Βέλγιο, στη Μάλτα, στην Ισπανία, στην Πορτογαλία και στην Ελλάδα. Επίσης, συνέχισε να εξάγεται επίσημα και σε αρκετές ακόμα χώρες και άλλων ηπείρων, μεταξύ των οποίων στην Αργεντινή και στη Νότια Αφρική. Κατά τη δεκαετία του 1980 όμως, οι πωλήσεις σε όλα τα προαναφερθέντα κράτη άρχισαν πλέον να καταρρέουν, καθώς άρχισε να επικρατεί στην κοινή γνώμη η αίσθηση ότι «ο χρόνος έχει πια εντελώς ξεπεράσει το μοντέλο» και, παρά τις επιμέρους βελτιώσεις, η Wartburg δεν μπορούσε πια να ανταποκριθεί στα νεότερα στάνταρ.
Επιπλέον πρότζεκτ [Επεξεργασία]
Πρέπει να τονιστεί ότι η μη αντικατάσταση του 353 επί 2 δεκαετίες δεν οφειλόταν σε αδιαφορία της εταιρείας. Απεναντίας, κατά την μακρά αυτή χρονική περίοδο οι Ανατολικογερμανοί μηχανικοί της Wartburg εξέλιξαν πολλά πρωτότυπα, με σκοπό την αντικατάσταση του 353 και τα ανώτατα στελέχη της μάρκας έκαναν πολλές προσπάθειες να εισάγουν νέα μοντέλα. Κάποια από αυτά μάλιστα, όπως το Wartburg 360[2] του 1974 και το Wartburg 610 M του 1978, είχαν εμφανισιακές ομοιότητες με τα Audi 80 και Audi 100,[3] χωρίς να υπάρχει μηχανική συγγένεια.
Παρομοίως, υπήρξαν και σχέδια για τη δημιουργία και άλλων εκδοχών αμαξώματος του 353, με αισθητικές αναβαθμίσεις, όπως το coupé Wartburg 355, που κατασκευάστηκε σε 4 αντίτυπα, τα έτη 1968 έως 1973, και μάλιστα τα μεταγενέστερα έφεραν έναν 4-χρονο κινητήρα 1.397 cm³, ισχύος 54 kW (73 hp), της Renault. Ένας μεγάλος αριθμός από όλα αυτά τα πρωτότυπα διατηρείται σήμερα σε αρκετά μουσεία, όπως στο Μουσείο Μεταφορών της Δρέσδης, στο Μουσείο Αυτοκινήτων του Άϊζεναχ και στο Μουσείο του Klaffenbach της Σαξωνίας.
Ωστόσο, κάθε προσπάθεια για νέο μοντέλο παρεμποδιζόταν από την κυβέρνηση της τότε Ανατολικής Γερμανίας. Συγκεκριμένα, η ηγεσία της χώρας αρνιόταν διαρκώς να χρηματοδοτήσει το εκάστοτε πρότζεκτ, εν μέρει φοβούμενη κάθε φορά το οικονομικό κόστος, αλλά κυρίως για ιδεολογικούς λόγους, για τους οποίους ήταν ενάντια στην απόκτηση πιο σύγχρονων αυτοκινήτων από τις λαϊκές μάζες. Ως αποτέλεσμα, το Wartburg 353 παρέμεινε στην παραγωγή επί 22 χρόνια και μάλιστα με τον ίδιο αναχρονιστικό δίχρονο κινητήρα - σημειωτέον ότι από το 1968 έως το 1982 οι μηχανικοί της Wartburg είχαν κατασκευάσει και μία ολόκληρη σειρά 4-χρονων κινητήρων, με κυβισμούς από 1.2 έως 1.6 λίτρα, για να αντικαταστήσουν τον 2-χρονο, αλλά όλοι απορρίφθηκαν επίσης από την κυβέρνηση, για τους ίδιους λόγους.
Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι το ίδιο ακριβώς συνέβη και με το άλλο μοντέλο αυτοκινήτου που κατασκεύαζε τότε η ίδια χώρα, το Trabant 601 και, παρομοίως, είχε ως αποτέλεσμα να παραμείνει και αυτό στην παραγωγή επί 27 χρόνια σχεδόν αμετάβλητο.
Αναφορές [Επεξεργασία]
- ↑ Wartburg in the UK
- ↑ Φωτογραφία του Wartburg 360
- ↑ Ιστορία της Wartburg και επιπλέον πρωτότυπα μοντέλα της (στα γερμανικά)
Βιβλιογραφία [Επεξεργασία]
- Lars Leonhardt, Michael Schubert: Sportlich, schnell, schön. 50 Jahre Wartburg Sportwagen. Verlag Kraftakt, Reichenbach u. a. 2007, ISBN 978-3-938426-05-0, (Gebundene und bebilderte Ausgabe).
- Jürgen Lisse: Fahrzeuglexikon Wartburg. Bildverlag Böttger GbR, Witzschdorf 2007, ISBN 978-3-937496-20-7.
- Horst Ihling: DDR-Legende Wartburg. Schneider Text, Giel-Courteilles, France 2010, ISBN 978-3-7688-5796-3.
- Bernard Vermeylen, Voitures des pays de l'Est, Boulogne-Billancourt, ETAI, 2008, p.239, ISBN 9782726888087 (OCLC 470767381).