Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (717-18)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αραβική πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (717-718)
Αραβοβυζαντινοί πόλεμοι
Constantinople area map.svg
Η Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της κατά τη βυζαντινή εποχή
Ημερομηνία 15 Ιουλίου/Αυγούστου[1] 717 - 15 Αυγούστου 718
Τόπος Κωνσταντινούπολη, Θράκη, Βιθυνία, Θάλασσα του Μαρμαρά
Έκβαση Νίκη των Βυζαντινών
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα
Μασλαμά ιμπν Αμπντ αλ-Μαλίκ
Σουλεϊμάν ιμπν Μουάντ
Ουμάρ ιμπν Χουμπάιρα
Δυνάμεις
Άγνωστο
120,000 άντρες[2]
2,560 πλοία[3]

Η Δεύτερη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Άραβες το 717-718 υπήρξε κορυφαίο γεγονός των αραβοβυζαντινών πολέμων, καθώς ήταν η δεύτερη και τελευταία απόπειρα του Χαλιφάτου των Ομεϋαδών να καταλάβει την βυζαντινή πρωτεύουσα και να καταλύσει το βυζαντινό κράτος. Η εκστρατεία αυτή αποτέλεσε το αποκορύφωμα είκοσι χρόνων επιτυχών αραβικών επιδρομών κατά βυζαντινών εδαφών, βοηθούμενων και από την περίοδο αναρχίας στο Βυζάντιο μεταξύ 695 και 717.

Οι αραβικές δυνάμεις, υπό την ηγεσία του περίφημου στρατηγού Μασλαμά ιμπν Αμπντ αλ-Μαλίκ (ο Μασαλμάς των Βυζαντινών), εισέβαλαν στην Μικρά Ασία το 716. Αρχικά οι Άραβες ήλπιζαν να εκμεταλλευθούν την εσωτερική διαμάχη των Βυζαντινών και υπολόγιζαν στην υποστήριξη του στρατηγού Λέοντα του Iσαύρου, ο οποίος διεκδικούσε το θρόνο από τον Θεοδόσιο Γ΄. Ο Λέων όμως ακολουθούσε τις δικές του φιλοδοξίες, τους εξαπάτησε και εξασφάλισε τον βυζαντινό θρόνο για τον εαυτό του. Αφού διαχείμασαν στη δυτική Μικρά Ασία, το θέρος του 717 οι Άραβες διέσχισαν τον Ελλήσποντο, προωθήθηκαν στη Θράκη και απέκλεισαν την Κωνσταντινούπολη από ξηράς μέσω οχυρωματικών γραμμών. Ο αραβικός στόλος όμως, που συνόδευε το στρατό ξηράς και θα συμπλήρωνε την πολιορκία, γρήγορα εξουδετερώθηκε από τους Βυζαντινούς με τη χρήση του υγρού πυρός. Ο χειμώνας που ακολούθησε ήταν εξαιρετικά βαρύς και οι πολιορκητές υπέφεραν πολύ από λιμό, καθώς και από ασθένειες που εκδηλώθηκαν στο στρατόπεδό τους. Την άνοιξη του 718 δυο νέοι αραβικοί στόλοι έφτασαν για να ενισχύσουν την πολιορκία, αλλά καταστράφηκαν ολοσχερώς από το βυζαντινό ναυτικό μετά την αυτομόληση των χριστιανικών τους πληρωμάτων. Ταυτόχρονα, μια αραβική στρατιά καταστράφηκε σε ενέδρα στην Βιθυνία και οι Βούλγαροι εξαπέλυσαν σφοδρές επιθέσεις κατά των Αράβων. Έτσι οι Άραβες αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία στις 15 Αυγούστου 718. Ο εναπομείνας αραβικός στόλος καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς κατά την επιστροφή του από φυσικά φαινόμενα και βυζαντινές ενέργειες.

Η αποτυχία της πολιορκίας είχε σημαντικές επιπτώσεις. Εξασφάλισε την συνεχιζόμενη ύπαρξη του Βυζαντίου, ενώ οι Άραβες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν δια παντός το στόχο της ολοσχερούς κατάκτησης του βυζαντινού κράτους. Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης ανέκοψε την ισλαμική επέκταση προς την Ευρώπη, και γι' αυτό θεωρείται μια από τις σημαντικότερες μάχες στην παγκόσμια ιστορία.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πληροφορίες σχετικά με την πολιορκία βασίζονται σε ύστερες πηγές, που σε αρκετές περιπτώσεις δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Η βασική πηγή για την πολιορκία είναι η αναλυτική και συνεχής Χρονογραφία του Θεοφάνη του Ομολογητή (760-817) και δευτερευόντως η Ιστορία σύντομος του πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης Νικηφόρου Α΄ (; - 828), που παρουσιάζει μικρές διαφορές, κυρίως χρονολογικές, με το Θεοφάνη.[4] Για τα γεγονότα τις πολιορκίας, και οι δύο φαίνεται να χρησιμοποίησαν κάποιο χρονικό γραμμένο κατά τη βασιλεία του Λέοντα Γ΄ και συνεπώς ευνοϊκά διακείμενο απέναντί του, ενώ ο Θεοφάνης φαίνεται να βασίζεται σε κάποια βιογραφία του Λέοντα (την οποία αγνοεί ο Νικηφόρος) για τα γεγονότα του 716.[5] Οι αραβικές πηγές, κατά κύριο λόγο το Κιτάμπ αλ-Ουγιούν του 11ου αιώνα, και δευτερευόντως η πιο σύντομη αφήγηση του αλ-Ταμπαρί (838-923) είναι πιο συγκεχυμένες και περιλαμβάνουν πλείστα μυθιστορηματικά στοιχεία, παρότι βασίζονται και αυτές σε άραβες χρονικογράφους των αρχών του 9ου αιώνα. Οι συριακές πηγές, βασιζόμενες στον Αγάπιο Ιεραπόλεως, αντλούν προφανώς από την ίδια αρχική πηγή με το Θεοφάνη, αλλά είναι πολύ πιο σύντομες.[6]

Προϊστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την πρώτη αραβική Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (674-678), οι σχέσεις μεταξύ Αράβων και Βυζαντίου γνώρισαν μια περίοδο ειρήνης. Επιπλέον, μετά το 680, το Χαλιφάτο των Ομεϋαδών δεν ήταν σε θέση να απειλήσει το Βυζάντιο, καθώς σπαρασσόταν από τον Δεύτερο Ισλαμικό Εμφύλιο, πράγμα που εξασφάλιζε στο Βυζάντιο μια θέση ισχύος που του επέτρεπε να εκβιάζει τεράστια ποσά ως φόρο από την κυβέρνηση της Δαμασκού.[7] Το 692 όμως, καθώς ο ισλαμικός εμφύλιος έβαινε προς το τέλος του με πλήρη επικράτηση των Ομεϋαδών, ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β' (685–695 και 705–711) επανεκκίνησε τις εχθροπραξίες προσπαθώντας να προλάβει την περαιτέρω ισχυροποίηση των Αράβων που απειλούσε την ανατροπή αυτού του ευνοϊκού στάτους κβο. Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν μια σειρά αραβικών νικών που οδήγησαν στην εκ νέου απώλεια της Αρμενίας και τις ηγεμονίες του Καυκάσου, καθώς και στην έναρξη μιας σταδιακής αραβικής κατάκτησης της μεθοριακής ζώνης μεταξύ των δύο κρατών. Κάθε έτος, οι στρατηγοί του Χαλίφη, συνήθως μέλη της δυναστείας των Ομεϋαδών οι ίδιοι, εξαπέλυαν επιδρομές εναντίον βυζαντινών εδαφών και καταλάμβαναν οχυρωμένες τοποθεσίες.[8] Μετά το 712, το βυζαντινό αμυντικό σύστημα άρχισε να δείχνει σημάδια κατάρρευσης, καθώς οι αραβικές επιδρομές διεισέδυαν όλο και πιο βαθιά στη Μικρά Ασία, καταλαμβάνοντας και καταστρέφοντας επανειλημμένα τις συνοριακές οχυρώσεις, ενώ η βυζαντινή ικανότητα για αντίδραση δείχνει να εξασθενίζει.[9] Εν μέρει αυτό οφειλόταν και στις συνθήκες εσωτερικής αναρχίας που επικρατούσαν στο Βυζάντιο εκείνη την εποχή, καθώς η πρώτη ανατροπή του Ιουστινιανού Β΄ το 695 ακολουθήθηκε από επτά αιματηρές αλλαγές εξουσίας την επόμενη εικοσαετία (Λεόντιος το 695, Τιβέριος Γ´ το 698, Ιουστινιανός Β΄ εκ δευτέρου το 705, Φιλιππικός Βαρδάνης το 711, Αναστάσιος Β´ το 713, Θεοδόσιος Γ´ το 715, Λέων Γ´ το 717).[10] Παρόλα αυτά, όπως σχολιάζει και ο ιστορικός Γουώρεν Τρέντγκολντ, «οι αραβικές επιθέσεις ούτως ή άλλως θα είχαν ενταθεί μετά το πέρας του δικού τους εμφυλίου [...] Υπερέχοντας κατά πολύ σε άντρες, εδάφη και πλούτο έναντι του Βυζαντίου, οι Άραβες άρχισαν να επικεντρώνουν όλη τους τη δύναμη εναντίον του. Τώρα απειλούσαν να σβήσουν την αυτοκρατορία εντελώς καταλαμβάνοντας την πρωτεύουσά της».[11]

Προετοιμασίες και έναρξη της εκστρατείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρυσό σολδίο του Αναστασίου Β΄ (713-715), που προετοίμασε την Κωνσταντινούπολη για την αραβική επίθεση

Οι αραβικές επιτυχίες άνοιξαν το δρόμο για μια δεύτερη επίθεση κατά της Κωνσταντινούπολης, μια επιχείρηση την οποία συνέλαβε ήδη ο χαλίφης Ουαλίντ Α' (705-715). Μετά το θάνατο του Ουαλίντ, ο αδερφός και διάδοχός του Σουλεϊμάν (715-717) ανέλαβε να φέρει εις πέρας το σχέδιο με ιδιαίτερο ζήλο εξαιτίας, όπως λέγεται, μιας προφητείας που προέβλεπε ότι ένας χαλίφης που έφερε το όνομα ενός προφήτη θα καταλάμβανε την Κωνσταντινούπολη. Μεταξύ των Ομεϋαδών, ο Σουλεϊμάν (Σολομών) ήταν ο μόνος με τέτοιο όνομα. Σύμφωνα δε με συριακές πηγές, ο νέος χαλίφης ορκίστηκε «να μην σταματήσει να μάχεται κατά της Κωνσταντινούπολης πριν είτε εξαντλήσει τη γη των Αράβων είτε καταλάβει την πόλη».[12] Οι δυνάμεις των Ομεϋαδών άρχισαν να συγκεντρώνονται στην πεδιάδα Νταμπίκ βορείως του Χαλεπίου, υπό την προσωπική επίβλεψη του χαλίφη. Καθώς ο Σουλεϊμάν ήταν πολύ άρρωστος για να αναλάβει ο ίδιος την ηγεσία της εκστρατείας, την εμπιστεύτηκε στον αδερφό του Μασλαμά.[13] Η επιχείρηση κατά της Κωνσταντινούπολης έλαβε χώρα σε μια περίοδο όπου το Χαλιφάτο επεκτεινόταν με ταχύτητα προς ανατολή και δύση, καθώς οι μουσουλμανικές στρατιές προήλαυναν στην Υπερωξειανή, την Ινδία και την Ιβηρική χερσόνησο.[14]

Οι αραβικές προετοιμασίες, και ιδίως η κατασκευή ενός ισχυρού στόλου, δεν διέφυγαν της προσοχής των Βυζαντινών. Ο αυτοκράτορας Αναστάσιος Β' (713-715) μάλιστα έστειλε μια πρεσβεία στη Δαμασκό υπό τον πατρίκιο και Έπαρχο της Πόλεως Δανιήλ τον Σινωπίτη, δήθεν για να ζητήσει ειρήνη, στην πραγματικότητα όμως για να κατασκοπεύσει της αραβικές προετοιμασίες. Ταυτόχρονα ο Αναστάσιος άρχισε να προετοιμάζει την πόλη για πολιορκία: επιδιόρθωσε τα Θεοδοσιανά Τείχη και τα εξόπλισε με καταπέλτες, έφερε εφόδια στην πόλη και ανάγκασε τους κατοίκους εκείνους που δε μπορούσαν να αποθηκεύσουν τρόφιμα για τρία χρόνια να φύγουν.[15] Ο Αναστάσιος επίσης μερίμνησε για το ναυτικό του, και στις αρχές του 715 το έστειλε εναντίον ενός αραβικού στόλου που επιχειρούσε στις ακτές της Λυκίας στο Φοίνικα[16] για να συλλέξει ξυλεία. Όταν έφτασε στη Ρόδο όμως, ο βυζαντινός στόλος, υποκινούμενος από στρατιώτες του Οψικίου θέματος, στασίασε, σκότωσε τον διοικητή του και έπλευσε βόρεια προς το Αδραμύττιο. Εκεί ανακήρυξαν διά της βίας αυτοκράτορα έναν τελείως απρόθυμο φοροεισπράκτορα ως Θεοδόσιο Γ΄.[17] Ο Αναστάσιος πέρασε το Βόσπορο στη Βιθυνία για να αντιμετωπίσει την εξέγερση, αλλά ο στόλος των στασιαστών έπλευσε προς την Χρυσόπολη, από όπου εξαπέλυε επιθέσεις κατά της Κωνσταντινούπολης ώσπου υποστηρικτές τους εντός της πρωτεύουσας τους άνοιξαν τις πύλες. Ο Αναστάσιος συνέχισε να αντιστέκεται στην Νίκαια για αρκετούς μήνες, αλλά στο τέλος συμφώνησε να παραιτηθεί του θρόνου και να καρεί μοναχός.[18] Η άνοδος στο θρόνο του Θεοδοσίου, που σύμφωνα με όλες τις πηγές ήταν και απρόθυμος και ανίκανος, ως υποχείριο των Οψικιανών, προκάλεσε την αντίδραση των υπολοίπων θεμάτων, ειδικότερα του στρατηγού των Ανατολικών Λέοντα του Ίσαυρου και του στρατηγού των Αρμενιακών Αρτάβασδου.[19]

Χάρτης της Μικράς Ασίας και της Θράκης περί το 740

Σε αυτές της συνθήκες εμφύλιας διαμάχης, οι Άραβες ξεκίνησαν την προσεκτικά προετοιμασμένη τους προέλαση. Το Σεπτέμβριο του 715, η εμπροσθοφυλακή τους υπό τον Σουλεϊμάν ιμπν Μουάντ διέσχισε την Κιλικία, κατέλαβε το οχυρό Λούλον που ήλεγχε τις Κιλίκιες Πύλες και διαχείμασε στο Αφίκ, μια μη ταυτοποιημένη τοποθεσία στην δυτική είσοδο των Κιλικίων Πυλών. Την άνοιξη του 716, συνέχισαν την προέλασή τους στην κεντρική Μικρά Ασία, ενώ ο αραβικός στόλος υπό τον Ουμάρ ιμπν Χουμπάιρα έπλεε κατά μήκος της Κιλικίας. Ο Μασλαμά με τον κύριο όγκο του αραβικού στρατού ανέμενε τις εξελίξεις στην βόρεια Συρία.[20] Οι Άραβες έλπιζαν να εκμεταλλευτούν την βυζαντινή διαμάχη προς όφελός τους. Έτσι ο Μασλαμά είχε ήδη αρχίσει επαφές με τον Λέοντα. Είναι άγνωστο τι υποσχέσεις ο τελευταίος έδωσε στους Άραβες. Ο Γάλλος ιστορικός Ροντόλφ Γκιγιάν υποστήριξε ότι ο Λέων ίσως να υποσχέθηκε να γίνει υποτελής του Χαλιφάτου. Είναι βέβαιο πάντως ότι και οι δυο πλευρές σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν η μία την άλλη για δικούς τους σκοπούς: ο Λέων για να καταλάβει το θρόνο, και ο Μασλαμά για να μεγιστοποιήσει το χάος στο Βυζάντιο και να το αποδυναμώσει περαιτέρω πριν την τελική έφοδο κατά της Κωνσταντινούπολης.[21]

Η υψηλής στρατηγικής σημασίας πόλη του Αμορίου τέθηκε ως ο πρώτος στόχος των Αράβων, που σκόπευαν να την χρησιμοποιήσουν ως βάση τους για τον επερχόμενο χειμώνα. Η πόλη είχε μείνει ανυπεράσπιστη λόγω των εμφύλιων συγκρούσεων των Βυζαντινών και θα είχε κυριευτεί εύκολα από της δυνάμεις του Σουλεϊμάν. Οι Άραβες όμως προτίμησαν να χρησιμοποιήσουν την περίσταση για να ενισχύσουν τη θέση του υποτιθέμενου συμμάχου τους Λέοντα, και πρόσφεραν στους κατοίκους ευνοϊκούς όρους παράδοσης αν αυτοί αναγνώριζαν τον Λέοντα ως αυτοκράτορα. Οι πολίτες του Αμορίου το έπραξαν, αλλά συνέχιζαν να κρατούν τις πύλες της πόλης τους κλειστές. Ο Λέων έσπευσε στην περιοχή με όσους στρατιώτες μπόρεσε να βρει και, μετά από μια σειρά παραπλανητικών διαπραγματεύσεων, κατάφερε να εγκαταστήσει 800 δικούς του άντρες στην πόλη. Καθώς η πόλη μπορούσε πια να αμυνθεί, και τα εφόδιά τους τελείωναν, οι Άραβες αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Ο ίδιος ο Λέων κατάφερε να διαφύγει στη γειτονική Πισιδία, και το καλοκαίρι, με την υποστήριξη του Αρτάβασδου, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας.[22][23]

Χρυσό σολδίο του Λέοντα Γ'

Η επιτυχία του Λέοντα ήταν ευτύχημα για το Βυζάντιο, καθώς ο Μασλαμά με την κύρια αραβική στρατιά είχε διασχίσει την οροσειρά του Ταύρου και κατευθυνόταν προς το Αμόριο. Στην πορεία του, ο Άραβας στρατηγός, διατελώντας ακόμα εν αγνοία των πρόσφατων εξελίξεων, απέφευγε να δηώσει τις περιοχές που διερχόταν—δηλ. τα θέματα Ανατολικών και Αρμενιακών—των οποίων τους κυβερνήτες ακόμα λογάριαζε για συμμάχους του.[24] Όταν πια ο Μασλαμά συνάντησε τις δυνάμεις του Σουλεϊμάν και έμαθε τα συμβάντα του Αμορίου, άλλαξε κατεύθυνση και κατέλαβε το Ακροϊνόν. Κατόπιν προώθησε τις δυνάμεις του στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας όπου και διαχείμασαν, αφού κατέλαβαν τις Σάρδεις και την Πέργαμο. Ο αραβικός στόλος πέρασε το χειμώνα στην Κιλικία.[25] Εν τω μεταξύ, ο Λέων κινήθηκε κατά της Κωνσταντινούπολης. Κατέλαβε την Νικομήδεια, όπου έπιασε αιχμαλώτους πολλούς αξιωματούχους, τον γιο του Θεοδόσιου Γ', και μετά προέλασε ως τη Χρυσόπολη. Την άνοιξη του 717, μετά από διαπραγματεύσεις, ο Λέων ανάγκασε τον Θεοδόσιο σε παραίτηση και αναγνωρίστηκε ως αυτοκράτορας, εισερχόμενος στην Κωνσταντινούπολη στις 25 Μαρτίου. Ο Θεοδόσιος και ο γιος του εκάρησαν μοναχοί, και ο Αρτάβασδος ανταμείφθηκε για την υποστήριξή του με τον τίτλο του κουροπαλάτη και το χέρι της κόρης του Λέοντα, Άννας.[26]

Αντίπαλες δυνάμεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την αρχή της εκστρατείας τους, οι Άραβες είχαν προετοιμαστεί για μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση. Το συριακό Χρονικό του Ζουκνίν (ύστερος 8ος αιώνας) αναφέρει ότι οι δυνάμεις τους ήταν "αμέτρητες", ενώ ο Μιχαήλ ο Σύριος (12ος αιώνας) τις λογαριάζει σε 200.000 άντρες και 5.000 πλοία, αριθμοί προφανώς υπερβολικοί. Ο άραβας γεωγράφος και ιστορικός του 10ου αιώνα αλ-Μασούντι δίνει 120.000 άντρες, και το χρονικό του Θεοφάνη του Ομολογητή 1.800 πλοία. Οι Άραβες συγκέντρωσαν εφόδια για αρκετά χρόνια, και μετέφεραν μαζί τους πολιορκητικές μηχανές και εμπρηστικά υλικά (νάφθα). Η εφοδιοπομπή του αραβικού στρατού μόνο λέγεται ότι περιλάμβανε 12.000 άντρες, 6.000 καμήλες και 6.000 όνους, ενώ σύμφωνα με τον ιστορικό Μπαρ Εβραίος (13ος αιώνας), ο αραβικός στρατός περιλάμβανε και 30.000 εθελοντές («μουτάουα») που είχαν έρθει για να λάβουν μέρος στον Ιερό Πόλεμο («τζιχάντ») κατά των απίστων.[27] Όποιοι κι αν ήταν οι πραγματικοί αριθμοί τους, οι Άραβες υπερτερούσαν κατά πολύ των αμυνομένων. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς το Τρέντγκολντ, η αραβική εκστρατευτική δύναμη μπορεί να ήταν μεγαλύτερη από ολόκληρο τον βυζαντινό στρατό.[2] Λίγα είναι γνωστά για την διάρθρωση της αραβικής στρατιάς, πέραν του ότι αποτελούνταν και διοικούνταν κυρίως από Σύριους και Μεσοποτάμιους Άραβες, που αποτελούσαν άλλωστε τον επίλεκτο «Στρατό της Συρίας», τον κύριο στυλοβάτη του καθεστώτος των Ομεϋαδών και βετεράνοι των μακροχρόνιων συγκρούσεων με το Βυζάντιο.[28] Πέραν του Μασλαμά, οι Ουμάρ ιμπν Χουμπάιρα, Σουλεϊμάν ιμπν Μουάντ και Μπαχτάρι ιμπν αλ-Χασάν αναφέρονται ως οι υποδιοικητές του από τον Θεοφάνη και τον Αγάπιο Ιεραπόλεως (10ος αιώνας), ενώ το Κιτάμπ αλ-Ουγιούν αντικαθιστά τον Μπαχτάρι με τον Αμπντάλλα αλ-Μπαττάλ.[29] Παρότι η πολιορκία ανάλωσε μεγάλο μέρος των δυνάμεων του Χαλιφάτου, οι Άραβες συνέχισαν να εξαπολύουν επιδρομές κατά των βυζαντινών κτήσεων στην ανατολική Μικρά Ασία κατά τη διάρκεια της πολιορκίας: το 717, ο γιος του χαλίφη, Νταούντ, κατέλαβε ένα οχυρό κοντά στη Μελιτηνή, ενώ το 718 ο Αμρ ιμπν Κάις επέδραμε στην παραμεθόρια περιοχή.[30] Για την βυζαντινή πλευρά, οι διαθέσιμες δυνάμεις είναι παντελώς άγνωστες. Πέρα από τις προετοιμασίες του Αναστάσιου (που ίσως και να εγκαταλείφθηκαν μετά την ανατροπή του),[31] οι Βυζαντινοί μπορούσαν να υπολογίζουν και στην υποστήριξη των Βουλγάρων, με τον ηγεμόνα των οποίων, Τέρβελ, ο Λέων συνήψε μια συνθήκη που ενδέχεται να περιλάμβανε και ρήτρα συμμαχίας ενάντια στους Άραβες.[32]

Η πολιορκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του καλοκαιριού, ο Μασαλμά διέταξε το στόλο του να πλεύσει στην Άβυδο στον Ελλήσποντο, όπου και βοήθησε στην διεκπεραίωση του αραβικού στρατού από την Ασία στη Θράκη. Από εκεί οι Άραβες προχώρησαν προς την Κωνσταντινούπολη, λεηλατώντας την ύπαιθρο και καταλαμβάνοντας τις πόλεις που συναντούσαν.[33] Περί τα μέσα του Ιουλίου ή του Αυγούστου,[1] ο αραβικός στρατός έφτασε μπροστά από την Κωνσταντινούπολη και την απέκλεισε από ξηράς με την κατασκευή μιας διπλής πέτρινης οχυρωματικής γραμμής, στο μέσο της οποίας τοποθέτησαν το στρατόπεδό τους. Σύμφωνα με αραβικές πηγές, ο Λέων πρότεινε να εξαγοράσει την πόλη πληρώνοντας ένα χρυσό νόμισμα για κάθε κάτοικό της, αλλά ο Μασαλμά αρνήθηκε λέγοντας ότι δε μπορούσε να συνάψει ειρήνη με ηττημένους, και ότι είχε ήδη ορίσει την μελλοντική φρουρά της Κωνσταντινούπολης.[34]

Απεικόνιση της χρήσης του υγρού πυρός, από τη Σύνοψη Ιστοριών του Ιωάννη Σκυλίτζη.

Ο αραβικός στόλος υπό τον στρατηγό Σουλεϊμάν (συχνά συγχέεται με τον ομώνυμο χαλίφη σε μεσαιωνικές και μερικές σύγχρονες πηγές) έφτασε στην πόλη στις 1 Σεπτεμβρίου, και αρχικά αγκυροβόλησε στην ακτή του Εβδόμου. Δυο μέρες μετά, ο Σουλεϊμάν άρχισε να διασπείρει τον στόλο του στα ευρωπαϊκά και ασιατικά προάστια της Κωνσταντινούπολης για να αποκλείσει τις θαλάσσιες προσβάσεις προς την πόλη: ένα μέρος του στόλου αγκυροβόληση στα λιμάνια του Ευτροπίου και του Ανθέμιου νότια της Χαλκηδόνας, ενώ ο υπόλοιπος στόλος εισήλθε στο Βόσπορο, προσπέρασε την Κωνσταντινούπολη και άρχισε να αγκυροβολεί στις ακτές μεταξύ Γαλατά και Κλειδίου, αποκόπτοντας την επικοινωνία της πόλης με τη Μαύρη Θάλασσα. Σύμφωνα με τη διήγηση του Θεοφάνη, καθώς η οπισθοφυλακή του στόλου από είκοσι μεγάλα πλοία, με 2.000 στρατιώτες, περνούσε από το ύψος της πόλης, ο ούριος νότιος άνεμος σταμάτησε και ανεστράφη, αρχίζοντας να τα παρασέρνει προς τα τείχη. Αμέσως ο Λέων διέταξε μια μοίρα του στόλου του να επιτεθεί. Πολλά πλοία βυθίστηκαν αύτανδρα, ενώ άλλα εξουδετερώθηκαν με τη χρήση υγρού πυρός και παρασύρθηκαν φλεγόμενα μέχρι τις νησίδες Πλατεία και Οξεία στα Πριγκηπονήσια. Η νίκη αυτή εμψύχωσε τους Βυζαντινούς και αποθάρρυνε τους Άραβες, που κατά το Θεοφάνη σκόπευαν την ίδια νύχτα να πλησιάσουν τα θαλάσσια τείχη και να ανέβουν σε αυτά με τη χρήση των πηδαλίων των σκαφών τους. Την ίδια νύχτα, ο Λέων σήκωσε την αλυσίδα που έκλεινε την είσοδο του Χρυσού Κέρατος. Θορυβημένοι από την ναυτική νίκη των Βυζαντινών, ο αραβικός στόλος απέφευγε πια την σύγκρουση με το βυζαντινό, και αποσύρθηκε πιο βόρεια στο λιμάνι του Σωσθενίου.[35]

Η δεύτερη αραβική πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, όπως απεικονίζεται στο βουλγαρικό αντίτυπο του Χρονικού του Κωνσταντίνου Μανασσή (14ος αιώνας).

Ο αραβικός στρατός ήταν καλά εφοδιασμένος. Οι πηγές περιγράφουν μεγάλους σωρούς από τρόφιμα στο στρατόπεδό τους, ενώ έφεραν και σιτάρι το οποίο έσπειραν και ήλπιζαν να θερίσουν το επόμενο έτος. Εντούτοις, η αποτυχία του ναυτικού τους να αποκλείσει τη βυζαντινή πρωτεύουσα και από θαλάσσης σήμαινε ότι και οι Βυζαντινοί μπορούσαν να φέρουν προμήθειες στην πόλη. Επιπλέον, οι Άραβες είχαν δηώσει τις περιοχές κοντά στην Κωνσταντινούπολη κατά την πορεία τους προς την πόλη, και δε θα μπορούσαν να αναζητήσουν τροφή εκεί. Ο στόλος τους και οι αραβικές δυνάμεις που επιχειρούσαν στα απέναντι ασιατικά εδάφη μπορούσαν να φέρουν επιπλέον εφόδια, αλλά η ποσότητά τους ήταν περιορισμένη.[36] Καθώς η πολιορκία προχωρούσε και πλησίαζε ο χειμώνας, οι δυο πλευρές ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις, που αναπαράγονται εκτενώς από τις αραβικές πηγές αλλά αγνοούνται εντελώς από τις βυζαντινές. Σύμφωνα με τους Άραβες, ο Λέων ξανάρχισε το διπλό του παιχνίδι. Μια εκδοχή ισχυρίζεται ότι έπεισε το Μασλαμά να του παραδώσει μεγάλο μέρος των εφοδίων του, ενώ μια άλλη ότι έπεισε τον άραβα στρατηγό να κάψει τα εφόδιά του ώστε να δώσει στους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης την εντύπωση επικείμενης τελικής εφόδου, οπότε ο Λέων θα μπορούσε να τους πείσει να παραδοθούν.[37] Ο επακόλουθος χειμώνας ήταν εξαιρετικά βαρύς, με το χιόνι να καλύπτει το έδαφος για πάνω από τρεις μήνες. Καθώς τα εφόδια των Αράβων άρχισαν να τελειώνουν, ξέσπασε τρομερός λιμός: οι στρατιώτες αναγκάστηκαν να φάνε τα άλογα, τις καμήλες και οτιδήποτε άλλο ζωντανό έβρισκαν, καθώς και τις φλούδες, ρίζες και τα φύλλα των δέντρων. Έφτασαν στο σημείο να σκάβουν στο χιόνι για να βρουν τους βλαστούς του σιταριού που είχαν σπείρει για να τους φάνε, ενώ αναφέρονται και περιπτώσεις καννιβαλισμού και βρώσης των ίδιων των περιττωμάτων τους. Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα ο αραβικός στρατός να θεριστεί και από ασθένειες. Ο Λομβαρδός ιστορικός Παύλος Διάκονος μάλιστα ανεβάζει τον αριθμό των απωλειών τους στον απίθανο αριθμό των 300,000.[38]

Η κατάσταση φάνηκε να βελτιώνεται την άνοιξη, όταν ο νέος χαλίφης, Ουμάρ Β' (717-720), έστειλε δύο στόλους για να βοηθήσει τους πολιορκητές: 400 πλοία από την Αίγυπτο υπό κάποιον Σουφυάν και 360 από την Αφρική υπό τον Ιζίντ, όλα κατάφορτα με εφόδια και οπλισμό. Ταυτόχρονα, ένας νέος στρατός άρχισε να διασχίζει τη Μικρά Ασία για να ενισχύσει την πολιορκία. Όταν οι δυο στόλοι έφτασαν στην Προποντίδα, έμειναν μακριά από την Κωνσταντινούπολη και τον στόλο της, και αγκυροβόλησαν στις ασιατικές ακτές, οι Αιγύπτιοι βαθιά στον Κόλπο της Νικομήδειας και οι Αφρικανοί νότια της Χαλκηδόνας στα λιμάνια Σάτυρος, Βρύας και Καρταλίμην. Το μεγαλύτερο μέρος των πληρωμάτων των δυο στόλων, όμως, αποτελούνταν από χριστιανούς Αιγύπτιους, οι οποίοι άρχισαν αμέσως να αυτομολούν στον αυτοκράτορα. Ενήμερος πλέον από τους αυτομόλους για την άφιξη και διάταξη των αραβικών στόλων, ο Λέων εξαπέλυσε το ναυτικό του εναντίον τους. Ακινητοποιημένα από την αποστασία των πληρωμάτων τους, και ανήμπορα να αντιμετωπίσουν το υγρό πυρ, τα αραβικά πλοία καταστράφηκαν ή πιάστηκαν αιχμάλωτα με το φορτίο τους. Η Κωνσταντινούπολη ήταν πλέον ασφαλής από κάθε θαλάσσια απειλή.[39] Αλλά και στην ξηρά, οι Βυζαντινοί σημείωσαν μια σημαντική επιτυχία, όταν τα στρατεύματά τους αιφνιδίασαν και κατέστρεψαν τον αραβικό στρατό του Μαρδασάν σε μια ενέδρα στους λόφους μεταξύ Νίκαιας και Νικομήδειας.[40]

Ο ανεφοδιασμός της Κωνσταντινούπολης δια θαλάσσης ήταν πλέον εύκολος, και οι ψαράδες της πόλης ξανάπιασαν δουλειά, καθώς ο αραβικός στόλος δεν τολμούσε να εγκαταλείψει το αγκυροβόλιό του. Ταυτόχρονα, ο στρατός των Αράβων συνέχισε να υποφέρει από πείνα και αρρώστιες. Την ίδια εποχή, οι Άραβες υπέστησαν μια μεγάλη ήττα από τους Βουλγάρους, χάνοντας, σύμφωνα με το Θεοφάνη, 22.000 άντρες. Είναι όμως αβέβαιο αν επρόκειτο για μια βουλγαρική επίθεση στα αραβικά χαρακώματα με βάση την συνθήκη με τον Λέοντα, ή αν οι Άραβες εισέβαλαν σε βουλγαρικά εδάφη σε αναζήτηση τροφής, όπως αναφέρει μια συριακή πηγή του 846. Ο Μιχαήλ ο Σύριος υποστηρίζει ότι οι Βούλγαροι συμμετείχαν στην πολιορκία εξαρχής, παρενοχλώντας τους Άραβες κατά την προσέγγισή τους στην Κωνσταντινούπολη και μετά με επιθέσεις στο στρατόπεδό τους, αλλά αυτή η εκδοχή δεν επαληθεύεται από άλλες πηγές.[41] Η πολιορκία είχε πια ξεκάθαρα αποτύχει, και ο χαλίφης Ουμάρ διέταξε το Μασλαμά να αποχωρήσει. Μετά από δεκατρείς μήνες πολιορκίας, στις 15 Αυγούστου 718, οι Άραβες έλυσαν την πολιορκία. Καθώς η ημερομηνία συνέπιπτε με την Κοίμηση της Θεοτόκου, οι Βυζαντινοί απέδωσαν σε αυτήν τη νίκη τους.[42] Οι Βυζαντινοί δεν παρενόχλησαν τους αποχωρούντες Άραβες, αλλά ο στόλος τους είχε νέες απώλειες σε μια σφοδρή καταιγίδα στην Προποντίδα, και λίγο μετά από μια έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας.[43] Τέλος, αρκετά από τα εναπομείναντα πλοία αιχμαλωτίστηκαν από μια βυζαντινή μοίρα, έτσι ώστε, σύμφωνα με τον Θεοφάνη, μόνο 5 πλοία να επιστρέψουν στη Συρία.[44] Οι αραβικές πηγές ανεβάζουν τις ολικές τους απώλειες σε 150.000 άντρες, ένας αριθμός που παρότι προφανώς διογκωμένος, δίνει μια ιδέα για την έκταση της ήττας τους.[45]

Επακολουθήσαντα γεγονότα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αραβική αποτυχία αποτέλεσε βαρύ πλήγμα για το Χαλιφάτο, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Σύμφωνα με τον ισλαμολόγο Μπέρναρντ Λιούις, «η αποτυχία της σήμανε μια κρίσιμη στιγμή για την εξουσία των Ομεϋαδών. Το οικονομικό βάρος του εξοπλισμού και του εφοδιασμού της εκστρατείας προκάλεσε επιδείνωση μιας φορολογικής και οικονομικής καταπίεσης που ήδη είχε προκαλέσει επικίνδυνη αντίδραση. Η καταστροφή του στόλου και του συριακού στρατού μπροστά στα θαλάσσια τείχη της Κωνσταντινούπολης στέρησε το καθεστώς από την κύρια υλική βάση της ισχύος του».[46] ήταν ένα βαρύ πλήγμα στην στρατιωτική ισχύ του Χαλιφάτου. Ο αραβικός στόλος καταστράφηκε ολοσχερώς, και ενώ ο στρατός ξηράς δεν υπέστη απώλειες στον ίδιο βαθμό, η εντύπωση της ήττας ήταν τέτοια που οι άραβες ιστορικοί αναφέρουν ότι ο Ουμάρ εξέτασε σοβαρά το ενδεχόμενο να αποσυρθεί από τις πρόσφατες κατακτήσεις στην Ισπανία και την Υπερωξειανή, καθώς και την πλήρη εκκένωση της Κιλικίας και των άλλων βυζαντινών μεθοριακών εδαφών που είχαν καταλάβει οι Άραβες τα προηγούμενα χρόνια. Αν και οι σύμβουλοί του κατάφεραν να τον αποτρέψουν από τόσο ριζικές ενέργειες, οι περισσότερες αραβικές φρουρές αποσύρθηκαν από τα βυζαντινά οχυρά της μεθορίου. Στην Κιλικία, μόνο η Μοψουεστία παρέμεινε υπό κατοχή, ως προκεχωρημένο φυλάκιο για την άμυνα της Αντιόχειας.[47] Οι Βυζαντινοί ανέκτησαν μάλιστα μερικά εδάφη στην δυτική Αρμενία για ένα διάστημα. Το 719, ο βυζαντινός στόλος επέδραμε στις ακτές της Συρίας και έκαψε το λιμάνι της Λαοδίκειας, ενώ το 720/721, επιτέθηκαν και κατέστρεψαν το λιμάνι Τίννις στην Αίγυπτο.[48] Ο Λέων επίσης ανέκτησε τον έλεγχο της Σικελίας, όπου τα νέα της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης και η βεβαιότητα της πτώσης της είχαν οδηγήσει τον τοπικό στρατηγό να ανακηρύξει κάποιον Βασίλειο Ονομάγουλο αυτοκράτορα.[49] Εκείνη την εποχή όμως, οι Βυζαντινοί απώλεσαν τον ουσιαστικό έλεγχο της Σαρδηνίας και της Κορσικής.[50] Πέραν τούτων, οι Βυζαντινοί δεν μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν την επιτυχία τους και να περάσουν με τη σειρά τους στην αντεπίθεση κατά των Αράβων. Έτσι, το 720, μετά από διακοπή δυο ετών, οι αραβικές επιδρομές κατά του Βυζαντίου ξανάρχισαν, αν και πια δεν στόχευαν σε κατακτήσεις αλλά κυρίως λεία. Οι επιθέσεις αυτές εντάθηκαν ξανά κατά τις επόμενες δυο δεκαετίες, ως την μεγάλη βυζαντινή νίκη στη Μάχη του Ακροϊνού το 740. Σε συνδυασμό με σοβαρές αραβικές αποτυχίες σε άλλα μέτωπα, και με την αυξανόμενη εσωτερική αναταραχή που οδήγησε στην Επανάσταση των Αββασιδών, η εποχή των μεγάλων ισλαμικών κατακτήσεων έφτασε στο τέλος της.[51]

Αποτίμηση και επιπτώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δεύτερη αραβική πολιορκία της Κωνσταντινούπολης ήταν πολύ πιο σοβαρή από την πρώτη, καθώς ήταν μια άμεση, καλά σχεδιασμένη απόπειρα να καταληφθεί η βυζαντινή πρωτεύουσα: το 717-718 οι Άραβες προσπάθησαν να αποκλείσουν την πόλη από κάθε πλευρά, ενώ το 674-678 είχαν αρκεστεί σε έναν μάλλον χαλαρό αποκλεισμό.[30] Ήταν μια προσπάθεια από πλευράς του Χαλιφάτου να κοπεί η "κεφαλή" της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μετά την οποία οι υπόλοιπες επαρχίες, ειδικά στην Μικρά Ασία, θα έπεφταν εύκολα.[52] Η αποτυχία της επιχείρησης οφειλόταν πρωτίστως στην απόσταση των Αράβων από τις βάσεις εξόρμησής τους στη Συρία, που δεν επέτρεπε τον επαρκή εφοδιασμό τους. Επιπλέον, η υπεροχή του βυζαντινού ναυτικού, το υγρό πυρ, η ισχύς των Θεοδοσιανών Τειχών, καθώς και η ικανότητα του Λέοντα Γ' στην εξαπάτηση και τις διαπραγματεύσεις έπαιξαν σημαντικό ρόλο.[53]

Η αποτυχία της πολιορκίας είχε μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη φύση της αραβοβυζαντινής αναμέτρησης. Ο ισλαμικός στόχος της κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε, και το σύνορο μεταξύ των δυο κρατών σταθεροποιήθηκε στη γραμμή των βουνών του Ταύρου και του Αντίταυρου. Και οι δυο πλευρές συνέχισαν να διεξάγουν έναν αδιάκοπο πόλεμο με επιδρομές εκατέρωθεν των βουνών, όπου τα συνοριακά φρούρια άλλαζαν συχνά χέρια, αλλά το γενικό περίγραμμα του συνόρου παρέμεινε αναλλοίωτο για δυο αιώνες, μέχρι την έναρξη των βυζαντινών κατακτήσεων το 10ο αιώνα.[54] Για τους Μουσουλμάνους ειδικότερα, η διεξαγωγή των επιδρομών αυτών απέκτησε σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα, ως μια επιβεβαίωση του συνεχιζόμενου Ιερού Πολέμου, καθώς και του ρόλου του χαλίφη ως ηγέτη της μουσουλμανικής κοινότητας.[55]

Η πολιορκία είχε επίσης σημαντική μακροϊστορική σημασία. Η επιβίωση της βυζαντινής πρωτεύουσας σήμαινε ότι η Αυτοκρατορία θα συνέχιζε να παίζει το ρόλο του προπυργίου έναντι της ισλαμικής επέκτασης στην Ευρώπη μέχρι τον 15ο αιώνα, οπότε και έπεσε στους Οθωμανούς. Μαζί με τη Μάχη του Πουατιέ, η επιτυχής άμυνα της Κωνσταντινούπολης ανέκοψε την ισλαμική επέκταση στην Ευρώπη.[56] Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό Πωλ Κ. Ντέιβις, «Αποκρούοντας την μουσουλμανική εισβολή, η Ευρώπη έμεινε σε χριστιανικά χέρια, και δεν απειλήθηκε ξανά σοβαρά από τους Μουσουλμάνους έως τον 15ο αιώνα. Η νίκη αυτή, μαζί με την νίκη των Φράγκων στο Πουατιέ (732), περιόρισε τη δυτική εξάπλωση του Ισλάμ στον κόσμο της νότιας Μεσογείου»,[56] ενώ η Ελληνίδα ιστορικός Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ γράφει ότι «Εσωτερικοί λόγοι του μουσουλμανικού κόσμου...και κυρίως...το στρατιωτικό έργο των εικονομάχων αυτοκρατόρων…εξηγούν την παρακμή των Αράβων...Κατά τον ένατο αιώνα η βυζαντινή εξουσία επιβάλλεται στην Ανατολή-οι Άραβες δεν θα μπορέσουν ποτέ πια ν’ απειλήσουν την Κωνσταντινούπολη».[57]

Έτσι ο Βρετανός κλασικός φιλόλογος και ιστορικός Τζων Μπάγκνελ Μπιούρυ αποκαλεί το έτος 718 «οικουμενική χρονολογία», ενώ ο Σπυρίδων Λάμπρος παρομοίασε την πολιορκία με τη Μάχη του Μαραθώνα και αποκάλεσε τον Λέοντα Γ' «Μιλτιάδη του μεσαιωνικού Ελληνισμού».[58] Κατά τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, η αποτυχία της πολιορκίας «υπήρξε μία των ευτυχεστάτων στιγμών του μεσαιωνικού ημών βίου»[59] και ο Λέων ήταν «εις των ευεργετών της ανθρωπότητος».[60] Ο Στήβεν Ράνσιμαν εξαίρει το έργο του Λέοντος, γράφοντας ότι «Οι Ίσαυροι ήταν πεπρωμένο να σώσουν την Αυτοκρατορία απ’ τους Σαρακηνούς και να ολοκληρώσουν τη μεταμόρφωσή της σε μια τέλεια αμυντική οργάνωση»,[61] ενώ κατά τον Τζων Τζούλιους Νόργουιτς, «ο Λέων Γ΄ έσωσε τον δυτικό κόσμο».[62] Για αυτούς τους λόγους, οι σύγχρονοι ιστορικοί συχνά συγκαταλέγουν την πολιορκία ανάμεσα στις πιο κρίσιμες μάχες της παγκόσμιας ιστορίας.[63]

Πολιτισμικός αντίκτυπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στους Άραβες, η πολιορκία του 717-718 κατέλαβε εξέχουσα θέση ως η πιο διάσημη των πολεμικών τους αναμετρήσεων με το Βυζάντιο. Αρκετές διηγήσεις σώζονται, αλλά οι περισσότερες είναι αρκετά μεταγενέστερες των γεγονότων και βρίθουν φανταστικών ιστοριών και αντιφάσεων. Στην ύστερη αραβική μυθογραφία, η ήττα μετατράπηκε σε νίκη, καθώς ο Μασλαμά παρουσιάζεται να αποχωρεί μόνο αφού είχε εισέλθει στην Κωνσταντινούπολη έφιππος με συνοδεία 30 ιππέων, όπου ο Λέων τον υποδέχτηκε με τιμή και τον οδήγησε στην Αγία Σοφία. Αφού ο αυτοκράτορας υποκλίθηκε στον Μασλαμά και υποσχέθηκε την καταβολή φόρου, ο αραβικός στρατός—30.000 από τους αρχικούς 80.000 που είχαν ξεκινήσει για την εκστρατεία—επέστρεψε στη Συρία.[64] Οι διηγήσεις αυτές ενέπνευσαν παρόμοιες ιστορίες στην αραβική επική λογοτεχνία. Έτσι οι Χίλιες και Μία Νύχτες περιλαμβάνουν μια πολιορκία της Κωνσταντινούπολης ενώ στην αντίστοιχη συλλογή Εκατό και Μία Νύχτες, εμφανίζονται ο Μασλαμά και ο χαλίφης Σουλεϊμάν. Ο διοικητής της προσωπικής φρουράς του Μασλαμά, Αμπτάλλα αλ-Μπαττάλ, απέκτησε μεγάλη φήμη στην ύστερη αραβική και τουρκική λογοτεχνία ως «Μπαττάλ Γαζί» για τα κατορθώματά του στις αραβικές επιδρομές των επόμενων δεκαετιών. Επίσης, η επική διήγηση Ντελχέμμα του 10ου αιώνα, που συνδέεται με τον επικό κύκλο του Μπαττάλ, περιλαμβάνει μια φανταστική αναπαράσταση της πολιορκίας του 717-718.[65]

Στη μεταγενέστερη ισλαμική αλλά και βυζαντινή παράδοση, ο Μασλαμά συνδέθηκε και με την κατασκευή του πρώτου τζαμιού της Κωνστατνινούπολης, που βρισκόταν κοντά στο πραιτώριο της πόλης. Στην πραγματικότητα, το τζαμί αυτό μάλλον ανεγέρθηκε περί το 860, μετά από μια επίσκεψη αραβικής πρεσβείας στην πόλη το έτος αυτό.[66] Οι Οθωμανοί επίσης απέδιδαν στον Μασλαμά την κατασκευή του Αράπ Τζαμί στο προάστιο του Γαλατά, αν και τη χρονολογούσαν λανθασμένα στο 686, πιθανότατα συγχέοντας την πολιορκία του Μασλαμά με την πρώτη αραβική πολιορκία τη δεκαετία του 670.[67]

Με την πάροδο του χρόνου, μετά τις αποτυχημένες τους προσπάθειες να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη και την συνεχιζόμενη αντίσταση του βυζαντινού κράτους, οι Μουσουλμάνοι άρχισαν να μεταθέτουν την πτώση της πόλης στο μακρινό μέλλον. Έτσι η άλωση της Κωνσταντινούπολης μπήκε στη σφαίρα της εσχατολογίας και κατέληξε να θεωρείται ως ένα από τα σημάδια της έλευσης της συντέλειας του κόσμου.[68]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Ο Θεοφάνης δίνει την ημερομηνία ως 15 Αυγούστου, αλλά μάλλον αντικατοπτρίζει την ημερομηνία λήξης της πολιορκίας. Ο Πατριάρχης Νικηφόρος Α΄ από την άλλη δίνει την διάρκεια της πολιορκίας ως 13 μήνες, δηλ. η ημερομηνία εκκίνησής της τοποθετείται περί τις 15 Ιουλίου. Mango & Scott 1997, σελ. 548 (Σημ. 16), Guilland 1959, σελίδες 116–118.
  2. 2,0 2,1 Treadgold 1997, σελ. 346.
  3. Treadgold 1997, σελίδες 346–347.
  4. Brooks 1899, σελίδες 19–20.
  5. Mango & Scott 1997, σελίδες lxxxviil–xxxviii.
  6. Brooks 1899, σελίδες 19–20, Guilland 1959, σελίδες 115–116
  7. Lilie 1976, σελίδες 81–82, 97–106.
  8. Blankinship 1994, σελ. 31, Haldon 1990, σελ. 72, Lilie 1976, σελίδες 107–120.
  9. Haldon 1990, σελ. 80, Lilie 1976, σελίδες 120–122, 139–140.
  10. Blankinship 1994, σελ. 31, Lilie 1976, σελ. 140, Treadgold 1997, σελίδες 345–346.
  11. Treadgold 1997, σελ. 345.
  12. Brooks 1899, σελίδες 20–21, El-Cheikh 2004, σελ. 65, Guilland 1959, σελ. 110, Lilie 1976, σελ. 122, Treadgold 1997, σελ. 344.
  13. Guilland 1959, σελίδες 110–111.
  14. Hawting 2000, σελ. 73.
  15. Mango & Scott 1997, σελ. 534, Lilie 1976, σελίδες 122–123, Treadgold 1997, σελίδες 343–344.
  16. Ενδέχεται να αποτελεί παρανόηση των πηγών, που συγχέουν τον Φοίνικα με την Φοινίκη, γνωστή για τους κέδρους της.Lilie 1976, σελ. 123 (Σημ. 62).
  17. Θεοφάνης, 591 : «ο δε φυγή χρησάμενος εις το όρος εκρύβη. Ευρόντες δε αυτόν ευφήμησαν βιασάμενοι ως βασιλέα». Παρόμοια ο Νικηφόρος σ. 125. Haldon 1990, σελ. 80, Mango & Scott 1997, σελίδες 535–536, Lilie 1976, σελίδες 123–124, Treadgold 1997, σελ. 344.
  18. Νικηφόρος, 125-127. Haldon 1990, σελίδες 80, 82, Mango & Scott 1997, σελ. 536, Treadgold 1997, σελίδες 344–345.
  19. Lilie 1976, σελ. 124, Treadgold 1997, σελ. 345.
  20. Guilland 1959, σελ. 111, Mango & Scott 1997, σελ. 538, Lilie 1976, σελίδες 123–125.
  21. Guilland 1959, σελίδες 118–119, Lilie 1976, σελ. 125.
  22. Mango & Scott 1997, σελίδες 538–539, Lilie 1976, σελίδες 125–126, Treadgold 1997, σελ. 345.
  23. Για μια λεπτομερή περιγραφή και εξέταση των διαπραγματεύσεων του Λέοντα με τους Άραβες, βλ. και Guilland 1959, σελίδες 112–113, 124–126.
  24. Guilland 1959, σελ. 125, Mango & Scott 1997, σελίδες 539–540, Lilie 1976, σελίδες 126–127.
  25. Νικηφόρος, 129. Guilland 1959, σελίδες 113–114, Mango & Scott 1997, σελίδες 540–541, Lilie 1976, σελ. 127, Treadgold 1997, σελ. 345.
  26. Haldon 1990, σελίδες 82–83, Mango & Scott 1997, σελίδες 540, 545, Lilie 1976, σελίδες 127–128, Treadgold 1997, σελ. 345.
  27. Guilland 1959, σελ. 110, Kaegi 2008, σελίδες 384–385, Treadgold 1997, σελ. 938 (Σημ. 1).
  28. Guilland 1959, σελ. 110, Kennedy 2001, σελ. 47.
  29. Canard 1926, σελίδες 91–92, Guilland 1959, σελ. 111.
  30. 30,0 30,1 Lilie 1976, σελ. 132.
  31. Lilie 1976, σελ. 125.
  32. Treadgold 1997, σελ. 347.
  33. Νικηφόρος, 129. Brooks 1899, σελ. 23, Mango & Scott 1997, σελ. 545, Lilie 1976, σελ. 128, Treadgold 1997, σελ. 347.
  34. Guilland 1959, σελ. 119, Mango & Scott 1997, σελ. 545, Lilie 1976, σελίδες 128–129, Treadgold 1997, σελ. 347.
  35. Νικηφόρος, 131. Guilland 1959, σελίδες 119–120, Mango & Scott 1997, σελίδες 545–546, Lilie 1976, σελ. 128, Treadgold 1997, σελ. 347.
  36. Lilie 1976, σελ. 129, Treadgold 1997, σελ. 347.
  37. Brooks 1899, σελίδες 26–28, 30, Lilie 1976, σελ. 129.
  38. Νικηφόρος, 131. Brooks 1899, σελίδες 28–29, Guilland 1959, σελίδες 122–123, Mango & Scott 1997, σελ. 546, Lilie 1976, σελίδες 129–130, Treadgold 1997, σελ. 347.
  39. Νικηφόρος, 131-133 Guilland 1959, σελ. 121, Mango & Scott 1997, σελίδες 546, 548, Lilie 1976, σελ. 130, Treadgold 1997, σελίδες 347–348.
  40. Guilland 1959, σελ. 122,Mango & Scott 1997, σελ. 546, Lilie 1976, σελίδες 130–131, Treadgold 1997, σελ. 348.
  41. Canard 1926, σελίδες 90–91, Guilland 1959, σελίδες 122, 123, Mango & Scott 1997, σελ. 546, Lilie 1976, σελ. 131.
  42. Θεοφάνης, 611 «ο θεός και η παναγία παρθένος θεομήτωρ φρουρούσι την πόλιν ταύτην...ει και προς βραχύ παιδευόμεθα δια τας αμαρτίας ημών».
  43. Περιγραφή της έκρηξης από τον Θεοφάνη, 621-622 και τον Νικηφόρο, 137.
  44. Νικηφόρος, 135. Mango & Scott 1997, σελ. 550, Treadgold 1997, σελ. 349.
  45. Haldon 1990, σελ. 83.
  46. Lewis 2002, σελ. 79.
  47. Blankinship 1994, σελίδες 33–34, Lilie 1976, σελίδες 132–133, Treadgold 1997, σελ. 349.
  48. Blankinship 1994, σελ. 287 (Σημ. 133), Lilie 1976, σελ. 133, Treadgold 1997, σελ. 349.
  49. Θεοφάνης, 611-613. Νικηφόρος, 133.
  50. Treadgold 1997, σελίδες 347, 348.
  51. Blankinship 1994, σελίδες 34–35, 117–236, Haldon 1990, σελ. 84, Kaegi 2008, σελίδες 385–386, Lilie 1976, σελίδες 143–144.
  52. Lilie 1976, σελίδες 140–141.
  53. Blankinship 1994, σελ. 105, Kaegi 2008, σελ. 385, Lilie 1976, σελ. 141, Treadgold 1997, σελ. 349.
  54. Blankinship 1994, σελίδες 104–106, Haldon 1990, σελίδες 83–84, El-Cheikh 2004, σελίδες 83–84, Toynbee 1973, σελίδες 107–109.
  55. El-Cheikh 2004, σελίδες 83–84, Kennedy 2001, σελίδες 105–106.
  56. 56,0 56,1 Davis 2001, σελ. 99.
  57. Ελένη Γλύκατζη-Ahrweiler L’ ideologie politique de l’ Empire Byzantin, 1975 (μετάφραση Τούλας Δρακοπούλου ως Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, εκδ. Ψυχογιός, 1988, σελ. 44-45.
  58. Guilland 1959, σελ. 129.
  59. Παπαρρηγόπουλος, Βιβλίο Θ΄, κεφάλαιο ΣΤ΄, τελευταίο υποκεφάλαιο.
  60. Παπαρρηγόπουλος, Βιβλίο Ι΄, κεφάλαιο Β΄, τελευταίο υποκεφάλαιο.
  61. Steven Runciman Byzantine Civilization, 1933 (μετάφραση Δέσποινας Δετζώρτζη ως Βυζαντινός Πολιτισμός, εκδ. Ερμείας 1978, σελ. 49).
  62. John Julius Norwich Byzantium, The Early Centuries, 1988 (μετάφρ. Ευγενίου Πιερρή ως Βυζάντιο, Οι Πρώτοι Αιώνες, εκδ. Intered, Αθήνα 1996, σελ. 364.
  63. Crompton 1997, σελίδες 27–28, Davis 2001, σελίδες 99–102, Fuller 1987, σελίδες 335ff., Regan 2002, σελίδες 44–45, Tucker 2010, σελίδες 94–97.
  64. Canard 1926, σελίδες 99–102, El-Cheikh 2004, σελίδες 63–64, Guilland 1959, σελίδες 130–131.
  65. Canard 1926, σελίδες 112–121, Guilland 1959, σελίδες 131–132.
  66. Canard 1926, σελίδες 94–99, El-Cheikh 2004, σελ. 64, Guilland 1959, σελίδες 132–133, Hasluck 1929, σελ. 720.
  67. Canard 1926, σελ. 99, Hasluck 1929, σελίδες 718–720.
  68. Canard 1926, σελίδες 104–112, El-Cheikh 2004, σελίδες 65–70, Hawting 2000, σελ. 73.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρωτογενείς

Δευτερογενείς

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Siege_of_Constantinople (έκδοση 505066605) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).