Πέτρος Α΄ της Βραζιλίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πέτρος Α΄ της Βραζιλίας - με αυτοκρατορική ενδυμασία

Πέτρος Α΄ (Λισσαβόνα, 12 Οκτωβρίου 1798 - Λισσαβόνα, 24 Σεπτεμβρίου 1834) ή Πέτρος ΣΤ΄ της Πορτογαλίας αυτοκράτορας της Βραζιλίας.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννημένος στην Λισσαβόνα, γιος του μετέπειτα βασιλιά της Πορτογαλίας Ιωάννη ΣΤ΄ και της Καρλόττας της Ισπανίας. Όταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Αντώνιος Φραγκίσκος πέθανε (1801), ορίστηκε διάδοχος του πατέρα του. Το 1807 σε ηλικία εννέα ετών ακολούθησε τον πατέρα του και όλη την βασιλική οικογένεια στην εγκατάσταση της στην Βραζιλία. Στην Βραζιλία έμειναν 13 χρόνια, κήρυξαν το Ρίο ντε Τζανέιρο πρωτεύουσα της χώρας και την αναμόρφωσαν σε βασίλειο ισότιμο με αυτό της Πορτογαλίας.

Ο Πέτρος ήταν ο αγαπημένος γιος του πατέρα του Ιωάννη, ενώ αντίθετα η Καρλόττα αγαπούσε τον άλλο τους γιο, Μιχαήλ Α΄ της Πορτογαλίας. Και τα δύο αδέλφια αδιαφόρησαν πλήρως για την μόρφωση τους, περιφερόμενοι το μεγαλύτερο διάστημα της ημέρας στους δρόμους κάνοντας παρέα με σκληρά και ατίθασα παιδιά. Αυτό ήταν κάτι που επηρέασε τον χαρακτήρα τους, κάνοντάς τους απότομους και χυδαίους στην συμπεριφορά. Σταδιακά αγαπήθηκαν από τα κατώτερα λαϊκά στρώματα και φαίνονταν πλέον σαν παιδιά του λαού.

Ο Πέτρος ήταν αξιόλογος ιππέας και απολάμβανε τη στρατιωτική ζωή. Απόκτησε ταλέντο σε όλες τις τέχνες: την ζωγραφική, την γλυπτική, την ηθοποιία, την μουσική και την ποίηση. Η αναζήτηση συζύγου, παρότι ήταν και ωραίος εμφανισιακά, ήταν κάτι που τον ταλαιπώρησε. Παντρεύτηκε τελικά την πριγκίπισσα Μαρία Λεοπολδίνα της Αυστρίας. Αν και τον παντρεύτηκε συμφεροντολογικά, σύντομα αποδείχθηκε αφοσιωμένη πιστά σύντροφος και του συμπαραστάθηκε θερμά σε όλες τις δύσκολες στιγμές του. Αμφότεροι κέρδισαν την αγάπη του λαού, ενώ η Καρολίνα παρότι πολύ όμορφη στην εμφάνιση, απέβαλλε τις περισσότερες γυναικείες συνήθειες, ντυνόταν λιτά και χωρίς πολλά κοσμήματα.

Οι Βραζιλιάνοι σταδιακά άρχισαν να συνειδητοποιούν τη διαφορετικότητά τους από τους Πορτογάλους και καλλιεργήθηκε το κλίμα ανεξαρτησίας τους από το Πορτογαλικό στέμμα. Ο βασιλιάς Ιωάννης ΣΤ΄, πατέρας του Πέτρου, επέστρεψε στην Λισσαβόνα. Ήταν γνώστης του επαναστατικού πνεύματος που δέσποζε στους κόλπους του Βραζιλιάνικου λαού και συμβούλεψε τον γιο του να αναλάβει το επαναστατικό κίνημα. Οι λόγοι ήταν ότι προτιμούσε να είναι ηγέτης της ανεξαρτησίας και στην συνέχεια μονάρχης ο ίδιος ο γιος του και η δυναστεία του, παρά κάποιος ξένος κακόβουλος προς τον βασιλιά επαναστάτης. Αυτό επέτρεψε τον ίδιο χρόνο στον Πέτρο να αυτοανακηρυχθεί ανεξάρτητος κληρονομικός μονάρχης.

Όταν ο βασιλιάς Ιωάννης επέστρεψε στην Πορτογαλία (1820), πολλά από τα προνόμια που είχε δώσει στους Βραζιλιάνους καταργήθηκαν. Όταν ο Πέτρος πιέστηκε μετά την επανάσταση του Οπόρτο να γυρίσει πίσω αρνήθηκε. Ο πατέρα τού αφαίρεσε την αντιβασιλεία και αυτό ήταν κάτι που τον εξόργισε: τα νέα έφτασαν σε αυτόν (1822) όταν βρισκόταν στο λιμάνι του Σάντος. Εξοργισμένος σήκωσε το σπαθί του και κήρυξε τον εαυτό του αυτοκράτορα.

Αυτοκράτορας της Βραζιλίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεύτερος γάμος του αυτοκράτορα της Βραζιλίας Πέτρου Α΄

Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ήταν πολύ δύσκολα. Ο Πέτρος προτίμησε να οικειοποιηθεί τον τίτλο του αυτοκράτορα από αυτόν του βασιλιά για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν για να δείξει ότι το κράτος που κυβερνούσε συμπεριλάμβανε λαούς διαφορετικών εθνοτήτων. Ο δεύτερος ήταν ο θαυμασμός που έδειχνε στον Μέγα Ναπολέοντα που είχε τον συγκεκριμένο τίτλο και ήθελε να τον μιμηθεί.

Το πρώτο του πρόβλημα ήταν (1823) η καθιέρωση Συντάγματος, αφού οι Βραζιλιάνοι πολίτες ήταν μοιρασμένοι στα δύο. Η καθαρά Βραζιλιάνικη μερίδα που αποτελείτο από απλούς ανθρώπους απαιτούσε Σύνταγμα και λαϊκές ελευθερίες. Η δεύτερη μερίδα, η Πορτογαλική, που αποτελείτο από αριστοκρατικές οικογένειες προερχόμενες από την Πορτογαλία, προτιμούσε την απόλυτη μοναρχία με απεριόριστες εξουσίες για τον βασιλιά.

Ο Πέτρος που παρουσιάστηκε στον Βραζιλιάνικο λαό ως ελευθερωτής τάχτηκε υπέρ της παραχώρησης Συντάγματος αλλά στην πραγματικότητα οι βλέψεις του ήταν διαφορετικές. Φάνηκε καθαρά στο Σύνταγμα που παρουσίασε ότι ήθελε να εκμηδενίσει τα λαϊκά δικαιώματα, δίνοντας στον εαυτό του απεριόριστη δύναμη. Πολλοί κατάλαβαν τις βλέψεις του, όπως ο Μουνίθ Ταβάρες, και αντέδρασαν έντονα επιτιθέμενοι στην Πορτογαλική μερίδα. Σε απάντηση, ο Πέτρος συγκάλεσε νέα Συνέλευση, φυλάκισε ή εξόρισε τους αντιφρονούντες και έκανε νέο Σύνταγμα (1824) που παρέμεινε μέχρι το τέλος της Βραζιλιάνικης αυτοκρατορίας (1889).

Το Σύνταγμα του έδινε την ικανότητα να επιλέγει τα μέλη του κοινοβουλίου, του δικαστικού συμβουλίου, τους υπουργούς, τους διοικητές και τους επισκόπους της αρεσκείας του. Θα μπορούσε να θέσει βέτο σε όλες τις αποφάσεις και να αντικαταστήσει οποιονδήποτε κυβερνήτη του ήταν ανεπιθύμητος άσχετα με την θέληση του λαού.

Κατά την διάρκεια των ετών 1824 - 1825, πολλοί Βραζιλιάνοι αντιτάχθηκαν στην απολυταρχία του, στους διοικητές επαρχιών που διόριζε και στις ερωμένες του, ιδιαίτερα στην Δομιτίλλα, μαρκησία του Σάντος. Επαναστατικές δυνάμεις υπό τον Ιωακείμ του Αμόρ Ντιβίνο αντιτάχθηκαν στον διορισμό του κυβερνήτη Μανουέλ ντε Καρβάχο. Το 1824, ενώθηκε στον σχηματισμό της Ισημερινής Ομοσπονδίας, που τελικά απέτυχε και πολλοί συνωμότες οδηγήθηκαν στον θάνατο.

Στις εξωτερικές υποθέσεις, ο Πέτρος είχε το μέγιστο ενδιαφέρον να κάνει δυνατή από τα υπόλοιπα κράτη την αναγνώριση της Βραζιλιάνικης ανεξαρτησίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ήταν το πρώτο κράτος που αναγνώρισε τις ικανότητες της χώρας αυτής στο εμπόριο και πίεσε και την Πορτογαλία να κάνει το ίδιο.

Παρακμή και παραίτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1825, η Βρετανία επίσης αναγνώρισε την σημασία του Βραζιλιάνικου εμπορίου και ο Πέτρος συμφώνησε να πληρώσει ένα δάνειο που θα του εγγυηθεί τον θρόνο της Πορτογαλίας. Έκανε νέα συνθήκη με την Βρετανία να συνεχίσει το 15% της εισαγωγής των δασμών και να εγκαταλείψει το δουλεμπόριο, κάτι που τον έκανε πολύ αντιπαθή στην Βραζιλιάνικη αριστοκρατία που στηριζόταν στους σκλάβους.

Παντού εστιάστηκαν δημοκρατικά αισθήματα και κατά την διάρκεια ενός πολέμου με την Αργεντινή, η επαρχία του Cisplatin προσαρτήθηκε και εξελίχθηκε στη σημερινή Ουρουγουάη. Ο πόλεμος κράτησε δύο χρόνια και η Βραζιλία υπέφερε από στρατιωτικό και οικονομικό αφανισμό. Κατά την διάρκεια μιας επίσκεψης του Πέτρου στα στρατεύματα του το Νοέμβριο του 1826, η αυτοκράτειρα Λεοπολδίνα πέθανε και ο Πέτρος κατηγορήθηκε ότι της άσκησε βία κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της.

Με τον θάνατο του πατέρα του (Μάρτιος 1826), έσπευσε να τον διαδεχτεί στον θρόνο της Πορτογαλίας, αγνοώντας τις περιοριστικές διατάξεις του Συντάγματος του. Αναγκάστηκε όμως να παραιτηθεί στην Πορτογαλία υπέρ της κόρης του, Μαρίας Β΄, και επειδή ήταν μόλις επτά ετών βασίλευσε υπό την κηδεμονία του αδελφού της, Μιχαήλ. Ο Πέτρος υποσχέθηκε στον αδελφό του το Πορτογαλικό στέμμα, με τον όρο να παντρευτεί την κόρη του.

Παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο (Οκτώβριος 1829) με την πριγκίπισσα Αμαλία του Λέχτενμπεργκ. Κατηγορήθηκε ο Πέτρος ότι έφερε τα οικονομικά της χώρας σε τεράστια κρίση, αυξήθηκε η ανεργία, το δημόσιο έλλειμμα και ο πληθωρισμός, ενώ οι τράπεζες αδυνατούσαν να εξάγουν χρυσά ή ασημένια νομίσματα. Το κόστος ζωής αυξήθηκε ακόμα και στις πόλεις, η παραγωγή καπνού, δέρματος, κακάο, βαμβακιού και μαλλιού παρήκμασε. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ότι και η φιλική ακόμα σε αυτόν αριστοκρατία των πόλεων άλλαξε στρατόπεδο και πήρε το μέρος των δημοκρατικών.

Επιστροφή στην Πορτογαλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, ο Πέτρος παραιτήθηκε στις 7 Απριλίου 1831 υπέρ του μόλις πεντάχρονου γιου του, Πέτρου Β΄. Κατέφυγε στην Βρετανία και ετοιμάστηκε να κάνει εκστρατεία κατά του αδελφού του, Μιχαήλ, στην Πορτογαλία, που είχε καταλάβει απολυταρχικά την εξουσία μαζί με την μητέρα του, Καρλόττα, αγνοώντας το συμφωνημένο Σύνταγμα. Μονάχα οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Μεξικό τον είχαν αναγνωρίσει.

Ο Πέτρος μπήκε στην Πορτογαλία (Ιούλιος 1832) και δέχθηκε επίθεση από τον στρατό του Μιχαήλ. Η πολιορκία κράτησε έναν χρόνο χωρίς αποτέλεσμα με πολλές ανεπιτυχείς εφόδους και ο Πέτρος έστειλε (Ιούνιος 1833) στην Αλγκάρβε ναυτικό απόσπασμα, οπότε υπήρχαν τώρα δύο πεδία δράσης.

Τον Αύγουστο του 1833, ο Μαρσάλ Σαλντάνiα έσπασε την πολιορκία και ο Πέτρος έφτασε στην Λισσαβώνα. Οι μεγάλες πόλεις της Πορτογαλίας Λισσαβώνα και Πόρτο ήταν υπό τον έλεγχο των δημοκρατικών· αντίθετα οι απολυταρχικοί είχαν υπό τον έλεγχο τους τις αγροτικές περιοχές με την υποστήριξη και της εκκλησίας.

Τελικά η Μαρία ντε Γκλόρια ανακηρύχθηκε βασίλισσα με αντιβασιλέα τον ίδιο τον Πέτρο, που απέλυσε τους υπουργούς του Μιχαήλ, τους κληρικούς και σφετερίστηκε την εκκλησιαστική περιουσία.

Τον Απρίλιο του 1834, η τετραπλή συμμαχία Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Ισπανία και Πορτογαλία συμφώνησαν να εξορίσουν με κάθε τρόπο τον δον Μιχαήλ από την Πορτογαλία και τον δον Κάρλος από την Ισπανία. Αυτό σήμανε και το τέλος του πολέμου, αφού ο Μιχαήλ δεν ήθελε να μπει στην δοκιμασία ενός πολέμου με τις μεγάλες δυνάμεις. Παραδόθηκε υπό όρους, ενώ αρνήθηκε να φύγει εξορία.

Ο Πέτρος πέθανε 35 ετών από φυματίωση στα ίδια τα ανάκτορα που γεννήθηκε. Η σορός του (1972) επιστράφηκε στον τόπο που τον ανέδειξε, την Βραζιλία.

Κληρονόμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την πρώτη του σύζυγο Μαρία Λεοπολδίνα (1797 - 1826) παιδιά του ήταν :

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Fausto, Boris. A Concise History of Brazil. Translated by Arthur Brakel. New York: Cambridge University Press, 1999.
  • Manchester Alan K. The Paradoxical Pedro, First Emperor of Brazil. The Hispanic American Historical Review, Vol. 12, No. 2. (May, 1932), pp. 176-197.