Καύση
Με τον όρο καύση χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε χημική αντίδραση συνοδεύεται από έκλυση θερμότητας και φωτός.
Οι καύσεις είναι εξώθερμες οξειδοαναγωγικές αντιδράσεις.
Παλιότερα ονομάστηκε καύση κάθε αντίδραση με το οξυγόνο (Ο2) που ελευθερώνει θερμότητα και φως. Σήμερα είναι γνωστό ότι και άλλα σώματα εκτός του Ο2 μπορούν να προκαλέσουν διάφορες καύσεις. Τέτοια σώματα είναι το φθόριο (F2), το χλώριο (Cl2) κ.ά. Πάντως, όταν αναφέρεται ο όρος καύση, χωρίς άλλη διευκρίνιση, εννοείται ότι πρόκειται για καύση με οξυγόνο ή με αέρα.
Ειδικότερα οι καύσεις των οργανικών ενώσεων θεωρούμε ότι γίνονται με Ο2 ή με σώματα που περιέχουν οξυγόνο όπως ο αέρας ή το οξείδιο του χαλκού(ΙΙ) (CuO).
Η καύση ενός σώματος πραγματοποιείται σε μια χαρακτηριστική θερμοκρασία που ονομάζεται θερμοκρασία ή σημείο ανάφλεξης του σώματος.
Καύσιμα ή καύσιμες ύλες ονομάζονται τα στερεά, υγρά ή αέρια σώματα που με την καύση τους παράγουν εκμεταλλεύσιμη θερμότητα. Η ελεγχόμενη καύση των καυσίμων σε θαλάμους καύσης χρησιμοποιείται σε μια σειρά από εφαρμογές (π.χ. μηχανές εσωτερικής καύσης, λέβητες) για την παραγωγή θερμότητας και γενικότερα ενέργειας.
[Επεξεργασία] Είδη καύσης
Οι καύσεις διακρίνονται σε πλήρεις ή τέλειες και σε ατελείς ανάλογα με την ποσότητα του Ο2 που είναι διαθέσιμη και τις συνθήκες που επικρατούν κατά τη διάρκειά τους.
- Πλήρης ή τέλεια είναι η καύση που γίνεται με περίσσεια οξυγόνου και δεν περισσεύει άκαυστη χημική ένωση. Η πλήρης καύση είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί και πάντα παραμένει άκαυστη έστω και ελάχιστη ποσότητα χημικής ένωσης.
- Ατελής καύση πραγματοποιείται συνήθως όταν η διαθέσιμη ποσότητα Ο2 είναι μικρότερη από όση απαιτείται σύμφωνα με τη χημική αντίδραση που περιγράφει την τέλεια καύση. Πολλές φορές επίσης, ενώ υπάρχει διαθέσιμη αρκετή ποσότητα οξυγόνου, ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται η καύση είναι τέτοιος, ώστε τελικά να μη χρησιμοποιείται ολόκληρη η ποσότητα του οξυγόνου. Τα προϊόντα της ατελούς καύσης δεν είναι γενικά καθορισμένα.