Ρίμινι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 44°3′30″N 12°33′47″E / 44.05833°N 12.56306°E / 44.05833; 12.56306

Ρίμινι
Comune
Comune di Rimini
Διοικητικές πληροφορίες
Χώρα    Flag of Italy.svg Ιταλία
Περιφέρεια    Εμίλια-Ρομάνια
Επαρχία    Επαρχία του Ρίμινι
Περιοχή
Πληθυσμός    144.684 (30/11/2013)
Άλλες πληροφορίες
Ταχυδρομικός  
κώδικας
  
 47921, 47922, 47923, 47924
Ζώνη ώρας    UTC+1
Πολιούχος    Άγιος Γαυδέντιος
Τοποθεσία
Ρίμινι στον χάρτη: Ιταλία
Ρίμινι
Θέση του δήμου στην ομώνυμη επαρχία
Επίσημη ιστοσελίδα
Η παραλία του Ρίμινι

Το Ρίμινι (ιταλικά: Rimini) είναι πόλη και δήμος της Ιταλίας, στην περιφέρεια Εμίλια-Ρομάνια. Είναι πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας. Το Ρίμινι είναι χτισμένο κοντά στην ακτή της Αδριατικής Θάλασσας, ανάμεσα στους ποταμούς Μαρέκια (ο αρχαίος Αριμίνος) και Αούζα, σε γεωγραφικό πλάτος 44°03΄ βόρειο και γεωγραφικό μήκος 12°34΄ ανατολικό. Ο πληθυσμός του ήταν 144.684 κάτοικοι στην απογραφή του Νοεμβρίου 2013, ενώ καταλαμβάνει έκταση 134 τετρ.χιλιόμετρα. Το μεσοσταθμικό υψόμετρο του Ρίμινι είναι μόλις 6 μέτρα.

Η ακτοπλοΐα και η αλιεία αποτελούν παραδοσιακές δραστηριότητες των κατοίκων, ενώ, μαζί με το γειτονικό Ριτσιόνε, το Ρίμινι είναι το γνωστότερο ίσως παραθαλάσσιο θέρετρο της Αδριατικής Ριβιέρας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αψίδα του Αυγούστου στο Ρίμινι (27 π.Χ.).

Το 268 π.Χ., στο στόμιο του ποταμού Αριμίνου (Ariminus), σε μία τοποθεσία που είχε προηγουμένως κατοικηθεί από τους Ετρούσκους, τους Ουμβρίους, τους Έλληνες και τους Γαλάτες, οι Ρωμαίοι ίδρυσαν την αποικία Αριμίνο (Ariminum), που πήρε μάλλον το όνομά της από τον γειτονικό ποταμό Αριμίνο. Θεωρήθηκε ως προπύργιο κατά των Γαλατών, όσο και εφαλτήριο για την κατάκτηση της πεδιάδας του Πάδου. Ακόμα, η αποικία βρισκόταν στη διασταύρωση των οδών που συνέδεαν την κεντρική Ιταλία (Βία Φλαμινία) και τη βόρειο Ιταλία (Βία Αιμιλία προς Πιατσέντσα και Βία Ποπιλία), ενώ άνοιξε και το εμπόριο από τη θάλασσα και τον ποταμό. Η πόλη αναμίχθηκε στους εμφύλιους πολέμους, αλλά παρέμεινε πιστή στους Μάριο και Ιούλιο Καίσαρα. Μετά τη διάβαση του Ρουβίκωνα, ο δεύτερος εξεφώνησε το θρυλικό του κάλεσμα προς τις λεγεώνες από την Αγορά του Αριμίνου, που μετεξελίχθηκε στο σημερινό Ρίμινι.

Κατά την αυτοκρατορική περίοδο της Ρώμης, το Ρίμινι έτυχε της προσοχής πολλών Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ιδίως του Οκταβιανού Αυγούστου (που έκανε πολλά για την πόλη) και του Αδριανού: Ανεγέρθηκαν σημαντικά μνημεία, όπως η Αψίδα του Αυγούστου, η Γέφυρα του Τιβερίου και το αμφιθέατρο. Η Galla Placida έκτισε τον ναό του Αγίου Στεφάνου.

Η κρίση του ρωμαϊκού κόσμου έφερε καταστροφές από εισβολές και πολέμους και στο Ρίμινι, αλλά και ανάκτορα των αυτοκρατορικών αξιωματούχων, καθώς και τους πρώτους χριστιανικούς ναούς. Μία σημαντική σύνοδος της Εκκλησίας, η Σύνοδος του Ρίμινι, έλαβε χώρα στην πόλη το 359.

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προσωπογραφία του Σιγισμόνδου Μαλατέστα, του επιλεγόμενου Λύκου του Ρίμινι, από τον Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα (περ. 1450, Μουσείο του Λούβρου)

Μετά την κατάληψη του Ρίμινι από τους Γότθους το 493, ο Οδόακρος, πολιορκημένος στη Ραβέννα, υποχρεώθηκε να παραδοθεί. Κατά τον Γοτθικό Πόλεμο το Ρίμινι άλλαξε κυρίαρχο αρκετές φορές. Κοντά στην πόλη ο Βυζαντινός στρατηγός Ναρσής νίκησε τους Αλαμανούς το 553. Υπό τη βυζαντινή κυριαρχία, το Ρίμινι ανήκε στην Πεντάπολη, μέρος του Εξαρχάτου της Ραβέννας.

Το 728 η πόλη κατακτήθηκε με πολλές άλλες από τον Λομβαρδό Βασιλιά Λιουτπράνδο, αλλά επιστράφηκε στους Βυζαντινούς περί το 735. Ο Πεπίνος ο Νεότερος τη χάρισε στην Αγία `Εδρα, όμως κατά τους πολέμους των Παπών και των ιταλικών πόλεων εναντίον των αυτοκρατόρων το Ρίμινι τάχθηκε με τους δεύτερους.

Τον 13ο αιώνα το Ρίμινι υπέφερε από τις διαφωνίες των οικογενειών Γκαμπακάρι και Ανσιντέι. Η πόλη έγινε δήμος τον 14ο αιώνα και με την άφιξη των θρησκευτικών ταγμάτων πολυάριθμες μονές και εκκλησίες ανεγέρθηκαν, δίνοντας εργασία σε πολλούς γνωστούς καλλιτέχνες: Ο Τζιόττο ενέπνευσε τη «Σχολή του Ρίμινι» τον 14ο αιώνα, μία έκφραση πρωτογενούς πολιτιστικής ζυμώσεως.

Ο Οίκος των Μαλατέστα κυριάρχησε μέσα από τους αγώνες μεταξύ δημοτικών φατριών με τον Μαλατέστα ντα Βερούκιο, ο οποίος το 1239 ανακηρύχθηκε podestà (φεουδαρχικός «κυρίαρχος») του Ρίμινι. Η οικογένειά του, με λίγες διακοπές, παρέμεινε στην εξουσία ως το 1528. Ο Κάρολος Α΄ Μαλατέστα ήταν ένας από τους πιο σεβαστούς condottieri της εποχής. Επεξέτεινε το κρατίδιο του Ρίμινι ως τη Λομβαρδία και ξανάφτιαξε το λιμάνι. Ο Κάρολος πέθανε άτεκνος το 1429 και η κυριαρχία του διαιρέθηκε στα τρία. Η πόλη του Ρίμινι κληρονομήθηκε από τον Γκαλεόττο Ρομπέρτο Μαλατέστα, ένα θρησκόληπτο ζηλωτή που αποδείχθηκε ανίκανος ως κυβερνήτης. Η φατρία των Πεζαρέζε του Οίκου των Μαλατέστα επεχείρησε να επωφεληθεί από την ανεπάρκειά του και να καταλάβει την πόλη, αλλά τότε ο Σιγισμόνδος Παντόλφο Μαλατέστα, ένας 14χρονος ανεψιός του Καρόλου, παρενέβηκε για να τη σώσει. Ο Γκαλεόττο αποσύρθηκε σε μοναστήρι και ο Σιγισμόνδος έγινε ο ηγέτης του Ρίμινι.

