Χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Προθήκη με σπαράγματα
Αρχαιολογικό μουσείο Αμμάν

Με τον όρο Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας περιγράφεται μία από τις μεγαλύτερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του 20ου αιώνα και αφορά μια συλλογή περίπου 900 Ιουδαϊκών χειρογράφων σε περγαμηνή και πάπυρο γραμμένα στην εβραϊκή, αραμαϊκή και ελληνική γλώσσα, τα οποία ανακαλύφθηκαν σε σπήλαια και αρχαία ερείπια της ερήμου της Ιουδαίας.

Κοντά στο Κιρμπέτ Κουμράν, στη ΝΔ ακτή της Νεκράς Θάλασσας, έντεκα σπήλαια έκρυβαν έναν μεγάλο αριθμό από τέτοια χειρόγραφα, τα οποία στο σύνολο τους, αποτελούν τμήμα της βιβλιοθήκης της εβραϊκής θρησκευτικής κοινότητας των Εσσαίων.

Η μεγάλη σημασία των χειρογράφων αυτών, αφορά στην αναζήτηση του αυθεντικού πρωτότυπου της Παλαιάς Διαθήκης. Η Κριτική του Κειμένου από την άνοιξη του 1947 και μέχρι το μέσο της δεκαετίας του 1960, απόκτησε έναν αριθμό νέων βιβλικών χειρογράφων, τα περισσότερα από τα οποία, χρονολογούμενα τον 2ο και 1ο π.Χ. αι., είναι τουλάχιστο κατά μία χιλιετηρίδα αρχαιότερα από εκείνα, που μέχρι πριν από λίγο καιρό θεωρούνταν ως τα πιο αρχαία.

Τα ανευρεθέντα χειρόγραφα ονομάστηκαν Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας ή Χειρόγραφα του Khirbet Qumran (Κιρμπέτ Κουμράν) ή απλώς Qumran. Η πρώτη ονομασία, που είναι και περιεκτικότερη, σχετίζεται με το γεγονός ότι όλες σχεδόν οι περιοχές ανεύρεσης των χειρογράφων εντοπίζονται κοντά στα παράλια της Νεκράς Θάλασσας, ενώ η δεύτερη, με την κύρια και σπουδαιότερη περιοχή ανεύρεσης τους, το Κουμράν. Οι ονομασίες αυτές δεν ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα, αφού χειρόγραφα δεν ανακαλύφθηκαν μόνο στο Κουμράν, ούτε αποκλειστικά σε παράκτιες περιοχές της Ν. Θάλασσας, αλλα και σε άλλες, που καλύπτουν ολόκληρη σχεδόν την έκταση της ερήμου της Ιουδαίας ή ερήμου του Ιούδα, όπως είναι γνωστή από την Π. Διαθήκη. Επομένως ορθότερη ίσως θα ήταν η προσωνυμία Χειρόγραφα της ερήμου της Ιουδαίας αλλά οι επικρατούσες σήμερα ονομασίες καθιερώθηκαν εξαρχής ως αντιπροσωπευτικές των πρώτων ανακαλύψεων και παρέμειναν έκτοτε σε ισχύ.

Το ιστορικό της εύρεσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σπηλιά στην περιοχή του Κουμράν

Η αναζήτηση ενός κατσικιού, στάθηκε η απαρχή μιας σειράς από γεγονότα, που οδήγησαν τελικά στην σπουδαιότερη ανεύρεση χειρογράφων του 20ου αιώνα, μια ανακάλυψη που προκάλεσε το ενδιαφέρον της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας και ειδικότερα των μελετητών της Βίβλου και κριτικών του κειμένου της, αφού άνοιξε νέους ορίζοντες έρευνας στην Βιβλική Θεολογία.

Την άνοιξη του 1947, ένας δεκαπεντάχρονος τότε βεδουίνος βοσκός από τη νομαδική φυλή Τααμιρέ, ο Μωχάμετ Εδ-Διβ, ψάχνοντας για να βρει το χαμένο από το κοπάδι του ζώο στις άγονες ορεινές εκτάσεις που υψώνονται πέρα από τις δυτικές ακτές της Ν. Θάλασσας, έφτασε μπροστά σε μια μικρή οπή, που υπήρχε στο βοσκότοπο της ιστορικής βουνοπλαγιάς. Όπως αποδείχτηκε μετά από λίγο, από εκείνη την οπή που οδηγούσε σε σπηλιά είχε περάσει το κατσίκι.

Το 15χρονο παιδί πέταξε μια πέτρα μέσα μήπως καταφέρει να φοβήσει το ζώο για να βγει έξω. Μόλις όμως πέταξε την πέτρα, ακούσθηκε ένας παράξενος θόρυβος, που έδινε την εντύπωση ότι προκλήθηκε από θραύση πήλινων δοχείων. Γεμάτος περιέργεια αλλά και ταραχή, ο μικρός βεδουίνος έτρεξε και ειδοποίησε τον εξάδελφο του, που βρισκόταν στην ίδια περιοχή, για να διαπιστώσουν μαζί τι ακριβώς είχε συμβεί.

Οι δύο μαζί άνοιξαν λίγο ακόμη το στόμιο της οπής, για να μπορέσουν να περάσουν. Έτσι, βρέθηκαν μέσα σε σπήλαιο με αρκετό βάθος όπου ένα σπασμένο πιθάρι μαρτυρούσε τη χροιά του θορύβου που είχε προκληθεί από το κτύπημα της πέτρας ενώ στο βάθος του σπηλαίου, ήταν τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο, μια σειρά άθραυστα πιθάρια, με πήλινα καλύμματα. Απ' αυτά, που ήταν συνολικά οκτώ, τα επτά βρέθηκαν κενά, προφανώς συλημένα από παλαιότερη ανάλογη επίσκεψη. Το ένα από αυτά περιείχε οχτώ συνολικά κυλίνδρους τυλιγμένους με λινά υφάσματα επιχρισμένα με μια κολλώδη ουσία. Οι βοσκοί τα πήραν μαζί τους και ξεκίνησαν για τη Βηθλεέμ. Δεν άργησαν να συνειδητοποιήσουν ότι είχαν στα χέρια τους αρχαιολογικό θησαυρό και έτσι άνοιξαν το δρόμο για τη μεγαλύτερη και σημαντικότερη ανακάλυψη των νεώτερων χρόνων.

Η περιπέτεια των πρώτων χειρογράφων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δύο βεδουίνοι, υπολογίζοντας στην αξία των ευρημάτων τους άρχισαν τις πρώτες βολιδοσκοπήσεις και επαφές με γνωστούς εμπόρους της Βηθλεέμ και της Ιερουσαλήμ για την εκτίμηση τους και την εξεύρεση αγοραστών. Μετά από σχετικές διαπραγματεύσεις, που έγιναν με τη μεσολάβηση δύο γνωστών λαθρεμπόρων, πέντε από τους οχτώ κυλίνδρους πουλήθηκαν στο Συρο-ορθόδοξο Μητροπολίτη Αθανάσιο Γιεσουέ Σαμουέλ, στο ποσό των 150 δολλαρίων. Η Μητρόπολη του εδρεύει στην Ιερά Μονή του Αγίου Μάρκου, στα Ιεροσόλυμα. Τους υπόλοιπους τρεις κυλίνδρους τους αγόρασε ο Ε. Κ. Sukenik, στρατηγός και καθηγητής στο εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Καθώς ο Μητροπολίτης Αθανάσιος είχε ήδη αναγνωρίσει την εβραϊκή γραφή τους και από την αρχαιότητά τους είχε εκτιμήσει την αξία τους, προσφέρθηκε ν' αγοράσει και άλλα παρόμοια χειρόγραφα, παρακινώντας με το ενδιαφέρον του τους βεδουίνους σε νέες λαθραίες εξερευνήσεις στην περιοχή των σπηλαίων. Έτσι, με την ανεύρεση και την εμπορία των κυλίνδρων σχηματίστηκε ένα σπουδαίο γεωγραφικό τρίγωνο: Κουμράν - Βηθλεέμ - Ιερουσαλήμ.

Στην "αγορά" κατέφθαναν κάθε τόσο νέα αποσπάσματα χειρογράφων. Προσφέρονταν στους αγοραστές και διάφορα άλλα αρχαία αντικείμενα όπως πιθάρια, λύχνοι, στάμνες, πιάτα κ.ά.. Το σπήλαιο, από το οποίο περισυλλέγονταν τα ευρήματα, έμενε γνωστό σε λίγους μόνο "συνεργάτες" που εμπλέκονταν στο εμπόριο αυτό. Οι αγοραστές από την άλλη πλευρά όλο και πλήθαιναν. Ανάμεσα τους συγκαταλέγονταν Πανεπιστήμια, αρχαιολογικές υπηρεσίες, ειδικοί καθηγητές, αρχαιολόγοι, αρχαιοπώλες, αρχαιοκάπηλοι και συλλέκτες. Είχαν διαμορφωθεί και τιμές όπου τα αποσπάσματα από χειρόγραφα αγοράζονταν με τον τετραγωνικό πόντο.

Λίγο μετά την ανακύρυξη του Ισραήλ ως ανεξάρτητου κράτους από τον Μπεν Γκουριόν στις 14 Μαΐου 1948, το έργο των ανασκαφών πέρασε και στα χέρια των ειδικών. Πρώτος από αυτούς ήταν ο G. Lankester Harding, Διευθυντής των Αρχαιολογικών Υπηρεσιών της Ιορδανίας, στην επικράτεια της οποίας ανήκε τότε η περιοχή του Κουμράν και γενικότερα το προαναφερθέν γεωγραφικό τρίγωνο. Μαζί του για πολλά χρόνια ήταν και ο π. Roland de Vaux, Διευθυντής της Γαλλικής Βιβλικής και Αρχαιολογικής Σχολής των Δομινικανών της Ιερουσαλήμ (L’Ecole Biblique et Archeologique Francaise de Jerusalem), με πλήθος συνεργατών καθώς και άλλοι επιστήμονες που αντιπροσώπευαν ερευνητικά κέντρα και χώρες. Παρά όμως την παρουσία των ειδικών, η παράνομη αγοραπωλησία των χειρογράφων εξακολουθούσε και το ανασκαφικό έργο των ιδιωτών δεν περιοριζόταν πια μόνο στην περιοχή του Κουμράν.

Το εμπόριο αυτό ήταν φυσικό να προβληματίσει τις αρμόδιες αρχές και τους ειδικούς επιστήμονες οι οποίοι τελικά κατάφεραν να μάθουν τον τόπο των ανασκαφών όπου ήδη ενεργούσαν ανασκαφές 34 ιδιώτες. Τα χειρόγραφα προέρχονταν από τη Μουραμπάατ μια περιοχή 18 χιλιόμετρα νότια του Κουμράν και χιλιόμετρα δυτικά από τις ακτές της Ν. Θάλασσας. Ο Harding και οι συνεργάτες του έφτασαν εκεί και αποφάσισαν να προτείνουν στους ιδιώτες να προσληφθούν ως εργάτες στις επίσημες ανασκαφές με ικανοποιητική αμοιβή. Εκείνοι δέχτηκαν και τελικά το ανασκαφικό έργο άρχισε στις 21 Ιανουαρίου και τέλειωσε στις 3 Μαρτίου του 1952. Ερευνήθηκαν στην περιοχή Μουραμπάατ τέσσερα σπήλαια και τα εκεί ευρήματα καλύπτουν μια χρονική περίοδο άνω των πέντε χιλιετιών, από την τέταρτη π.Χ. χιλιετία ως και τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας μ.Χ..

Οι περιοχές των ανασκαφών και τα ευρήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περιοχή του Κουμράν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ευρύτερη περιοχή της Νεκράς Θάλασσας, Β της οποίας ήρθαν στο φως τα χειρόγραφα

Το σύνολο των ανασκαφών στην περιοχή του Κουμράν, έδωσε στους ερευνητές μια αρκετά μεγάλη συγκομιδή ευρυμάτων. Από τις 270 συνολικά περιοχές που ερευνήθηκαν με ανασκαφή (σπήλαια, εσοχές κ.λπ.) στις 29 από αυτές βρέθηκαν διάφορα αρχαιολογικά αντικείμενα ενώ σε 11 συνολικά σπήλαια βρέθηκαν χειρόγραφα. Τα σπήλαια αυτά οι επιστήμονες τα αρίθμησαν σύμφωνα με τη σειρά της ανεύρεσής τους με αριθμούς από το 1 έως το 11 συνοδευόμενους από το κεφαλαίο γράμμα Q(=Qumran [Κουμράν]): 1Q, 2Q, 3Q, 4Q ... 11Q. Τα πλουσιότερα σε απόδοση σπήλαια είναι τα 1Q, 4Q και 11Q. Ειδικά για το σπήλαιο 4Q, οι ειδικοί υπολογίζουν σε 400 περίπου τα βιβλία που έπρεπε αρχικά να είχαν τοποθετηθεί στα πιθάρια που βρέθηκαν εκεί.

Αν και τα ίδια τα χειρόγραφα χρονολογούνται συνολικά από τα μέσα του 3ου π.Χ. αιώνα ως τα μέσα του 1ου μ.Χ. αιώνα, αποδείχθηκε ότι η πλειοψηφία τους γράφηκε κατά το διάστημα μεταξύ του 1ου π.Χ. και 1ου μ.Χ. αιώνα. Τα παλαιότερα από τα χειρόγραφα αυτά περιέχουν βιβλικά κείμενα. Από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα είναι στο σπήλαιο Q1, ο Μέγας Κύλινδρος του Ησαΐα, το Εγχειρίδιο της πειθαρχίας των Εσσαίων, ο Πόλεμος των Υιών του φωτός κατά των Υιών του σκότους (απόκρυφη διήγηση του βιβλίου της Γενέσεως) κ.ά..

To σπήλαιο Q3 μεταξύ άλλων έκρυβε τους γνωστούς ως "ορειχάλκινους κυλίνδρους" που περιείχαν έναν κατάλογο θησαυρών των εσσαϊκών ιερών, καθώς και τους τόπους όπου ήταν κρυμμένοι.

Στο σπήλαιο Q4 βρέθηκε το σημαντικότερο τμήμα της βιβλιοθήκης τών Εσσαίων όπου περίπου 100 χειρόγραφα περιέχουν βιβλικά κείμενα και αποτελούν το σύνολο σχεδόν των εβραϊκών γραφών.

Επίσης, ένας αριθμός από καλά διατηρημένα χειρόγραφα σώθηκαν στο σπήλαιο Q11 όπου ανάμεσα στα χειρόγραφα βρέθηκε ένας μεγάλος πάπυρος με κανονικούς, απόκρυφους και άγνωστους ψαλμούς, ένα αντίγραφο του Λευιτικού κ.ά..

Άλλες περιοχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στην περιοχή Ουάντι Μουραμπάατ (Αραβ. ουάντι, Εβρ. ναχάλ, σημαίνει (ξερή) κοίτη ρεματιάς ή χειμάρρου[1]), 18 χιλιόμετρα νότια του Κουμράν βρέθηκαν έγγραφα που είχαν εγκαταλείψει φυγάδες από το στράτευμα του Μπαρ Κοχμπά, ο οποίος οδήγησε τους Εβραίους σε μία καταστροφική εξέγερση κατά τής Ρώμης στο 132-135 μ.Χ..
Χειρόγραφα
  • Σε μια τρίτη περιοχή μεταξύ των οχυρών Εν-γαδί και Μασάδας, στα κεντρικά παράλια περίπου της Νεκράς Θάλασσας και ονομάζεται Ουάντι Σεϊγιάλ, οι βεδουίνοι είχαν βρει το 1952 ένα σπήλαιο, που ως το 1960 ήταν άγνωστο, επειδή αδυνατούσαν να προσδιορίσουν στους επιστήμονες την ακριβή θέση του στην περιοχή. Εκεί βρέθηκαν αξιόλογα χειρόγραφα, όπως μια ελληνική μετάφραση του 1ου μ.Χ. αιώνα των 12 ησσόνων προφητών και πολλά έγγραφα αραμαϊκά και ελληνικά.
  • Μία τέταρτη περιοχή 10 χιλιόμετρα βόρεια της αρχαίας Ιεριχούς έκρυβε 40 έγγραφα σε πολύ κακή κατάσταση, τα οποία είχαν κρύψει Σαμαρείτες, πριν αντιμετωπίσουν τους στρατιώτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου (331 π.Χ.). Πρόκειται για νομικά έγγραφα γραμμένα στην αραμαϊκή γλώσσα με μεγάλη ιστορική αξία.
  • Η Μασάδα, απόκρημνη περιοχή των δυτικών ακτών της Νεκράς Θαλάσσης, είναι μια πέμπτη περιοχή που έδωσε ένα εβραϊκό χειρόγραφο του βιβλίου του "Εκκλησιαστή" και αποσπάσματα από τους Ψαλμούς, το Λευιτικό και την Γένεση.

Το περιεχόμενο των χειρογράφων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα χειρόγραφα των σπηλαίων της περιοχής του Qumran, διακρίνονται ανάλογα με το περιεχόμενο τους σε δύο βασικές κατηγορίες:

α. Στα βιβλικά κείμενα και υπομνήματα
β. Στα εξωβιβλικά κείμενα

Βιβλικά κείμενα και αποσπάσματα βιβλικών κειμένων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το βιβλίο του Ησαΐα
Ανήκει στα ευρήματα του 1Q και διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Είναι το σπουδαιότερο απ' όλα τα χειρόγραφα της Νεκρας Θαλάσσης. Ανάγεται από τους κριτικούς του κειμένου στον 1ο π.Χ. αιώνα και συγκρινόμενο με το σημερινό βιβλίο, που είναι κατά μία χιλιετηρίδα νεώτερο του, δεν έχει ουσιώδεις διαφορές. Αυτό εγγυάται τη γνησιότητα του εβραϊκού κειμένου, και αποδεικνύει ότι διατηρείται αναλλοίωτη βασικά η παραδοσιακή μορφή του πρωτότυπού του.
  • Αποσπάσματα από βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης
Τα αποσπάσματα αντιπροσωπεύουν σχεδόν όλα τα παλαιοδιαθηκικά βιβλία, εκτός της Εσθήρ, της Ιουδίθ, των Μακκαβαίων και του Βαρούχ.

Υπομνήματα και αποσπάσματα υπομνημάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Υπομνήματα στα βιβλικά κείμενα
Ένα μικρό σχετικά χειρόγραφο, αποτελεί το πλήρες υπόμνημα στο βιβλίο του Αββακούμ.
  • Αποσπάσματα υπομνημάτων σε βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης όπως στους Ψαλμούς, στον Ησαΐα, στον Ωσηέ, στο Μιχαία, στο Ναούμ, στο Σοφονία και στο Μαλαχία.

Εξωβιβλικά κείμενα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κανονισμοί
Ένα σημαντικό χειρόγραφο αυτής της κατηγορίας είναι το Εγχειρίδιο πειθαρχίας της κοινότητας των εσσαίων. Το περιεχόμενό του σχετίζεται με λειτουργικές διατάξεις και κανόνες συμπεριφοράς της κοινότητας, με χρόνο σύνταξής του μάλλον στις αρχές του 1ου π.Χ. αιώνα.
Δύο έργα που μοιάζουν στη δομή με αυτό και βρίσκοναι στο ίδιο χειρόγραφο, είναι Ο κανόνας της σύναξης και Η συλλογή των ευλογιών. Το πρώτο περιέχει σύνολο διατάξεων και το δεύτερο, λόγους ευλογίας του "διδασκάλου της σοφίας".
Ένα πολεμικού χαρακτήρα βιβλίο, Ο πόλεμος των υιών του φωτός κατά των υιών του σκότους, με σκοπό να ενθαρρύνει σε δύσκολες ώρες παρέχοντας ελπίδα, προέρχεται από τον 2ο π.Χ. αιώνα.
Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και τα Δαμασκηνό Κείμενο και Χειρόγραφο του Ναού.
  • Ύμνοι και προσευχές
Τέτοια είναι τα έργα Ύμνοι ευχαριστίας και Λόγοι των φωτισμών. Το πρώτο θυμίζει το κανονικό βιβλίο των Ψαλμών και το δεύτερο αποτελεί συλλογή λειτουργικών κειμένων.
Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και ο Κανόνας ύμνων για τo ολοκαύτωμα του Σαββάτου όπως και η Προσευχή του Ναβονίδου.
  • Απόκρυφα - Αποκαλυπτικά
Το Απόκρυφο της Γενέσεως, μια παράφραση της Γένεσης, αποσπάσματα ιουδαϊκών απόκρυφων βιβλίων όπως των Ιωβηλαίων, του Ενώχ, των Διαθηκών των Δώδεκα Πατριαρχών κ.ά..
Επίσης η συλλογή μεσσιανικών χωρίων της Παλαιάς Διαθήκης, Ανθολόγιο όπως και τα βιβλία Λόγοι Μωυσέως, Αποκάλυψη μυστηρίων, Η Νέα Ιερουσαλήμ κ.ά..

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Biblical Archeology Review, Hershel Shanks, "Ein Gedi’s Archaeological Riches" (Ο αρχαιολογικός θησαυρός της Έιν Γκεντί).


Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγγλικές μεταφράσεις των Χειρογράφων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • J. H. Charlesworth (ed.), The Dead Sea Scrolls: Hebrew, Aramaic, and Greek Texts with English Translations, Volumes 1–4B, Tubingen/Louisville, 1994–1999.
  • F. Garcia Martinez, The Dead Sea Scrolls Translated: The Qumran Texts in English, Leiden, 1996.
  • F. Garcia Martinez, E. J. C. Tigchelaar, The Dead Sea Scrolls Study Edition, Volumes I–II, Leiden, 1997–1998.
  • M. Knibb, The Qumran Community, Cambridge, 1987.
  • G. Vermes, The Complete Dead Sea Scrolls in English, London, 1997.
  • M. Wise, M. Abegg, E. Cook, The Dead Sea Scrolls: A New Translation, New York, 1996.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]