Λάμπρος Κωνσταντάρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λάμπρος Κωνσταντάρας
Konstantaras.jpg
Πραγματικό όνομα Λάμπρος Κωνσταντάρας
Γέννηση 13 Μαρτίου 1913
Κολωνάκι, Αθήνα
Θάνατος 28 Ιουνίου 1985 (72 ετών)
Βούλα Αττικής
Εθνικότητα Ελληνική
Υπηκοότητα Ελληνική
Είδος Τέχνης Θέατρο, Κινηματογράφος
Καλλιτεχνικά ρεύματα Κωμωδία
Σημαντικά έργα Υπάρχει και φιλότιμο,
Η βίλα των οργίων,
Τι 30, τι 40, τι 50,
Κάτι κουρασμένα παλικάρια
Βραβεύσεις Βραβείο Α' ανδρικού ρόλου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1969 για την ταινία Ο μπλοφατζής.

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας (13 Μαρτίου 191328 Ιουνίου 1985) υπήρξε Έλληνας ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Ήταν αδελφός της ηθοποιού Μίτσης Κωνσταντάρα και πατέρας του πρώην βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Δημήτρη Κωνσταντάρα ο οποίος του χάρισε δυο εγγόνια, την Παυλίνα το 1974 και τον Λάμπρο το 1979. Γεννήθηκε στην οδό Πλουτάρχου 13 στο Κολωνάκι και πέθανε στο «Ασκληπιείο» της Βούλας. Νωρίτερα (1978 και 1983) είχε υποστεί δύο εγκεφαλικά επεισόδια.

Το 1930 κατατάχθηκε μετά από επιμονή της οικογένειάς του και χωρίς την δική του θέληση στην Σχολή Υπαξιωματικών Ναυτικού στην Κέρκυρα, από όπου τελικά δραπέτευσε κολυμπώντας. Γλύτωσε το Στρατοδικείο μετά από ενέργειες της οικογένειάς του. Το 1934 μετέβη στο Παρίσι προκειμένου να σπουδάσει χρυσοχόος, με σκοπό να αναλάβει στην συνέχεια το οικογενειακό χρυσοχοείο στο κέντρο της Αθήνας. Εγκατέλειψε τις σπουδές του κι έκανε διάφορες δουλειές, ώσπου τον ανακάλυψε ο Γάλλος σκηνοθέτης Λουί Ζουβέ να παίζει ως κομπάρσος σε θεατρική παράσταση. Σπούδασε ηθοποιός στο θέατρο «Ατενέ» και το καλοκαίρι του 1938 επέστρεψε στην Ελλάδα, ξεκινώντας πλέον καριέρα ηθοποιού.

Διακρίθηκε στο ρόλο του ώριμου, πλούσιου και γυναικά (Ο άνθρωπος που έσπαγε πλάκα, Η Βίλα των Οργίων, Τι 30, τι 40, τι 50 κλπ.) ή του «πατέρα» αρκετών γνωστών σταρ της εποχής (Η Αλίκη στο Ναυτικό, Χτυποκάρδια στο θρανίο, Υιέ μου, υιέ μου κλπ). Παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο την ηθοποιό Γιούλη Γεωργοπούλου το 1945 και σε δεύτερο τη Φιλιώ Κεκάτου το 1971. Τα τελευταία χρόνια τα πέρασε στην Βάρκιζα. Κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Ο γνωστός κριτικός Κώστας Γεωργουσόπουλος αναφέρει στον πρόλογο του βίβλιου του γιου του ηθοποιού, Δημήτρη Κωνσταντάρα "Μέσα απ'τα δικά μου μάτια" για τον Λάμπρο Κωνσταντάρα :

"Εδώ και 40 χρόνια με ακολουθεί μια συνταρακτική θεατρική σκηνή. Είναι μια από τις σπάνιες εκείνες στιγμές που ο χρόνος παγώνει, η ροή ανακόπτεται και το παν, ακινητεί. Μία χειρονομία, μια κραυγή, μια γυρισμένη πλάτη, ένα τικ, μια είσοδος, μια έξοδος, μας πιστοποιούν πόσο μεγάλη τέχνη είναι η υποκριτική και πως μπορεί να πυκνώσει σε μια στάση ή έναν ήχο, το συνταρακτικό γεγονός της υπάρξεως, μέσω της μίμησης πράξεων.

Ήταν το 1956 στο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, όταν ο θίασος του Μάνου Κατράκη έπαιξε το έξοχο αντιπολεμικό έργο του Σέριφ "Το τέλος του ταξιδιού. Στο φινάλε του πρώτου μέρους μέσα στο αμπρί έχει μείνει ένας αξιωματικός μόνος, που έπρεπε να πάρει μιαν απόφαση θανάτου.Να αποφασίσει μιαν έξοδο χωρίς ελπίδα καμιά.

Τον ρόλο έπαιζε ο Λάμπρος Κωνσταντάρας. Όταν έμεινε μόνος,άναψε το τσιμπούκι του και το κάπνισε, όπως το τελευταίο τσιγάρο ο κατάδικος πριν από την εκτέλεση. Πλάτη στο κοινό, ο μεγάλος εκείνος ηθοποιός, με λιτότητα, με εσωτερική συγκίνηση, βίωσε μιαν εκρηκτική σιωπή που θαρρείς πως κράτησε αιώνες.

Θεωρώ αυτήν την υποκριτική στιγμή, ανάλογη με την έξοδο του Μινωτή ως "Οιδίποδα στον Κολωνό", την πλάτη του Κατράκη στον "Ηλίθιο", τον κυνηγημένο "Ορέστη" του Κωτσόπουλου στις "Χοηφόρες", τον θρήνο της Εκάβης-Παξινού όταν αντικρύζει τον Πολύδωρο, το "τικ" της Λαμπέτη-Μπλανς όταν της περνάνε τον ζουρλομανδύα, του Χορν στην "Εξομολόγηση του Ριχάρδου του Β΄".

Ο Κωνσταντάρας ήταν ένας υπέροχος ηθοποιός ρυθμού. Είχε τη σπάνια αίσθηση του θεατρικού χρόνου. Εβίωνε τις παύσεις και γέμιζε συναίσθημα τις σιωπές. Γνώριζε την αξία του δραστικού λόγου, δηλαδή τον τρόπο να λειτουργούν οι λέξεις,ως ήχοι που κινητοποιούν το σώμα και ωθούν τη δράση. Για αυτό έπαιξε δράμα, κομεντί, κωμωδία και φάρσα χωρίς διάκριση με την αυθεντία που προκύπτει από την τέλεια κατοχή των εκφραστικών μέσων.

Το μεγάλο πιθανόν κοινό τον γνώρισε από τις κινηματογραφικές του επιτυχίες, όπου κυριαρχούσε συνήθως η εικόνα ενός πληθωρικού, ώριμου μπον βιβέρ. Ακόμα, μπορεί να τον αναγνώριζε στις έξοχες μπαλαφαρίες του και στους αυτοσχεδιαστικούς οίστρους του. Όμως, πίσω από την καθόλου εύκολη αυτή, από αποψέως τεχνικής, εικόνα, υπήρχε ο Κωνσταντάρας για την άρτια τεχνική, τη δραματική στόφα, τη γαλλική χάρη και την άτεγκτη επαγγελματικότητα.

Χαριτωμένος άνθρωπος, καλλιεργημένος, στοχαστικός στην πραγματικότητα, παρόλη τη γλεντζέδικη ζωή του, ένας μοναχικός και εσωστρεφής καλλιτέχνης, γέμισε τη ζωή μας με ρυθμούς, ανεπανάληπτους χαρακτήρες, ευφάνταστους τύπους και πλούτισε την παραστασιολογία με σημάνσεις που δημιούργησαν πρότυπα. Το γεγονός πως δεν μπόρεσε κανείς να τον μιμηθεί και κανείς δεν τον αντικατέστησε σημαίνει ότι προσκόμισε στο θέατρό μας μια σπάνια υποκριτική γνησιότητα και μια βαθιά χαρακτηρολογική ελληνικότητα. Ήταν ένας Ζαν Γκαμπέν, ένας Ζαν Μαραί, ένας Φερναντέλ και ένας Λουί ντε Φυνές ταυτοχρόνως!»


Το 2008 ένα θέατρο στο Αιγάλεω ονομάστηκε «Θέατρο Λάμπρος Κωνσταντάρας» σε αναγνώριση της συνεισφοράς του στο ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο.

Θέατρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας έπαιξε στο ελληνικό θέατρο για 40 χρόνια, μετέχοντας σε 191 παραστάσεις. Εμφανίστηκε σε πολλές ελληνικές πόλεις, καθώς επίσης και στην Κύπρο, την Κωνσταντινούπολη και την Αλεξάνδρεια. Η πρώτη του παράσταση στην Ελλάδα ήταν το καλοκαίρι του 1938 με τον θίασο της Κατερίνας Ανδρεάδη στο έργο «Τα παράσημα της γριούλας» του Φ. Μπάρυ και η τελευταία τον χειμώνα του 1978 με τον θίασο Λάμπρου Κωνσταντάρα - Νίκου Ρίζου - Μάρως Κοντού στο μιούζικαλ «Τρελές επαφές ρωμέικου τύπου» του Κώστα Πρετεντέρη.

Φιλμογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας έπαιξε σε 75 ελληνικές ταινίες, σε τέσσερις που γυρίστηκαν στη Γαλλία την δεκαετία του 1930 («Αν ξανανεβούμε προς τα Ηλύσια Πεδία», «Σχολείο γυναικών», «Κουρσάρος», ενώ είναι άγνωστος ο τίτλος της τελευταίας) και σε μία ελληνική που γυρίστηκε στην Αίγυπτο το 1950, αλλά δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία γι αυτήν την ταινία. Οι ελληνικές ταινίες:

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δημήτρης Κωνσταντάρας, «Λάμπρος Κωνσταντάρας μέσα απ' τα δικά μου μάτια», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1998, ISBN 960-03-1866-2

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]