Φιδονήσι Εύξεινου πόντου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 45°15′18″N 30°12′15″E / 45.25500°N 30.20417°E / 45.25500; 30.20417

Το Φιδονήσι το 2007

Το Φιδονήσι (Ουκρανικά : Острів Зміїний) είναι νησί του Εύξεινου πόντου που ανήκει στην Ουκρανία στα σύνορα της χώρας με την Ρουμανία κοντά στο Δέλτα του Δούναβη. Το νησί ήταν επίκεντρο συνοριακής διαφοράς μεταξύ Ρουμανίας και Ουκρανίας, τα εδαφικά όρια της υφαλοκρηπίδας γύρω από το Φιδονήσι οριοθετήθηκαν από το Διεθνές Δικαστήριο το 2009[1].

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νησί είναι κυρίως πετρώδες και βρίσκεται 35 χιλιόμετρα από την ακτή, ανατολικά από τις εκβολές του ποταμού Δούναβη. Οι συντεταγμένες του νησιού είναι 45 ° 15'18 "N 30 ° 12'15" E . Το νησί είναι σχήματος Χ, από ΝΔ προς ΒΑ έχει μήκος 690 μέτρα από 682 μέτρα από ΒΔ προς ΝΑ, καλύπτει μια έκταση 0,205 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το ψηλότερο σημείο του είναι 41 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Η πλησιέστερη πόλη είναι στην ακτή της Ρουμανίας η Σουλινάς σε απόσταση 45 χιλιομέτρων. Η πλησιέστερη πόλη της Ουκρανίας είναι η Vylkove σε απόσταση 50 χλμ χιλιομέτρων.

Μέχρι το τέλος του 2011 στα παράκτια ύδατα της νήσου καταγράφηκαν 58 είδη ψαριών (12 από τα οποία περιλαμβάνονται στο κόκκινο βιβλίο της Ουκρανίας)[2], επίσης έχουν καταγραφεί έξι είδη καβουριών. Με το προεδρικό διάταγμα της 9ης Δεκεμβρίου 1998, αριθμός 1341-1398, το νησί και τα παράκτια ύδατα κηρύχθηκε προστατευόμενη περιοχή. Η συνολική προστατευόμενη περιοχή καλύπτει 232 εκτάρια.

Πληθυσμός και υποδομές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της νήσου

Το Φιδονήσι έχει περίπου 100 κάτοικους[3], ως επί το πλείστον συνοριοφύλακες στρατιωτικοί με τις οικογένειές τους και τεχνικό προσωπικό. Από το 2003 με πρωτοβουλία του Εθνικού πανεπιστημίου της Οδησσού δημιουργήθηκε θαλάσσιος ερευνητικός σταθμός στον οποίο επιστήμονες και φοιτητές από το πανεπιστήμιο κάθε χρόνο διεξάγουν έρευνες για την τοπική πανίδα, τη χλωρίδα, τη γεωλογία, μετεωρολογία, ατμοσφαιρική χημεία, Υδροβιολογία, κλπ.

Το νησί είναι σήμερα αποστρατιωτικοποιημένο και με ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης. Σύμφωνα με συνθήκη μεταξύ της Ρουμανίας και της Ουκρανίας το 1997, οι ουκρανικές αρχές απέσυραν μια μεραρχία, κατεδάφισαν το στρατιωτικό ραντάρ , και δημιούργησαν νέες υποδομές για εγκατάσταση πολιτών. Οι διεθνείς σχέσεις Ρουμανίας και Ουκρανίας κλονίστηκαν όταν η Ρουμανία ισχυρίστηκε ότι το νησί δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα βράχο στη θάλασσα. Τον Φεβρουάριο του 2007 η Ουκρανική πλευρά ενέκρινε τη δημιουργία αγροτικού οικισμού ως μέρος της πόλης Vylkove που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση, ωστόσο το νησί κατοικείται από πριν.

