Χέβι μέταλ μουσική

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Οι Megadeth σε συναυλία
Heavy metal
Καταγωγή: Ψυχεδελικό Ροκ
Μπλουζ
Χαρντ Ροκ
Ροκ
Τόπος γέννησης: Τέλος δεκαετίας '60
Ηνωμένο Βασίλειο
και ΗΠΑ
Μουσικά όργανα: Ηλεκτρική Κιθάρα - Μπάσο - Ντραμς - Πλήκτρα (περιστασιακά)
Συναφή Είδη: ροκ, μπλουζ
Μουσικοί: Black Sabbath, Deep Purple, Led Zeppelin, AC/DC, Scorpions, Judas Priest, Iron Maiden, Metallica, Motörhead, Venom, Celtic Frost, Saxon, Dio, Slayer, Megadeth, Anthrax, Pantera, Slipknot, Accept, Motley Crue, Guns N' Roses, Nevermore
Είδη
Avant-garde Metal - Black Metal - Traditional Heavy Metal - Death Metal -Doom Metal - Djent - Folk Metal - Glam Metal - Gothic Metal - Groove Metal - New Wave of British Heavy Metal - Post Metal - Power Metal - Progressive Metal - Speed Metal - Symphonic Metal - Stoner Metal - Thrash Metal - Viking Metal - Alternative Metal - Christian Metal - Crossover thrash - Funk Metal - Grindcore - Industrial Metal - Metalcore - Nu Metal

Το Χέβι Μέταλ (αναφέρεται και ως metal (Μέταλ)) είναι μουσικό είδος και κατατάσσεται ως παρακλάδι της Ροκ μουσικής. Αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του '60 - αρχές '70.[1] και ρίζες του εφορμούν από την Μπλουζ και το ψυχεδελικό ροκ. Τα μουσικά σχήματα που θεωρούνται ως πρωτόλεια στο Χέβι Μέταλ δημιούργησαν ένα βαρύ ήχο εστιασμένο στην κιθάρα, στο μπάσο και στα ντραμς, έχοντας ως χαρακτηριστικό την έντονη παραμόρφωση στον ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας καθώς και τα γρήγορα σόλο. Ο οδηγός κριτικής Allmusic αναφέρει χαρακτηριστικά πως «από τις μυριάδες μορφές ροκ εντ ρολ, το Heavy Metal είναι το πιο ακραίο στην ένταση, αρρενωπότητα και θεατρικότητα».[2]

Το Χέβι Μέταλ απαντά οπαδούς σε όλο τον πλανήτη, ενώ τα πρώτα συγκροτήματα του είδους όπως οι Black Sabbath προσελκύουν ακόμα και σήμερα ένα ευρύτερο κοινό. Στα μέσα της δεκαετίας του '70 οι Judas Priest καθώς και οι Iron Maiden και πολλά άλλα συγκροτήματα προχώρησαν την εξέλιξη του είδους αποβάλλοντας τα μπλουζ στοιχεία, ενώ το New Wave of British Heavy Metal (Νέο Κύμα του Βρετανικού Χέβι Μέταλ) ακολούθησε τον ίδιο δρόμο, δίνοντας στη μουσική μια χροιά Πανκ Ροκ και μεγαλύτερη έμφαση στην ταχύτητα.
Το Heavy metal έγινε ευρέως γνωστό την δεκαετία του '80, οπότε αναπτύχθηκαν πολλά από τα γνωστά υποείδη του. Εναλλαγές πιο ακραίες περιορίστηκαν τότε στην Underground μουσική σκηνή, άλλες πάλι όπως το Glam Metal και το Thrash Metal γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία. Αργότερα και έως τις μέρες μας, αρκετά υποείδη διεύρυναν τα μουσικά όρια του είδους.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Χέβι Μέταλ παραδοσιακά χαρακτηρίζεται από τον δυνατό, παραμορφωμένο ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας, τους εμφατικούς ρυθμούς, τον πυκνό ήχο μπάσου και την έντονη χρήση των ντραμς.
Η ηλεκτρική κιθάρα και η ηχητική ένταση και παραμόρφωση που της αποδίδει ο ενισχυτής αποτελεί βασικό στοιχείο στο heavy metal.[3] Στις αρχές της δεκαετίας του '70 κάποια γνωστά συγκροτήματα άρχισαν να χρησιμοποιούν πλέον δύο κιθάρες στις συνθέσεις τους. Πρωτοπόρα συγκροτήματα όπως οι Judas Priest και οι Iron Maiden ακολούθησαν αυτή την τακτική διατηρώντας τη μια κιθάρα για τον ρυθμό και την άλλη για οδηγό και σόλο. Το σόλο της κιθάρας αποτελεί κεντρικό και σημαντικό στοιχείο μιας heavy metal σύνθεσης.

Οι Black Sabbath το 1999

Οι Μέταλ τραγουδιστές παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις στο ύφος. Από την μεγάλης έκτασης και θεατρικότητας φωνή του Ρομπ Χάλφορντ των Judas Priest και του Μπρούς Ντίκινσον των Iron Maiden έως την επιτηδευμένα τραχιά φωνή του τραγουδιστή των Motörhead Lemmy και του Τζέιμς Χέτφιλντ των Metallica στην γρυλιστή φωνή του Ράντι Μπλάιθ των Lamb of God και του Τόμας Λίντμπεργκ των At the Gates.
Το μπάσο παρέχει τις χαμηλές συχνότητες, στοιχείο που προσφέρει την απαραίτητη βαρύτητα που χαρακτηρίζει το μουσικό και ηχητικό ύφος του είδους.[4] Το μπάσο όπως και η κιθάρα ενδέχεται να έχει υποστεί παραμόρφωση στον ήχο του. Το μπάσο στις Χέβι Μέταλ συνθέσεις εκτελείται κυρίως με τα δάχτυλα ή με πένα και σπανιότερα με τεχνικές όπως το 'slapping' , παράγοντας ένα πιο μεσίσυχνο (middle) ήχο και παρέχοντας μεγαλύτερη ελευθερία στον μπασίστα να συμμετέχει με σόλο. Το σετ των τυμπάνων είναι συνήθως ογκωδέστερο σε σύγκριση άλλα παρακλάδια της ροκ.[5]
Στις ζωντανές εμφανίσεις, η συνολική ένταση του ήχου αποτελεί εκ των σημαντικότερων στοιχείων.[3] Ακολουθώντας το παράδειγμα του Τζίμι Χέντριξ και των The Who, οι οποίοι ήταν και οι πρώτοι οι οποίοι χρησιμοποίησαν δύο κάσες (δίκαση) ή πετάλια (διπέταλο) στα ντραμς, και που χαρακτηρίζονται ως "Το πιο δυνατό (σε ένταση) συγκρότημα στον κόσμο" στο Βιβλίο Γκίνες, τα πρώτα Χέβι Μέταλ συγκροτήματα ανέβασαν υψηλά τον πήχη. Ο Τόνι Αϊόμι, κιθαρίστας των Black Sabbath, είναι ανάμεσα στους πολλούς που υπέστησαν μερική απώλεια της ακοής λόγω της δυνατής έντασης.
Κυρίαρχο στοιχείο του Χέβι Μέταλ είναι η διαρκής εξέλιξη του στα διάφορα είδη που το απαρτίζουν και πολύ περισσότερο ο πειραματισμός, η ανάμειξη διαφορετικών στοιχείων και μουσικών επιρροών με αποτέλεσμα τη δημιουργία νέων ειδών Μέταλ μουσικής.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρίζες (τέλη δεκαετίας του '60)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κιθαρίστας των Deep Purple, Ρίτσι Μπλάκμορ

Αν και ο όρος heavy metal χρησιμοποιήθηκε αργότερα, κυκλοφορίες πριν την δεκαετία του '70 θεωρούνται δείγματα πρώιμου heavy metal. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι Led Zeppelin, οι Deep Purple και οι Cream και στις Η.Π.Α οι Jimi Hendrix Experience και οι Steppenwolf ενέπνευσαν τα συγκροτήματα που θα δημιουργούσαν αργότερα το ιδίωμα. Ιδιαίτερα το τραγούδι "Born to be Wild" των τελευταίων θεωρείται από πολλούς το πρώτο heavy metal τραγούδι, καθώς οι στίχοι του περιέχουν την αγαπημένη για τους οπαδούς του μέταλ θεματολογία των μοτοσυκλετών και της ταχύτητας, ενώ ο στίχος «heavy metal thunder» έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ονομασία του ιδιώματος[6]. Έτσι ήταν η κατάσταση μέχρι την ίδρυση των Black Sabbath το 1969 στο Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας από τους Όζι Όσμπορν, Τόνι Αϊόμι, Γκίζερ Μπάτλερ και Μπιλ Γουόρντ. Η ανάγκη για την έντονη παραμόρφωση της κιθάρας και το δυνατό μπάσο προέκυψε σε μια περιοδία των Black Sabbath σε μπυραρίες της Γερμανίας, όπου ο Όζι διπίστωσε ότι κόσμος μιλούσε δυνατά και δεν έδινε την απιτούμενη σημασία στη μουσική τους. Έτσι, για να τους κεντρίσει το ενδιαφέρον, το συγκρότημα προσπάθησε να δυναμώσει και να σκληρύνει τον ήχο.

Γέννηση (δεκαετία του '70)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 13 Φεβρουαρίου του 1970 κυκλοφορεί από τους Black Sabbath ο πρώτος ομώνυμος δίσκος, που θεωρείται από την πλειοψηφία των μεταλλάδων η πρώτη metal κυκλοφορία. Γι' αυτό η ημερομηνία κυκλοφορίας του θεωρείται και η ημερομηνία γέννησης του ιδιώματος. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί ο δεύτερος δίσκος τους με τίτλο "Paranoid". Και οι δύο πρώτοι δίσκοι περιέχουν κομμάτια ύμνους για το ιδίωμα. Επίσης, την ίδια χρονιά κυκλοφορούν δίσκοι από τους Uriah Heep, τους UFO και τον Alice Cooper.
Την επόμενη χρονιά κυκλοφορεί και το ντεμπούτο των Ιρλανδών Thin Lizzy, ενώ το 1972 κυκλοφορεί και το ντεμπούτο των Blue Öyster Cult. Κυκλοφόρησαν σύντομα και οι πρώτοι δίσκοι των Aerosmith (1973), Judas Priest (1974) και των Αυστραλών AC/DC (1976). Μια ακόμα σημαντική μπάντα, οι Van Halen, κυκλοφόρησε το ομότιτλο ντεμπούτο της, ενώ το 1979 κυκλοφορούν τρεις δίσκοι των Βρετανών Motörhead με τίτλο "On Parole", "Overkill" και "Bomber" αλλά και το "Highway To Hell" των AC/DC, ο τελευταίος δίσκος του τραγουδιστή της μπάντας Μπον Σκοτ, ο οποίος πέθανε την επόμενη χρονιά[7]. Την ίδια χρονιά, οι Black Sabbath απολύουν τον τραγουδιστή Όζι Όσμπορν και στη θέση του προσλαμβάνουν τον Ρόνι Τζέιμς Ντίο, πρώην τραγουδιστή των Rainbow[8].

N.W.O.B.H.M και δημιουργία νέων υποκατηγοριών (δεκαετία '80)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Iron Maiden

Το 1980 θεωρείται από πολλούς η καλύτερη δισκογραφικά χρονιά του heavy metal. Μερικές από τις πολυάριθμες κυκλοφορίες εκείνης της χρονιάς είναι τα "British Steel" των Judas Priest, το ομότιτλο ντεμπούτο των Iron Maiden, το "Back In Black" των AC/DC με τον τραγουδιστή Μπράιαν Τζόνσον στη σύνθεση τους, το οποίο είναι δεύτερο άλμπουμ σε πωλήσεις παγκοσμίως με 49 εκατομμύρια αντίτυπα αυτή τη στιγμή, το "Ace of Spades" των Motörhead, το "Heaven and Hell" των Black Sabbath, τα "Wheels of Steel" και "Strong Arm of the Law" των Saxon και το ντεμπούτο της σόλο καριέρας του Όζι Όσμπορν με τίτλο "Blizzard of Ozz". Παράλληλα, ένα νέο κύμα που ονομάστηκε N.W.O.B.H.M (New Wave of British Heavy Metal), δηλαδή Νέο Κύμα Βρετανικού Heavy Metal, εμφανίστηκε και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία νέων υποκατηγοριών. Ορισμένες από τις μπάντες του νέου κύματος ήταν οι Saxon, οι Judas Priest, οι Iron Maiden, οι Motörhead, οι Def Leppard, οι Diamond Head και οι Venom. Ιδιαίτερα οι τελευταίοι θεωρούνται η κυριότερη έμπνευση για τη δημιουργία του Thrash Metal στα μέσα της δεκαετίας, ενώ ο δεύτερος δίσκος τους με τίτλο "Black Metal" έδωσε το όνομά του σε μια ολόκληρη υποκατηγορία του heavy metal που δημιουργήθηκε αργότερα.
Η γέννηση του thrash metal έγινε με την κυκλοφορία δίσκων που σήμερα θεωρούνται κλασικοί, όπως το "Kill 'Em All" των Metallica το 1983, το "Show No Mercy" των Slayer της ίδιας χρονιάς κ.ά. Το thrash metal, αν και αρχικά αποτελούσε ακραίο είδος του heavy metal, σύντομα έγινε εμπορικό. Οι δίσκοι "Ride the Lightning" (1984) και "Master of Puppets" (1986) των Metallica, το "Reign in Blood" των Slayer (1986), τα "Spreading the Disease" (1985) και "Among the Living" (1986) των Anthrax, το "Peace Sells... but Who's Buying?" της ίδιας χρονιάς των Megadeth, το "Bonded by Blood" (1985) των Exodus και το "The Legacy" των Testament (1987) είναι μόνο μερικοί thrash metal δίσκοι της δεκαετίας που θεωρούνται κλασικοί για όλο το heavy metal. Κύριες επιρροές των thrash metal συγκροτημάτων ήταν οι Venom, οι Diamond Head, οι Motörhead, οι Saxon και punk rock συγκροτήματα, όπως οι Sex Pistols και οι Ramones.

Οι Slayer

Το 1985 και 1987, οι Possessed και οι Death αντίστοιχα, ακολουθούμενοι τα χνάρια των thrash metal συγκροτημάτων, δημιούργησαν ένα ακόμα πιο ακραίο είδος heavy metal. Το death metal, που οφείλει την ονομασία του στο ομώνυμο demo των Possessed, στο όνομα των Death και στη θεματολογία των στίχων, που σχετίζονταν με το θάνατο, θεωρείται μέχρι και σήμερα το πιο ακραίο είδος heavy metal. Χαρακτηριστικά του είναι τα μουγκρητά φωνητικά, τα χαμηλά κουρδίσματα και οι πολύ γρήγοροι ρυθμοί. Οι στίχοι αναφέρονται σε ασθένειες, στο θάνατο, στη βία και στο σατανισμό, αν και αργότερα απέκτησαν και κοινωνικοπολιτική προσέγγιση. Τα αυθεντικά εξώφυλλα των Αμερικανών Cannibal Corpse έχουν απαγορευτεί σε πολλές χώρες στον κόσμο λόγω των ακραίων εικόνων βίας που προβάλλουν. Άλλες death metal μπάντες που ξεχώρισαν είναι οι Morbid Angel, οι Obituary, οι Bolt Thrower και οι Deicide.
Στη δεκαετία του ’80 γεννήθηκε και το power metal, ένα είδος λιγότερο ακραίο, αλλά με υψηλές ταχύτητες. Ξεκίνησε στη Γερμανία από τους Helloween και αργότερα τους Blind Guardian, και χαρακτηρίζεται από τα καθαρά φωνητικά, τις μελωδίες και τις γρήγορες ταχύτητες. Άλλες μπάντες που ξεχώρισαν είναι οι Iced Earth, οι Gamma Ray και οι Rhapsody Of Fire. Συνδέεται άμεσα με το progressive metal, που χαρακτηρίζεται από μεγάλης διάρκειας κομμάτια και πολύπλοκες δομές τραγουδιών. Αν και δημιουργήθηκε από τους Καναδούς Rush αρκετά χρόνια νωρίτερα, μπάντες όπως οι Dream Theater και οι Fates Warning το ανέδειξαν στο ευρύτερο κοινό.
Επίσης, στα μέσα της δεκαετίας του ’80 γεννήθηκε το Glam Metal. Επηρεασμένα από τη θεατρικότητα των KISS και το heavy metal της δεκαετίας του ’70, συγκροτήματα όπως οι Mötley Crüe, οι W.A.S.P. και οι Twisted Sister αποτελούν τους κύριους αντιπροσώπους του κινήματος, που γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία.

Κρίση (δεκαετία του ’90)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δεκαετία του ’90 έχει χαρακτηριστεί ως μια περίοδος κρίσης για το heavy metal. Η ανάπτυξη του grunge των Nirvana, των Pearl Jam και των Alice in Chains παραμέρισε τα metal συγκροτήματα από το προσκήνιο. Όμως αυτό δεν εμπόδισε νέες και παλιές μπάντες να ξεχωρίσουν.

Οι Judas Priest

Το 1990 κυκλοφορεί το "Cowboys from Hell" των Pantera. Ο δίσκος αποτελεί ορόσημο, καθώς ανέδειξε μια μπάντα που στο μέλλον θα διακριθεί μέσα στην κρίση και διότι αποτελεί το σημείο εκκίνησης του Νέου Κύματος Αμερικάνικου Heavy Metal που θα δημιουργηθεί αργότερα. Το 1991 όμως οι Metallica κυκλοφορούν το "Black Album", το οποίο βρέθηκε στην πρώτη θέση του Billboard και αποτελεί από το 1991 μέχρι σήμερα τον πρώτο σε πωλήσεις δίσκο παγκοσμίως. Από τότε, όλοι οι δίσκοι της μπάντας την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας τους βρέθηκαν στην πρώτη θέση των αμερικάνικων τσαρτ, δείγμα της σημασίας του δίσκου για τη μπάντα. Το 1990, οι Megadeth με το "Rust In Peace" ξεκινούν μια περίοδο που περιλάμβανε εμπορικές επιτυχίες για τη μπάντα, με την κλασική σύνθεση των Ντέιβ Μαστέιν, Ντέιβ Έλεφσον, Μάρτι Φρίντμαν και Νικ Μένζα. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί το κλασικό "Painkiller" των Judas Priest, το οποίο όμως αποτελεί τον τελευταίο δίσκο της μπάντας για τα επόμενα επτά χρόνια και του τραγουδιστή της μπάντας Ρομπ Χάλφορντ μέχρι το 2005. Οι Death κυκλοφόρησαν δίσκους όπως το "Symbolic" το 1995 και το "The Sound of Perseverance" του 1998 που αποτέλεσαν τη γέννηση του τεχνικού death metal. Τέλος, οι Slayer κυκλοφορούν το "Seasons in the Abyss" το 1990, το οποίο επίσης γνώρισε εμπορική επιτυχία.

Οι Metallica

Στις αρχές της δεκαετίας γεννήθηκε στη Νορβηγία το δεύτερο κύμα black metal με μπάντες όπως οι Mayhem, οι Burzum και οι Darkthrone. Το black metal χαρακτηρίζεται από τσιριχτά φωνητικά, γρήγορους ρυθμούς και κακές παραγωγές δίσκων, που προσέδιδαν έναν ωμό ήχο, καθιστώντας το είδος ακραίο. Το 1993 ωστόσο το ιδίωμα πήρε μεγάλη δημοσιότητα. Ο εμπρησμός εκκλησιών στη Νορβηγία από μέλη black metal συγκροτημάτων, η αυτοκτονία του τραγουδιστή των Mayhem, Dead, και η δολοφονία του κιθαρίστα της μπάντας, Euronymus, από το μοναδικό μέλος των Burzum, Varg Vikernes έλαβαν μεγάλη διάσταση από τα μέσα ενημέρωσης[9]. Άλλες μπάντες που ξεχώρισαν ήταν οι Gorgoroth, οι Dimmu Borgir και οι Cradle of Filth.
Στα μέσα της δεκαετίας ξεκίνησε η τάση ένωσης του heavy metal με άλλα είδη μουσικής, που κορυφώθηκε στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Οι Faith No More ανάμιξαν στοιχεία metal, hip hop και funk. Επίσης, μπάντες όπως οι Korn, οι System of a Down και οι Slipknot δημιουργήθηκαν αυτή τη δεκαετία και αποτέλεσαν τις μπάντες που δημιούργησαν το λεγόμενο nu metal.
Επίσης αυτή τη δεκαετία διαμορφώνονται νέα κύματα. Στη Σουηδία δημιουργείται το Νέο Κύμα Σουηδικού Death Metal (N.W.O.S.D.M), που αναμειγνύει τα παραδοσιακά death metal φωνητικά με μελωδικά riff και πολλές φορές πλήκτρα. Οι In Flames, οι Opeth, οι Dark Tranquility, οι Arch Enemy και οι At the Gates αποτελούν ορισμένες μπάντες του νέου κύματος. Η πρώτη μπάντα, που ανέμειξε τις μελωδίες με το death metal θεωρείται η βρετανική μπάντα Carcass. Επίσης, στις Η.Π.Α., επηρεασμένες από τους Pantera, ορισμένες μπάντες δημιούργησαν το Νέο Κύμα Αμερικάνικου Heavy Metal (N.W.O.A.H.M) ή αλλιώς metalcore. Οι Lamb of God, οι Killswitch Engage, οι Avenged Sevenfold και As I Lay Dying είναι μερικές από αυτές. Κύρια επιρροή των συγκροτημάτων αυτών είναι τα thrash metal συγκροτήματα της δεκαετίας του ’80, και κυρίως οι Βραζιλιάνοι Sepultura.

Δεκαετία του ‘00[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2001 κυκλοφορούν δίσκοι όπως το "Lateralus" της progressive metal μπάντας Tool και το "Toxicity" των System of a Down που σημείωσαν μεγάλη εμπορική επιτυχία. Επίσης, το 2004 οι Slipknot κυκλοφορούν το Vol 3. The Subliminal Verses, το οποίο θα φτάσει μέχρι την κορυφή του Billboard. Επίσης, μπάντες όπως οι Rammstein και οι Korn διακρίνονται για τους πειραματισμούς στη μουσική τους. Ένας άλλος από τους καλύτερους δίσκους της δεκαετίας ήταν το "Blackwater Park" των Opeth, το 2001.

Οι Dream Theater

Η δεκαετία αυτή χαρακτηρίζεται από τις επανενώσεις παλιότερων συγκροτημάτων. Το 1999 ο τραγουδιστής Μπρους Ντίκινσον επιστρέφει στους Iron Maiden, από τους οποίους είχε αποχωρήσει το 1993, ξεκινώντας μια νέα περίοδο για τη μπάντα που περιλαμβάνει κυκλοφορίες επιτυχημένων δίσκων, όπως το "Brave New World" του 2000 και το "Dance of Death" του 2003. Επίσης, το 2004 επιστρέφει στους Judas Priest ο τραγουδιστής Ρομπ Χάλφορντ, κυκλοφορώντας το 2005 το "Angel of Retribution". Το 2001 επέστρεψε στους Slayer ο ντράμερ Ντέιβ Λομπάρντο, επαναφέροντας την κλασική σύνθεση της μπάντας. Το heavy metal πλέον έχει εδραιωθεί ως ένα δημοφιλές είδος μουσικής στον κόσμο, που αριθμεί εκατομμύρια φίλους παγκοσμίως. Οι Metallica επανήλθαν στο προσκήνιο με το "Death Magnetic" του 2008, αφού είχαν διχάσει τους οπαδούς τους με το "St. Anger" πέντε χρόνια νωρίτερα.
Μετά την παρακμή του Nu Metal στα μέσα της δεκαετίας, ο παραδοσιακός χέβι μέταλ ήχος επέστρεψε, ενώ alternative συγκροτήματα όπως οι Bullet for my Valentine και οι Avenged Sevenfold γνώριζαν μεγάλη επιτυχία. Ιδιαίτερα επιτυχημένοι ήταν και οι Lamb of God και Trivium, ενώ νέα πειραματικά σχήματα όπως οι The Dillinger Escape Plan και οι Mastodon έκαναν την εμφάνιση τους.
Η αναβίωση του κλασικού μέταλ ήχου παρατηρήθηκε σε συγκροτήματα όπως οι The Sword, Wolfmother, High on Fire και Witchcraft.

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το heavy metal δεχόταν ανέκαθεν αρνητική κριτική από την κοινή γνώμη για διάφορους λόγους.
Πολλές heavy metal μπάντες έχουν κατηγορηθεί ότι προωθούν το Σατανισμό στους νέους. Οι Black Sabbath, λόγω της απόκρυφης σκηνικής παρουσίας της μπάντας πρώτη είχε δεχτεί πόλεμο από το ξεκίνημά της κιόλας. Ο τρίτος δίσκος των Iron Maiden με τίτλο "The Number of the Beast" επίσης δέχτηκε κριτική για τον τίτλο του. Μάλιστα, θρησκευτικές οργανώσεις έχουν καταστρέψει αντίτυπα του δίσκου, ενώ η περιοδεία για την προώθηση του δίσκου έχει σημαδευτεί από τις παρεμβάσεις πολλών από αυτές. Πολλές black metal μπάντες έχουν επίσης δεχτεί κατηγορίες ότι προωθούν τον Σατανισμό. Η ελληνική black metal μπάντα Rotting Christ πρόσφατα βρέθηκε αντιμέτωπη με θρησκευτικές ομάδες στη Βραζιλία που ζητούσαν να μην πραγματοποιήσουν συναυλία στη χώρα τους, όπως έχει συμβεί και πολλές φορές στο παρελθόν[10].
Σε αρκετές περιπτώσεις, heavy metal μπάντες έχουν αντιμετωπίσει προβλήματα λόγω των βίαιων απεικονίσεων των εξώφυλλων των δίσκων τους και των t-shirt τους. Εξώφυλλα δίσκων των Cannibal Corpse έχουν απαγορευτεί στο παρελθόν σε πολλές χώρες, ενώ ακόμα και σήμερα αντιμετωπίζουν τέτοια προβλήματα στη Γερμανία. Τον Ιούνιο του 2011 κατασχέθηκαν t-shirts των Cradle of Filth στη Νέα Ζηλανδία[11].

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα