Συμπόσιο (Πλατωνικός διάλογος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Plato-raphael.jpg

Πλάτων, λεπτομέρεια στο κέντρο της σύνθεσης του Ραφαήλ «Σχολή των Αθηνών»

{{

Platonis Opera, ed. John Burnet, Oxford University Press, 1903 (Συμπόσιον)

}}
Phaistos glyph 12.svg
Κείμενο του Συμποσίου σε πάπυρο

Απόδοση στη νεοελληνική

Το Συμπόσιο είναι ένας από τους Σωκρατικούς διαλόγους του αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου Πλάτωνα, μαθητή τού Σωκράτη. Θεωρείται ένας από τους καλύτερους του συγγραφέα και ένα από τα ωραιότερα δημιουργήματα της αρχαίας λογοτεχνίας. Ο χρόνος συγγραφής του τοποθετείται μετά το έτος 385 π.Χ. από όλους εκείνους, οι οποίοι σχετίζουν όσα λέγονται για το σκόρπισμα των Μαντινιέων σε χωριά [193a].[1]

Μέρη του διαλόγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο θα μπορούσε να χωριστεί σε τρία αυτοτελή μέρη.

  • Στο πρώτο μέρος περιλαμβάνεται η Εισαγωγή και οι πέντε λόγοι Περί έρωτος,
  • Στο δεύτερο ο λόγος του Σωκράτη και
  • Στο τρίτο η είσοδος και ο λόγος του Αλκιβιάδη.

Στο μεταξύ, πριν από τα τρία μέρη, προηγείται ένας πρόλογος σε μορφή διαλόγου ανάμεσα στον Απολλόδωρο και μερικούς φίλους του, στους οποίους ο συγγραφέας εσκεμμένα δεν προσδίδει κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμα, παρά μόνο πως είναι πλούσιοι και συνεπώς όχι επαγγελματίες διανοούμενοι. Από αυτούς μιλάει μόνο ένας, επίσης ανώνυμος, ο οποίος παρακινεί τον Απολλόδωρο να διηγηθεί τις συζητήσεις περί έρωτος που είχαν γίνει στο συμπόσιο του Αγάθωνα με την ευκαιρία της νίκης του στους δραματικούς αγώνες των Ληναίων του 416 π.Χ..

Σκηνικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νεαρός ποιητής Αγάθωνας κέρδισε το βραβείο στα Λήναια το έτος 416 π.Χ., επί άρχοντος Ευφήμου (Αθήν. 217α). Την επόμενη μέρα όμως κάλεσε σε συμπόσιο όλους τους εξέχοντες άνδρες της αριστοκρατικής τάξης της Αθήνα|Αθήνας, επειδή την προηγούμενη μέρα δεν είχαν μπορέσει να παρευρεθούν στην γιορτή. Στο συμπόσιο πήραν μέρος ο Αριστόδημος, ο Φαίδρος, ο Αγάθωνας, ο γιατρός Ερυξίμαχος, ο Παυσανίας, ο Αριστοφάνης, ο Αλκιβιάδης και αργότερα ο Σωκράτης, ο οποίος αρχικά δίσταζε να παρευρεθεί και περίμενε έξω από την πόρτα ακούγοντας τα λεγόμενα. Η πρώτη μας επαφή με τον Σωκράτη γίνεται στο ενδιάμεσο του κειμένου, τη στιγμή που αυτός εμφανίζεται στο συμπόσιο. Οι παρευρισκόμενοι αποφασίζουν να περάσουν τη βραδιά όχι με άγριο φαγοπότι, αλλά όμορφα και διαλεκτικά, συζητώντας γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα. Το θέμα του συμποσίου είναι λοιπόν η αναζήτηση της υφής του έρωτα: «τι είναι ο έρωτας;»

Δομή του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το συμπόσιο του Πλάτωνα του Άνσελμ Φόιερμπαχ.

Σχεδόν ολόκληρος ο διάλογος είναι σε μορφή αφήγησης από τον Απολλόδωρο στον Εταίρο, έναν φίλο του στον δρόμο για την Αθήνα. Ο Απολλόδωρος άκουσε τη συζήτηση από τον Αριστόδημο, ο οποίος συμμετείχε στο συμπόσιο, και πιθανότατα ο Πλάτωνας έλαβε γνώση των λεγομένων από τον αδερφό του ή από τον ακατονόμαστο φίλο.

  • Η συζήτηση αρχίζει με τον λόγο του Φαίδρου, που υποστηρίζει, ότι ο Έρωτας είναι ένας από τις αρχαιότερες θεότητες. Ενώ ένας πιστός φίλος είναι η μεγαλύτερη ευτυχία, ο έρωτας είναι αυτός που μας κάνει να κάνουμε τις ηρωικότερες πράξεις.
  • Ο Παυσανίας φέρνει τον έρωτα σε σχέση με την θεά Αφροδίτη, και υποστηρίζει ότι όπως η Αφροδίτη έχει δύο φύσεις, την ανθρώπινη και την θεϊκή, έτσι και ο έρωτας έχει δύο μορφές. Ο σαρκικός έρωτας αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση, ενώ ο ανώτερος έρωτας επιφέρει την παντοτινή ένωση με τον αγαπημένο ή την αγαπημένη.
  • Ο γιατρός Ερυξίμαχος από ιατρικής άποψης βλέπει τον έρωτα σαν μια συγκυρία τεσσάρων ερωτικών δυνάμεων που κατοικούν μέσα στο ανθρώπινο σώμα: η ζέστη, το κρύο, η πίκρα και η γλύκα.
  • Ο Αριστοφάνης επιχειρεί να αποδείξει την δύναμη του έρωτα με τον μύθο των σφαιρικών ανθρώπων, που ήταν ερμαφρόδιτοι. Είχαν τόσο μεγάλη δύναμη, που οι θεοί τους έκοψαν στην μέση και από τότε το ένα μισό αναζητάει το άλλο.
  • Ο Αγάθων με μεγάλη ρητορική ικανότητα και με την βοήθεια λογικών αποδείξεων λέει πως ο έρωτας είναι ένας θεός που είναι αιώνια νεαρός, τρυφερός, πανέμορφος, δίκαιος, σώφρων, τολμηρός και σοφός. Προς τιμή του τραγουδάει και έναν ύμνο.
  • Εκείνη την στιγμή παρουσιάζεται ο Σωκράτης, ο οποίος λέει ότι δεν ξέρει να πει τίποτα. Η ιέρεια Διοτίμα όμως του ανέθεσε να μεταφέρει ότι ο έρωτας είναι ένας δαίμονας, που μεσολαβεί μεταξύ των θνητών και των αθανάτων.
  • Ξαφνικά εμφανίζεται ο Αλκιβιάδης, πολύ μεθυσμένος και με την μορφή ενός Διόνυσου. Όλοι οι παρευρισκόμενοι θέλουν να τους κάνει παρέα, αλλά ο Αλκιβιάδης στρέφεται μόνο στον Σωκράτη και τον επαινεί.

Η συζήτηση συνεχίζεται όλη τη νύχτα, και με άφθονο φαγητό και κρασί. Μόνον ο Σωκράτης παραμένει νηφάλιος, αν και πίνει περισσότερο από τους άλλους. Την επόμενη μέρα θα ξεκινήσει πρωί-πρωί για να κάνει τις καθημερινές του ασχολίες, μαζί με τον μαθητή του, τον Αριστόδημο.

Ο μύθος της Διοτίμας (201d-212c)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

-Καλά, Σωκράτη, δεν γνωρίζεις, είπε γελάσασα η σοφή Διοτίμα, ότι ο Έρως είναι παιδί του Πόρου και της Πενίας!

- Μα γι΄αυτό ακριβώς ήρθα μέχρι τη μακρινή Μαντίνεια, Διοτίμα, γιατί έχω ανάγκη από δασκάλους.

« Την ώρα λοιπόν που γεννήθηκε η Αφροδίτη είχανε τραπέζι οι Θεοί και οι άλλοι και ο γιος της Μήτιδος, ο Πόρος. Όταν πια αποδείπνησαν, καθώς δα ἠτανε συμπόσιο, ήλθε για να επαιτήσει η Πενία και έστεκε στις θύρες. Ο Πόρος τότε μεθυσμένος από το νέκταρ, γιατί κρασί δεν ύπαρχε (sic) ακόμα, μπήκε στον κήπο του Διός βαρύς-βαρύς και αποκοιμήθηκε. Η Πενία λοιπόν έχοντας στο νού της, εξαιτίας που ήταν άπορη, να κάμει παιδί με τον Πόρο, ξαπλώνεται κοντά του και συνέλαβε τον Έρωτα. Για τούτο δα έγινε και της Αφροδίτης συνοδός και δούλος, γιατί γεννήθηκε στα γενέθλια εκείνης και ακόμα γιατί από φυσικού του είναι εραστής της ομορφιάς και η Αφροδίτη είναι δα όμορφη. Επειδή λοιπόν είναι του Πόρου και της Πενίας γιος ο Έρως βρίσκεται σ΄αυτήν εδώ την κατάσταση. Και πρώτα - πρώτα είναι πάντα φτωχός και κάθε άλλο παρά απαλός και τρυφερός, όπως νομίζουν οι πολλοί, αλλά σκληρός και ακατάστατος και ανυπόδητος και άστεγος, πλαγιάζει πάντα χάμω και χωρίς στρώμα, κοιμάται στο ύπαιθρο, στις θύρες και στους δρόμους, έχοντας της μητέρας του τη φύση, πάντα με τη φτώχεια σύντροφος. Και κατά τον πατέρα του πάλιν είναι επίβουλος στους όμορφους και στους καλούς, όντας ανδρείος και φιλοκίνδυνος και σφριγηλός, δεινός κυνηγός, πάντα πλέκοντας κάποια σχέδια κι επιθυμητής της φρόνησης και είναι άξιος και να εύρει φιλοσοφώντας σ΄όλη του τη ζωή, δυνατός γοητευτής και φαρμακευτής και σοφιστής. Και ούτε σαν αθάνατος είναι από τη φύση του ούτε σαν θνητός, αλλά μέσα στην ίδια ημέρα πότε ανθίζει και ζη, όταν εύρει αφθονία, πότε πάλιν πεθαίνει και πάλιν ξαναγεννιέται, γιατί το έχει από τη φύση τού πατέρα του. Και ό,τι κερδίζει πάντα το χάνει έτσι που μήτε άπορος είναι ποτέ ο Έρως μήτε πλούσιος. Και πάλιν είναι ανάμεσα στη σοφία και στην αμάθεια [201d]..[2]  »

Ο έπαινος Σωκράτους του Αλκιβιάδου (212c-222d)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτή η προοικονομία του Σωκράτους επαίνου που θα συνθέσει ο Αλιβιάδης και χάριν ισομετρίας του Συμποσίου[3] γίνεται με μοναδική δεξιοτεχνία και παραστατικότητα: τις επιδοκιμασίες των συμποτών για την ομιλία του Σωκράτη - οπωσδήποτε πολύ λιγότερο ενθουσιαστικές από εκείνες που ξεσήκωσε η ομιλία του Αγάθωνα- και μια προσπάθεια του Αριστοφάνη να διατυπώσει κάποια ένταση για υπαινιγμό που έκανε η Διοτίμα στον λόγου του (205d), διακόπτει βίαια η θορυβώδης εμφάνιση του Αλκιβιάδη, που, μεθυσμένος, φορτωμένος με εορταστικές ταινίες και υποβασταζόμενος από μια αυλήτριδα, απαιτεί να γίνει δεκτός, αυτός και η συνοδεία του, στο τραπέζι του Αγάθωνα.

Αντί να εγκωμιάσει τον έρωτα, προτίμησε να μιλήσει για τον Σωκράτη. Ξεκίνησε τον λόγο του παρομοιάζοντας τον με ένα Σειληνό, κυρίαρχη μορφή των συμποτικών εθίμων, ο οποίος εξωτερικά είναι άσχημος αλλά μέσα του κρύβει στοιχεία άφατης ομορφιάς. Στη συνέχεια, εκδηλώνοντας φόβο και θαυμασμό, δηλώνει την αδυναμία του να αντισταθεί στην ισχυρή έλξη του προς αυτόν, παρομοιάζοντάς την με το τραγούδι των Σειρήνων. Αμέσως μετά προχωρά στις προσωπικές του αναμνήσεις για τον Σωκράτη, όπου, μεταξύ των άλλων, τονίζονται η ανδρεία, η αυτοκυριαρχία και η σωφροσύνη του τελευταίου.[212c-222d].

Πρόκειται για μια από τις πλέον εξαιρετικές περιγραφές της επίδρασης μιας προσωπικότητας πάνω σε άλλη, στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.[4]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Εισαγωγή στο Πλάτωνα «Η χρονολόγηση των πλατωνικών διαλόγων», σ. 103, Πανεπιστημιακές παραδόσεις, 1964
  2. Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Εισαγωγή στον Πλάτωνα, σσ. 119-120, Εκδόσεις Εστία, δ΄ έκδοση (1968)
  3. Bury, σσ. XXIII-XXIV
  4. Ιωάννης Συκουτρής, Συμπόσιον του Πλάτωνα, σσ. 159-180

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Droz G., Les mythes de Platon (μύθος Διοτίμας)· σελ. 103-112
  • Robin L., Platon, Oeuvres Completes (λόγος Αλκιβιάδη) σελ. CI-CVIII
  • Lesky A., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 723-726

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιωάννης Συκουτρής, Συμπόσιο του Πλάτωνα (1934), έκδοση μοναδική στη διεθνή βιβλιογραφία.
  • Πλάτων, Συμπόσιον, Κάκτος, 2005, ISBN 960-382-667-7.
  • Νικολίτσα Γεωργοπούλου, Ο πλατωνικός μύθος της Διοτίμας, Αθήνα 1986.
  • Πλάτων Συμπόσιον «Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια, υπομνήματα», Ηλίας Σπυρόπουλος, εκδ. Ζήτρος, 2004 ISBN 960-8437-23-7
  • Connolly, David, «Τὰ φτερὰ τοῦ ἔρωτα Ἢ ὁ ἔρως ὡς παρόρμηση γιὰ μάθηση», στό: Εἰσηγήσεις σεμιναρίου Πλατωνικῆς Φιλοσοφίας, Ἔρωτας, Παιδεία καὶ Φιλοσοφία, Ἀθήνα, 1989, σσ. 67-82

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα: