Μοψουεστία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

H Μοψουεστία ή Μόψιον ή Μόψος (αρχαϊκή προέλευση = Μόψου Εστία), στους αλεξανδρινούς χρόνους αναφερόμενη ως Σελεύκεια Πύραμος, ή Σελεύκεια Κιλικίας, ή αργότερα στους ρωμαϊκούς χρόνους αναφερόμενη ως Αδριανή Πύραμος ή Αδριανή Κιλικίας ή Δέκια Πύραμος ή Δέκια Κιλικίας ή Μάμιστρα (Mamistra), είναι αρχαία ελληνική πόλη στην Κιλικία (περιοχή αναφερομένη κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους και ως Cilicia Campestris). Η Μοψουεστία βρίσκεται πλησίον του ποταμού, που ονομαζόταν στην αρχαιότητα από τους Έλληνες (ο/η) Πύραμος, ο οποίος πλέον ονομάζεται Τσεϊχάν Νεχρί (Ceyhan Nehri). Η αρχαία πόλη βρίσκεται περίπου 20 χμ. ανατολικά της αρχαίας Αντιόχειας της Κιλικίας ή Αντιόχεια η προς Σάρο (σημερινά Άδανα στην επαρχία Αδάνων, Τουρκία) και περίπου ταυτίζεται με το σημερινό Μισίς ή Μεσίς, (αυτή η πόλη απέχει περίπου 30 χμ. ανατολικά των Αδάνων). Η Μοψουεστία σήμερα, είναι μια κωμόπολη στην περιοχή του Γιουρεγκίρ (τουρκικά: Yüreğir), της επαρχίας Αδάνων στην Τουρκία, με προηγούμενο το όνομα Μίσις ή Μεσίς, (τουρκικά: Misis). Η κωμόπολη της Μοψουεστίας μετονομάστηκε στη δεκαετία του 1960 ως Γιακαπινάρ (τουρκικά: Yakapınar). Στη σημερινή της μορφή, η παλιά ιστορική πόλη της Μοψουεστίας, σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία του 2007, έχει 5.765 κατοίκους.

Ίδρυση - ονομασίες - αρχαία ιστορία της πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ίδρυση της πόλης της Μοψουεστίας αποδίδεται στο μύθο του μάντη Μόψη. Ο Μόψης ή Μόψος ο Λαπίθης ή Μόψος ο Κλάριος(Mopsus),[1] πιθανολογείται ότι έζησε πριν από τον Τρωικό πόλεμο, αν και δεν εμφανίζεται σε σχετική ιστορική τεκμηρίωση, καθόλου πριν από τη χριστιανική εποχή. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος ονομάζει την πόλη Μόψιον ή Μόψος (Mopsos),[2] αλλά το πιο συνηθισμένο όνομα είναι Μοψουεστία, όπως συναντάται στα κείμενα που έγραψε ο Στέφανος ο Βυζάντιος και όλοι οι μετέπειτα χριστιανοί γεωγράφοι και χρονικογράφοι. Η Μοψουεστία υπαγόταν από τον 6o αι. π.Χ. στην Περσική Αυτοκρατορία, ενώ μετά τη εκστρατεία που πραγματοποίησε ο Μέγας Αλέξανδρος (333 π.Χ.) και τον θάνατο αυτού, την πόλη ανέλαβε ο επίγονός του Σέλευκος, που ενέταξε την πόλη στο Βασίλειο των Σελευκιδών. Κατά την ελληνιστική περίοδο και την Αυτοκρατορία των Σελευκιδών, η πόλη πήρε το όνομα Σελεύκεια Πύραμος (κλασική ελληνική: Σελεύκεια πρὸς τὸν Πύραμον, λατινική: Seleucia ad Pyramum). Τον 1o αι. π.Χ. η Μοψουεστία υποτάχθηκε στους Ρωμαίους και ως ρωμαϊκή κτήση ο αυτοκράτορας Αδριανός την ονόμασε Αδριανή Πύραμος ή Αδριανή Κιλικίας (λατινικά: Hadriana), ο αυτοκράτορας Δέκιος την ονόμασε Δέκια Πύραμος ή Δέκια Κιλικίας (λατινικά: Decia) και η επίσημη ονοματολογία αυτή της πόλης συνεχίσθηκε και από άλλους Ρωμαίους και Βυζαντινούς αυτοκράτορες κλπ, όπως είναι γνωστό από τις επιγραφές και τα νομίσματα της πόλης.

Πρωτοχριστιανική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνστάντιος Β´ έχτισε εκεί μια θαυμάσια γέφυρα πάνω από τον ποταμό Πύραμο,[3] ενώ σύμφωνα και με τον Προκόπιο[4] στη συνέχεια ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός την επισκεύασε. Επισκευή στην γέφυρα αυτή του Πύραμου ποταμού έχει γίνει και πάλι πρόσφατα. Ο Χριστιανισμός φαίνεται να εισήχθη από πολύ νωρίς στην πόλη της Μοψουεστίας. Κατά τη διάρκεια των χριστιανικών χρόνων η Μοψουεστία αποτέλεσε επισκοπική έδρα. Περίφημος υπήρξε ο επίσκοπός της Θεόδωρος Μοψουεστίας, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της θεολογικής σχολής της Αντιόχειας (κατά τον 3ο αιώνα υπάρχει η σχετική αναφορά του επισκόπου, Θεόδωρου), ο οποίος υπήρξε ο κατεξοχήν ανταγωνιστής του επισκόπου Αντιόχειας Παύλου Αντιοχείας (ονομαζόμενος και Παύλος Σαμοσατέας ή Παύλος Σαμοσατεύς). Ο Θεόδωρος Μοψουεστίας, επίσκοπος Μοψουεστίας, από το 392 έως το 428, υπήρξε και διδάσκαλος του Νεστορίου. Ο Νεστόριος διετέλεσε αργότερα και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (428-431). Ως άλλος γνωστός κάτοικος της Μοψουεστίας στην παλαιοχριστιανική περίοδο, αναφέρεται και ο Άγιος Αυξέντιος († 360).

Βυζαντινή & Ισλαμική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Άραβες το 686, από την αρχή κιόλας του Ισλάμ, κατέλαβαν όλα τα γύρω φρούρια της περιοχής και το 700, σύμφωνα με αναφορές που έκανε ο χρονογράφος Θεοφάνης Ομολογητής[5] πολιόρκησαν την ίδια την πόλη της Μοψουεστίας που ήταν γνωστή σε αυτούς ως Αλ-Μασσισάχ (αραβικά: al-Maṣṣīṣah). Λόγω της θέσης της στα σύνορα, η πόλη είχε επανειλημμένα πολιορκηθεί και ανακτήθηκε από καιρό σε καιρό από τους Βυζαντινούς. Την πολιόρκησαν μάταια τα βυζαντινά στρατεύματα που είχε ο αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής, κατά το 964, αλλά τελικά επανακτήθηκε το επόμενο έτος (965), μετά από μια μακρά και δύσκολη πολιορκία από το στρατό που είχε ο Νικηφόρος Φωκάς. Η πόλη της Μοψουεστίας τότε αριθμούσε 200.000 κατοίκους, εκ των οποίων η πλειονότητα είχε εξισλαμιστεί και οι Βυζαντινοί κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να εκχριστιανίσουν εκ νέου την πόλη. Στο ποτάμι της πόλης, τον Πύραμο, κατασκευάζεται εκείνη την περίοδο ένα μεγάλο λιμάνι μεγέθους περίπου δώδεκα ναυτικών μιλίων.

Μεσαιωνική & νεώτερη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο του Μεσαίωνα η πόλη αποτέλεσε κύριο αντικείμενο φιλονικιών μεταξύ Βυζαντινών και Αρμενίων και κατά τους νεότερους χρόνους μεταξύ Τούρκων και Αιγυπτίων. Το 1097 οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την πόλη και επιδόθηκαν σε έναν εμφύλιο και αδελφοκτόνο πόλεμο κάτω από τα τείχη της Μοψουεστίας, που παρέμεινε στην κατοχή του Πρίγκιπα της Γαλιλαίας, Τάνκρεντ (αγγλικά: Tancred) και εν τέλει η πόλη ενσωματώθηκε στο Πριγκιπάτο της Αντιόχειας. Η πόλη θα υποφέρει πολύ από τις αλληλοεξοντωτικές μάχες μεταξύ των Σταυροφόρων, των Αρμενίων και των Βυζαντινών Ελλήνων, που την έχασαν και την ανακατέλαβαν, εναλλάξ κυρίως το 1106, το 1152, και το 1171. Οι Βυζαντινοί εγκατέλειψαν τελικά την πόλη στους Αρμενίους. Η Μοψουετία ή Μάμιστρα, (Αγγλικά: Mamistra), όπως ονομαζόταν στην περίοδο του Μεσαίωνα πυρπολήθηκε το 1266.

Στη συνέχεια έγινε για δύο περίπου χρόνια μετά η πρωτεύουσα του Αρμενικού Βασίλειου της Κιλικίας. Αν και ήταν αυτή τη φορά η πόλη σε μια κατάσταση παρακμής, εξακολουθούσε να διαθέτει τουλάχιστον τέσσερις αρμενικές εκκλησίες, και επίσης η ελληνική Επισκοπή Μοψουεστίας εξακολουθούσε να υφίσταται κατά την έναρξη του δέκατου τέταρτου αιώνα.[6]. Το 1322, οι Αρμένιοι υπέστησαν μια μεγάλη ήττα κάτω από τα τείχη της πόλης. Το 1432 ο Γάλλος Μπερταντρόν (Bertrandon) ανέφερε ότι η πόλη πλέον ήταν υπό τον έλεγχο των μουσουλμάνων και σε μεγάλο βαθμό είχε καταστραφεί. Από τότε σταδιακά, αλλά και σταθερά, ο πληθυσμός της πόλης μειώθηκε και στη θέση της πόλης δημιουργήθηκε ένα μικρό χωριό με το όνομα Μίσις ή Μεσίς, (τουρκικά: Misis), το οποίο μετονομάστηκε στη δεκαετία του 1960 ως Γιακαπινάρ (τουρκικά: Yakapınar).

Σήμερα, ως κωμόπολη, η πόλη της Μοψουεστίας, σύμφωνα, με στατιστικά στοιχεία του 2007, έχει 5.765 κατοίκους. Επίσης το 1959 ιδρύθηκε το Μωσαϊκό Μουσείο της Μοψουεστίας ή Μωσαϊκό Μουσείο Μίσις (Misis Mosaic Museum), για να στεγάσει τα ψηφιδωτά που βρέθηκαν στην περιοχή. Στην Μοψουεστία παραμένει επίσης ως τιτουλάριος (επί τίτλω) επισκοπή στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η έδρα όμως ήταν κενή από το θάνατο του τελευταίου επισκόπου το 1963. Από την αρχαία πόλη σώζονται σήμερα ερείπια των τειχών, η γέφυρα του ποταμού Πύραμος, θέατρο και υδραγωγείο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μόψος ο Λαπίθης. Όνομα μυθολογικού προσώπου: Θεσσαλός μάντης (Λαπίθης), γενναίος πολεμιστής και επιδέξιος κυνηγός. Θεωρείται ιδρυτής της πόλης της Θεσσαλίας, Μόψιον. Για υπαρκτό ιστορικό πρόσωπο σχετική αναφορά και στο ομώνυμο λήμμα: Το 1946-47 ανακαλύφτηκε στον αρχαιολογικό χώρο της Karatepe-Arslantaş της άλλωτε Κιλικίας μιά δίγλωση ιερογλυφική επιγραφή στην Λουβιανή και στην Φοινικική γλώσσα. Με βάση το κείμενο αυτής της επιγραφής οι ιστορικοί θεωρούν πιθανή την ύπαρξη ιστορικού προσώπου του Μόψου. Η επιγραφή χρονολογείται από το 700 π.Χ. περίπου. Το πρόσωπο που μιλάει ονομάζεται ’-z-t-w-d στα Φοινικικά ή Azatiwataš στα Λουβιανά και δηλώνει ότι είναι ο βασιλιάς των d-n-n-y-m στα Φοινικικά ή Hiyawa στα Λουβιανά, της δυναστείας του «οίκου του M-p-š στα Φοινικικά και Mukšuš στα Λουβιανά. Προφανώς πρόκειται για απόγονο ή διάδοχο του Μόψου. Το όνομά του στα Φοινικικά θυμίζει μια κατά τον Όμηρο ονομασία των Ελλήνων, τους Δαναούς, ενώ το Hiyawa θυμίζει το Λουβιανό Ahhiyā(wa) που σύμφωνα με τις κυριαρχούσες εκτιμήσεις στην γλώσσα των Χετταίων σημαίνει Αχαιός και κάτοικος της Μυκηναϊκής αποικίας στην Μικρά Ασία.
  2. Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, “Ιστορικά», - Pliny the Elder, (Hist. nat., V, 22.
  3. Μαλάλας, «Χρονογραφία», - Malalas, Chronographia, XIII; P.G., XCVII, 488.
  4. Προκόπιος - Procopius, De Edificiis, V. 5.
  5. Θεοφάνης, «Χρονογραφία» -Theophanes, "Chronogr.", A. M. 6178, 6193.
  6. Le Quien, Oriens Christianus, II, 1002.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Καθολική Εγκυκλοπαίδεια» (Herbermann, Charles, ed. (1913) (αγγλικά). "Mopsuestia". Catholic Encyclopedia. Robert Appleton Company).
  • Hild, Friedrich; «Hellenkemper, Hansgerd» (1990), (γερμανικά). Tabula Imperii Byzantini, Band 5: Kilikien und Isaurien. Vienna: Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften. ISBN 3-7001-1811-2.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Mopsuestia της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Yakapınar της Τουρκικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).