Τίμος Μωραϊτίνης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Τίμος Μωραϊτίνης (1875 - 22 Σεπτεμβρίου 1952[1]) ήταν Έλληνας θεατρικός συγγραφέας (κωμωδίας - επιθεώρησης), εκδότης, δημοσιογράφος, πεζογράφος και ποιητής.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1875. Εγκαταλείποντας τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αφοσιώθηκε στο χρονογράφημα και την ποίηση. Υπήρξε χρονογράφος για μεγάλο διάστημα στην εφημερίδα «Εμπρός» αλλά και σε πολλές άλλες εφημερίδες και περιοδικά της εποχής. Ασχολούμενος με το θέατρο αναδείχθηκε σπουδαίος θεατρικός συγγραφέας. Ιδιαίτερα σε κωμωδίες και επιθεωρήσεις που στέφθηκαν με πλήρη επιτυχία. Σημαντικότερα εξ αυτών ήταν: «Μαραθώνιος δρόμος» (1906), «Πρωθυπουργίνα» (1908), «Πανόραμα» (επιθεώρηση του 1908), «Εύθυμος χήρος» (1909), «Το τσάι της Νίτσας» (1912), «Βαμπίρ» (1917), «Το παλιοκόριτσο» (1921), «Η επιστροφή των θεών» (1923), «Ένα ταξιδάκι στη Σελήνη» (1924), «Δακτυλογράφος ζητεί θέσιν» (1925), «Μοντέρνο σπίτι» (1926), «Μπερλίνα» (επιθεώρηση), «Αιώνια ζωή» (1929) και «Ιστορία της Αθήνας» (1931).

Στη δεκαετία του 1930 και ειδικότερα στα χρόνια πριν τον Β' Π.Π. υπήρξε η ψυχή της αθηναϊκής αποκριάς. Ήταν αυτός που ανέδειξε την Πλάκα της Αθήνας ως κέντρο του αποκριάτικου κεφιού, από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, αλλά και μετά τον πόλεμο επιμελούνταν των διαφόρων αποκριάτικων εκδηλώσεων. Μία μεγάλη σειρά από ποιήματα αφιερωμένα σε πρόσωπα της αποκριάς,(πιερότους κολομπίνες, μάσκες και κομφετί) αναδείχθηκαν σε σπουδαία τραγούδια της αποκριάς, και του κρασιού. Κάποια δε εξ αυτών ήταν αφιερωμένα και σε λαϊκούς τύπους της παλιάς Αθήνας χάρη των οποίων και διασώθηκαν πολλά λαογραφικά στοιχεία της περιόδου εκείνης. Σημαντικότερες επιθεωρήσεις του εκείνης της εποχής ήταν: «Όνειρο αποκριάτικης βραδυάς», «Τζιτζίκι», «Ξιφίρ Βαλέρ, «Α-μπε-σε-ντέ», κ.ά.

Ο Τίμος Μωραϊτίνης διακρίνονταν για το σπινθηροβόλο αλλά και δροσερό πνεύμα του με μια ρομαντική διάθεση επιστροφής στο παρελθόν θεωρώντας το ωραιότερο και αγνότερο. Στα διάφορα επιθεωρησιακά σκετς καυτηρίαζε τακτικά τις ξένες εκφράσεις, κυρίως γαλλικές, που χρησιμοποιούσαν οι νεόπλουτοι, πολλές φορές αγνοώντας την ακριβή σημασία τους, πλέκοντας παρεμφερείς ή ελαφρά παραποιώντας τις.

Παράλληλα ο Τ. Μωραϊτίνης ασχολήθηκε και με το μυθιστόρημα γράφοντας το «Ολόκληρη ζωή», καθώς και με την ποίηση γράφοντας την ποιητική συλλογή «Φθινοπωρινά φύλλα» ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ασχολήθηκε περισσότερο με την ιστορική λαογραφία της Αθήνας αποδίδοντάς τη επίσης σε ποίηση.

Ο Τίμος Μωραϊτίνης είχε λάβει μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, κατά τον οποίο και τραυματίστηκε, και μέχρι τον θάνατό του σεμνυνόταν για την "επ΄ ανδραγαθία" τιμητική διάκριση που έλαβε από τον Βασιλέα Γεώργιο τον Α΄. Το 1910 διετέλεσε γραμματέας του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηναίων. Τον Σεπτέμβριο του 1912 εξέδωσε την καθημερινή πολιτική εφημερίδα "Ημερήσια Νέα". Το 1938 ανέλαβε πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Συντακτών. Το 1947 η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε το Αριστείο Γραμμάτων.[2]

Ο Τίμος Μωραϊτίνης πέθανε στην Αθήνα το 1952.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πολλά ποιήματα που έγραψε έγιναν σπουδαία τραγούδια που τραγουδιούνται ακόμα και σήμερα. Μεταξύ αυτών είναι τα «Στης Πλάκας τις ανηφοριές», «Εγώ το πίνω», κ.ά. Ειδικότερα για το πρώτο, με το οποίο και "έμαθε η ανθρωπότης πως ο θεός είναι Πλακιώτης", το συνέταξε, όπως ο ίδιος ομολογούσε μέσα από τις θεατρικές παρλάτες που έγραφε, όταν πηγαίνοντας τακτικά στο πατρικό σπίτι της μητέρας του, στην οδό Λυσίου, περιδιάβαινε την Πλάκα καταγράφοντας τις εικόνες της που έβλεπε τότε.
  • Πλούσιο αρχείο με θεατρικά τραγούδια του Τ. Μωραϊτίνη διαθέτει το Μουσείο ελληνικού θεάτρου.
  • Επίσης το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας σ΄ ένα αγώνα που κατέβαλε στη δεκαετία του 1970 διέσωσε πολλά θεατρικά σκετς, σε κείμενα του Τ. Μωραϊτίνη, στις μαγνητοφωνήσεις των οποίων, στους ραδιοθαλάμους Ζαππείου συμμετείχαν εκλεκτοί ηθοποιοί όπως οι αδελφές Άννα και Μαρία Καλουτά, ο Αλέκος Λειβαδίτης κ.ά.π. με κυρίαρχο βέβαια στα τραγούδια του κρασιού τον Πέτρο Κυριακό που απέδιδε θαυμάσια, με τους απαραίτητους λοξιγκισμούς, όπως το «Με λεν μπεκρή! που το ΄χουν βρει;»

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ.14ος, σελ.184-185.
  • Αρχείον οικογενείας Τίμου Μωραϊτίνη ως προς το Αριστείον.