Ο Σιγισμόνδος Παντόλφο Μαλατέστα υπήρξε ο πιο διάσημος κυβερνήτης του Ρίμινι. Το 1433 ο Αυτοκράτορας Σιγισμούνδος έζησε στην πόλη και για λίγο υπήρξε ο αρχιστράτηγος των παπικών στρατευμάτων. Ικανός στρατιωτικός, δρούσε συχνά ως condottiero για άλλα κρατίδια ώστε να κερδίσει χρήματα για τη διαμόρφωση της πόλης: τότε ξαναχτίστηκε το περίφημο Tempio Malatestiano από τον Λεόν Μπατίστα Αλμπέρτι. Ωστόσο, μετά την άνοδο του Πίου Β΄ στον παπικό θρόνο, έπρεπε να αγωνίζεται συνεχώς για την ανεξαρτησία του Ρίμινι. Το 1463 υποχρεώθηκε να υποκύψει στον Πίο Β΄, ο οποίος του άφησε σχεδόν μόνο την πόλη του Ρίμινι. Ηττήθηκε εξάλλου από τις ναπολιτάνικες δυνάμεις στη Μάχη του Καμπομόρτο (1482). Ο γιος του, ο Ρομπέρτο Μαλατέστα, σχεδόν έχασε και την πόλη (1482) από τον Πάπα Παύλο Β΄, αλλά υπό τον Σίξτο Δ΄ έγινε αξιωματικός του παπικού στρατού επικεφαλής στον αγώνα κατά του Φερδινάνδου της Νάπολης. Ο Παντόλφο Δ΄ Μαλατέστα, ο γιος του (1500), έχασε το Ρίμινι από τον Καίσαρα Βοργία. Μετά την καθαίρεση του τελευταίου, το Ρίμινι πέρασε στην κατοχή της Βενετίας (1503-1509), αλλά ανακαταλήφθηκε από τον Πάπα Ιούλιο Β΄ και ενσωματώθηκε στο Παπικό Κράτος. Μετά τον θάνατο του Πάπα Λέοντα Ι΄, ο Παντόλφο επέστρεψε στην ηγεσία του Ρίμινι για μερικούς μήνες και με τον γιο του Σιγισμόνδο εγκατέστησε μια εξουσία τυραννική ακόμα και για την εποχή εκείνη. Ο Πάπας Αδριανός ΣΤ΄ τον έδιωξε πάλι και παρέδωσε την πόλη στον Δούκα του Ούρμπινο, τον βικάριό του στη Ρομάνια. Το 1527 ο Σιγισμόνδος κατάφερε να επανακτήσει την εξουσία στην πόλη, αλλά τον επόμενο χρόνο η κυριαρχία των Μαλατέστα έσβησε για πάντα.

Νεότερη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 16ου αιώνα το Ρίμινι, μία δευτερεύουσα πια πόλη στο Παπικό Κράτος, είχε μια τοπική κυβέρνηση υπό έναν «αποστολικό λεγάτο» (προσωρινός κυβερνήτης σε επαρχία του Παπικού Κράτους). Τον ίδιο αιώνα η «Μεγάλη Πλατεία» (σήμερα γνωστή ως Piazza Tre Martiri προς τιμή τριών πολιτών που απαγχονίσθηκαν εκεί από τους υποχωρούντες Γερμανούς στα τέλη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου), όπου αγορές και πανηγύρεις λάβαιναν χώρα, γνώρισε διάφορες αλλαγές, που της έδωσαν τη σημερινή της μορφή και διαστάσεις, όπως η ανέγερση του μικρού ναού του Αγίου Αντωνίου της Πάδουα και του πύργου του ρολογιού. Προς τα τέλη του αιώνα, η δημοτική πλατεία (Πιάτσα Καβούρ) επανασχεδιάστηκε. Στο κέντρο της ο ανδριάντας του Πάπα Παύλου Ε΄ υψώνεται από το 1614 μέχρι σήμερα.

Μέχρι τον 18ο αιώνα στρατιωτικές εισβολές, σεισμοί, λιμοί, πλημμύρες και πειρατικές επιδρομές έπλητταν την πόλη. Με αυτές τις συνθήκες και με εξασθενημένη την τοπική οικονομία, η αλιεία απέκτησε μεγάλη σημασία, γεγονός που υποδεικνύεται από το χτίσιμο ιχθυόσκαλας και φάρου.

Το 1797 το Ρίμινι και η υπόλοιπη Εμίλια-Ρομάνια επηρεάσθηκε από τη διέλευση των γαλλικών στρατευμάτων. Η ναπολεόντεια διοίκηση κατέσχε τη σημαντική περιουσία των μοναστικών ταγμάτων και κατεδάφισε πολλούς ναούς, μεταξύ των οποίων και ο ιστορικός καθεδρικός Σάντα Κολόμπα του Ρίμινι. Στις 30 Μαρτίου 1815 ο Γιοακίμ Μουράτ έκανε από το Ρίμινι τη διακήρυξή του προς τον ιταλικό λαό, προτρέποντάς τον σε ενότητα και αγώνα για την ανεξαρτησία. Το 1845 μια συμμορία τυχοδιωκτών υπό τον Ribbotti μπήκε στην πόλη και διεκήρυξε ένα σύνταγμα που καταργήθηκε σύντομα. Το 1860 το Ρίμινι, όπως και όλη η Ρομάνια, ενσωματώθηκαν στο Βασίλειο της Ιταλίας.

Μια ιδέα του πώς έμοιαζε η πόλη τον 19ο αιώνα δίνουν τα μέγαρα κατά μήκος της Corso Augusto και ιδιαίτερα το θέατρο, που σχεδίασε ο Λουίτζι Πολέττι και θεωρείται ότι πέτυχε να ενσωματώσει στον νεοκλασικό ρυθμό τις φιλοδοξίες των ανώτερων τάξεων. Τον ίδιο αιώνα, και συγκεκριμένα το 1843, ιδρύθηκαν τα πρώτα δημόσια λουτρά, ενώ η Kursaal, κτισμένη για να φιλοξενεί μεγαλόπρεπα κοινωνικά γεγονότα, έγινε το σύμβολο του τουριστικού Ρίμινι. Μέσα σε λίγα χρόνια η μαρίνα επεκτάθηκε και το Ρίμινι έγινε «η πόλη με τις μικρές βίλες». Στις αρχές του εικοστού αιώνα το Γκραντ Οτέλ, το πρώτο σημαντικό ξενοδοχείο στην πόλη, κτίζεται κοντά στην ακτή και σύντομα καθίσταται το έμβλημα ενός νέου τύπου τουρισμού.

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το Ρίμινι και οι γύρω υποδομές υπήρξαν από τους βασικούς στόχους του πολεμικού ναυτικού της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, ήδη από την ημέρα που κηρύχθηκε ο πόλεμος με την Ιταλία, στις 15 Μαΐου 1915.

Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η πόλη έπαθε σημαντικές ζημιές από βομβαρδισμούς και από τις μάχες του μετώπου, που επί πολύ καιρό βρισκόταν στη γειτονική «Γοτθική Γραμμή». Τελικά το Ρίμινι καταλήφθηκε από ελληνικές και καναδικές δυνάμεις στις 21 Σεπτεμβρίου 1944. Βλ. Μάχη του Ρίμινι για περισσότερα.

Μεταπολεμικά άρχισε μια εντυπωσιακή ανοικοδόμηση που κορυφώθηκε με την εκρηκτική ανάπτυξη της τουριστικής οικονομίας.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Fontana della Pigna.
Η Γέφυρα του Τιβερίου (21 π.Χ.).
  • Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Φραγκίσκου από τον 13ο αιώνα, γνωστότερος ως Tempio Malatestiano, ανεγέρθηκε αρχικά σε γοτθικό ρυθμό, αλλά μετατράπηκε μετά από διαταγή του Σιγισμόνδου Παντόλφο Μαλατέστα σύμφωνα με τα σχέδια του Λεόν Μπατίστα Αλμπέρτι και δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Στο εσωτερικό του ναού βρίσκονται οι τάφοι του Σιγισμόνδου και της συζύγου του Ιζόττα.
  • Η Αψίδα του Αυγούστου, έργο του 27 π.Χ., έχει μία πύλη με ύψος 9,92 μέτρα και πλάτος 8,45 μέτρα. Οι επάλξεις προστέθηκαν κατά τον Μεσαίωνα. Αποκαταστάθηκε τον 18ο αιώνα από τον Tommasso Temenza.
  • Ο ναός του Αγίου Ιουλιανού του Μάρτυρα (San Giuliano Martire, 1553-1575) φιλοξενεί τον μεγάλο πίνακα του Βερονέζε (1588) που αναπαριστά το μαρτύριο του αγίου, καθώς και εικόνες του Μπιττίνο ντα Φαέντσα (1357-;) με σκηνές από τον βίο του αγίου (1409).
  • Η Γέφυρα του Τιβερίου (Pons Augustus): Η επιγραφή στο εσωτερικό στηθαίο αναφέρει ότι η γέφυρα πάνω στον ποταμό Μαρέκια (τον αρχαίο Αριμίνο) άρχισε να κατασκευάζεται επί Αυτοκράτορα Αυγούστου το 14 μ.Χ. και αποπερατώθηκε επί Τιβερίου το 21 μ.Χ.. Η γέφυρα συνδέει ακόμα το κέντρο του Ρίμινι με το Borgo San Giuliano και οδηγεί στις ρωμαϊκές οδούς Βία Αιμιλία και Βία Ποπιλία προς το βορρά. Κτισμένη με πέτρα της Ιστρίας, η γέφυρα αποτελείται από 5 τόξα που στηρίζονται πάνω σε ογκώδεις πυλώνες.
  • Το αμφιθέατρο (2ος αιώνας μ.Χ.) ανεγέρθηκε πάνω στην αρχαία ακτογραμμή με δύο επίπεδα εισόδου και 60 στοές. Το σχήμα της ήταν ελλειπτικό με άξονες 117,7 και 88 μέτρα. Οι διαστάσεις της αρένας ήταν 73 x 44 μέτρα, προσεγγίζοντας τις αρένες στα μεγαλύτερα ρωμαϊκά αμφιθέατρα: το αμφιθέατρο του Ρίμινι μπορούσε να φιλοξενήσει ως και 15.000 θεατές.
  • Το Κάστρο του Σιγισμόνδου (Castel Sismondo) ή Rocca Malatestiana του Σιγισμόνδου Παντόλφο χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως φυλακή.
  • Το Παλάτσο ντελ Αρένγκο (Palazzo dell'Arengo e del Podestà, 1204) ήταν η έδρα των δικαστικών και διοικητικών αρχών. Τροποποιήθηκε στα τέλη του 16ου αιώνα.
  • Ο Ναός του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή, γνωστός και ως «Ναός του Αγίου Αυγουστίνου».
  • Ο Ναός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή ανεγέρθηκε τον 12ο αιώνα. Ο μοναδικός σηκός του φέρει πλούσια διακόσμηση από τον 18ο αιώνα.
  • Το δημαρχείο διαθέτει μια μικρή αλλά πολύτιμη πινακοθήκη (με έργα των Γκιρλαντάγιο, Μπελλίνι, Μπενεντέττο Κόντα, Τιντορέττο, Αγκοστίνο ντι Ντούτσιο), ενώ η Βιβλιοθήκη Γκαμπαλούνγκα (Gambalunga) (1677) φιλοξενεί πολύτιμα χειρόγραφα.
  • Ο Ναός του Αγίου Φορτουνάτου (1418) στεγάζει την «Προσκύνηση των Μάγων» (1547) του Τζιόρτζιο Βαζάρι.
  • Το κωδωνοστάσιο του παλαιού καθεδρικού ναού της Santa Colomba.
  • Το αρχαιολογικό μουσείο.
  • Ορειχάλκινος ανδριάντας του Πάπα Παύλου του Ε΄.

Γενικές πληροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ρίμινι έχει τα εξής 14 δημοτικά διαμερίσματα-συνοικίες: Bellariva, Corpolò, Marebello, Miramare di Rimini, Rivabella, Rivazzurra, San Fortunato, San Giuliano a Mare, San Vito, Santa Aquilina, Santa Giustina, Torre Pedrera, Viserba και Viserbella. Οι κάτοικοι της πόλης ονομάζονται «Ριμινέζι» (Riminesi). Πολιούχος του Ρίμινι είναι ο Άγιος Γαυδέντιος, επίσκοπος Βρεσκίας (4ος αι. μ.Χ., εορτ. 14 Οκτωβρίου).

Οι ταχυδρομικοί κώδικες του Ρίμινι είναι 47921, 47922, 47923 και 47924. Σημερινός (2009) δήμαρχος είναι ο Alberto Ravaioli.

Μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ρίμινι διαθέτει έξι σιδηροδρομικούς σταθμούς (Rimini, Rimini Fiera, Rimini Miramare, Rimini Rivazzurra, Rimini Viserba και Rimini Torre Pedrera). Αεροπορικώς εξυπηρετείται από το «Διεθνές Αεροδρόμιο Φεντερίκο Φελίνι», από το οποίο εξυπηρετείται και η Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου.

«Αδελφές πόλεις»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ρίμινι είναι «αδελφοποιημένο» με τις εξής εννέα πόλεις άλλων κρατών:

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Rimini της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).