Στο Φιδονήσι υπάρχει ένα ελικοδρόμιο που κατασκευάστηκε το 2002, μια προβλήτα για πλοία με βύθισμα έως 8 μέτρων ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η κατασκευή λιμένα. Η ηλεκτρική ενέργεια παρέχεται από έναν σταθμό ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιεί ηλιακή ενέργεια και ντίζελ για την παραγωγή ρεύματος. Στο Φιδονήσι υπάρχουν ακόμα ένας ερευνητικός σταθμός, ταχυδρομείο, τράπεζα (υποκατάστημα της Ουκρανικής τράπεζας "Aval"), σταθμός πρώτων βοηθειών, πάροχος δορυφορικής τηλεόρασης, τηλεφωνικό δίκτυο, και σύνδεση στο ίντερνετ. Τα περισσότερα κτίρια του οικισμού βρίσκονται είτε στο κέντρο του νησιού ή στην περιοχή της προβλήτας.

Φάρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φάρος

Ο Φάρος στο Φιδονήσι χτίστηκε το φθινόπωρο του 1842[4] από το στόλο της Μαύρης Θάλασσας της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Ο φάρος είναι ένα οκταεδρικό κτήριο σε σχήμα, 12 μέτρα ύψος, που βρίσκεται κοντά στη ψηλότερη περιοχή του νησιού, 40 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Ο φάρος χτίστηκε σε θέση που προηγουμένως υπήρχε ο αρχαίος ναός του Αχιλλέα. Τα απομεινάρια του ελληνικού ναού βρέθηκαν το 1823.

Το 1860 προστέθηκαν νέοι, σύγχρονοι τότε, λαμπτήρες που αγοράστηκαν στην Αγγλία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1890 εγκαταστάθηκε λάμπα κηροζίνης με φωτιστικό εξοπλισμό και εκ περιτροπής με φακούς. Η εγκατάσταση αυτή βελτίωσε την ορατότητα στον φάρο μέχρι και τα 20 μίλια (32 χλμ.).

Ο φάρος υπέστη σοβαρές ζημιές κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου από την σοβιετική αεροπορία που κατά την γερμανική υποχώρηση. Ο φάρος αποκαταστάθηκε στο τέλος του 1944, το 1949 ανακατασκευάστηκε και εξοπλίστηκε εκ νέου από τον στόλο της Μαύρης Θάλασσας. Ο φάρος αναβαθμίστηκε περαιτέρω το 1975 και το 1984. Το 1988 προστέθηκε ο ραδιοφάρος "KPM-300" που έδινε ραδιοσήμα στα 150 μίλια (240 χιλιόμετρα).

Τον Αύγουστο του 2004 ο φάρος εξοπλίστηκε με έναν ραδιοφάρο "Yantar-2M-200" που παρέχει σήμα διόρθωσης διαφορικό αλλά δορυφορικό σύστημα πλοήγησης GPS και GLONASS .

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νησί πήρε το όνομά του από τους αρχαίους Έλληνες που το ονόμαζαν "Λευκός", παρομοίως αργότερα ονομάστηκε από τους Ρωμαίους ως "Άλμπα", πιθανώς λόγω των σχηματισμών λευκού μαρμάρου που υπάρχουν στο νησί. Αργότερα ονομάστηκε "Νησί του Αχιλλέα" και κτίστηκε ιερό του ήρωα. Στο νησί βρέθηκαν ερείπια ναού του θεού Απόλλωνα ενώ υπάρχουν και βυθισμένα ερείπια κτιρίων.

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία τα σώματα του Αχιλλέα και του Πάτροκλου έφερε στο νησί η Θέτιδα μετά τον θάνατο τους στον Τρωικό πόλεμο. Το νησί αναφέρεται από πολλούς αρχαίους συγγραφείς όπως ο Οβίδιος, ο Πτολεμαίος και ο Στράβων[5]. Το νησί περιγράφεται και από τον Πλίνιο στην φυσική ιστορία του , IV.27.1. Στο Φιδονήσι έχουν βρεθεί πολλές αρχαίες επιγραφές .

Το φιδονήσι , πίνακας του Κάρλο Μποσσόλι

Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποκαλούνταν από τους Έλληνες Φιδονήσι όπου επικράτησε έως σήμερα. Το νησί έδωσε το όνομά του στη ναυμαχία μεταξύ του Οθωμανικού και Ρωσικού στόλου το 1788, κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πόλεμου του 1787-1792 .

Το 1829, μετά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829 , το νησί έγινε μέρος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας μέχρι το 1856. Το 1877, μετά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878 , η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέλαβε το νησί και το έδωσε μαζί με τη Βόρεια Δοβρουτσά στη Ρουμανία, ως αποζημίωση για τη ρωσική προσάρτηση της νότιας Βεσσαραβίας.

Μέχρι το 1948 το φιδονήσι θεωρούνταν μέρος της ρουμανικής παράκτιας πόλης Σουλιμά. Το 1948 οι Σοβιετικοί ανάγκασαν την ρουμανική πλευρά (κατεχόμενη από τα σοβιετικά στρατεύματα) να αποδεχθεί τη «μεταφορά» του φιδονησίου στη Σοβιετική Ένωση, καθώς και να δεχθεί να μετακινήσει τα ρουμανικά σύνορα στο Δέλτα του Δούναβη προς τα δυτικά, προς όφελος της ΕΣΣΔ. Η Ρουμανία αμφισβήτησε έντονα την εγκυρότητα αυτής της «συνθήκης», δεδομένου ότι δεν επικυρώθηκε ποτέ από καμία από τις δύο χώρες και θεωρεί το φιδονήσι ρουμανικό έδαφος.

Την ίδια χρονιά, το 1948, κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου , η Σοβιετική ένωση έχτισε στο νησί ραντάρ. Σε συνθήκη μεταξύ Ρουμανίας και ΕΣΣΔ που υπογράφηκε στο Βουκουρέστι στις 27 Φεβρουαρίου 1961 αναγνωρίστηκε η κατοχή του Φιδονησίου από την ΕΣΣΔ.

Μεταξύ 1967 και 1987, η ΕΣΣΔ και η ρουμανική πλευρά ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Η ρουμανική πλευρά αρνήθηκε να δεχθεί την Σοβιετική προσφορά για ορισμό υφαλοκρηπίδας από 4000 έως 6000 τετραγωνικά χιλιόμετρα γύρω από το νησί. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 το φιδονήσι πέρασε στην επικράτεια της Ουκρανίας. Η Ρουμανική πλευρά διεκδίκησε εκ νέου το νησί. Σύμφωνα με τη ρουμανική πλευρά, στις συνθήκες ειρήνης του 1918 και 1920 (μετά τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο), το νησί θεωρήθηκε μέρος της Ρουμανίας, και δεν αναφέρθηκε στην συνθήκη του 1947 που ανακαθόρισε τα σύνορα μεταξύ της Ρουμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης .

Το 1997, η Ρουμανία και η Ουκρανία υπέγραψαν μια συνθήκη με την οποία και τα δύο κράτη επιβεβαιώνουν ότι τα υφιστάμενα μεταξύ τους σύνορα είναι απαραβίαστα και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να απέχουν, τώρα και στο μέλλον, από οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια κατά των συνόρων, καθώς και από οποιαδήποτε άλλη απαίτηση, ή πράξη, την κατάσχεση και σφετερισμό μέρους ή του συνόλου του εδάφους του συμβαλλόμενου μέρους. Ωστόσο, οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι η κάθε πλευρά μπορεί να πάει στο Διεθνές Δικαστήριο για να διεκδικήσει οριστική απόφαση.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 2004, η ρουμανική πλευρά έφερε την υπόθεση κατά της Ουκρανίας στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης (ICJ), η υπόθεση αφορούσε τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ των δύο κρατών στη Μαύρη Θάλασσα[6]. Στις 3 Φεβρουαρίου 2009, το Διεθνές Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του και οριοθέτησε οριστικά τα θαλάσσια σύνορα των δύο χωρών[7].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Snake Island (Black Sea) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Επιπλέον ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα