Καστρί Ευρυμενών Ιωαννίνων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°43′03″N 21°04′00″E / 39.71750°N 21.06667°E / 39.71750; 21.06667

Kastri Kassidiaris.jpg

Καστρί
Παλαιά ονομασία Σιούτιστα
Πληθυσμός 86 (απογραφή 2001)
Υψόμετρο 800
Ταχ. κώδικας 44003
Τηλεφ. κωδικός 26580
Γεωγραφική θέση
Νομός Ιωαννίνων
Διαμέρισμα Ήπειρος
Διοικητική θέση
Κοινότητα Βασιλοπούλου
Δημοτ. Ενότητα Ευρυμενών
Δήμος Ζίτσας

Το Καστρί είναι μικρό ορεινό χωριό του Νομού Ιωαννίνων, κτισμένο κοντά στην κορυφή του όρους Κασιδιάρη και υπαγόμενο στο Δήμο Ζίτσας. Στην περιοχή χρησιμοποιούνται εξίσου συχνά τα παλαιά ονόματα «Σιούτιστα» για το χωριό και «Σιουτιστινός» για τον κάτοικό του, αν και επισήμως καταργήθηκαν το 1950[1].

Η ονομασία Καστρί αποτελεί σύνηθες τοπωνύμιο για ορεινές περιοχές του νομού. Υπάρχει άλλο ένα χωριό στο Λάκμο με το ίδιο όνομα, καθώς και αρκετά υψώματα.

Γεωγραφική θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Καστρί βρίσκεται βορειοδυτικά των Ιωαννίνων, από τα οποία απέχει οδικώς 43 χιλιόμετρα μέσω της παλαιάς εθνικής οδού Ιωαννίνων - Ηγουμενίτσας (Ε92-Ε90). Σε υψόμετρο 800 μέτρων[2], είναι το ψηλότερο από τα χωριά του Κασιδιάρη.

Μοναδική οδός πρόσβασης στο χωριό είναι ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος 4,5 χμ. που το συνδέει με την επαρχιακή οδό Σουλόπουλου - Καλπακίου. Εξυπηρετείται από διπλό δρομολόγιο του ΚΤΕΛ Ιωαννίνων κάθε Παρασκευή, ενώ τις υπόλοιπες ημέρες μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει ταξί, ή το ΚΤΕΛ έως τη διασταύρωση.

Διοικητικά το Καστρί αποτελούσε πάντα προσάρτημα άλλων ΟΤΑ. Τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση της περιοχής (1913) ήταν οικισμός της Κοινότητας Ιερομνήμης, ενώ στη δεκαετία του '20 πέρασε στην Κοινότητα Βασιλοπούλου. Το 1998 τα δύο χωριά εντάχθηκαν στον καποδιστριακό Δήμο Ευρυμενών. Τέλος, ολόκληρος ο δήμος εντάχθηκε το 2011 στον καλλικρατικό Δήμο Ζίτσας.

Δημογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την απογραφή του 2001 το Καστρί έχει μόνιμο πληθυσμό (δήλωσαν ότι κατοικούν στο χωριό) 63 ατόμων[3] κατανεμημένων σε είκοσι νοικοκυριά[4]. Οι άνδρες είναι 27, οι γυναίκες 36 και υπερτερούν οι μεγαλύτερες ηλικίες[5]. Στην κατηγορία του «πραγματικού πληθυσμού», δηλ. όσων βρίσκονταν στο χωριό την ημέρα της απογραφής, ο αριθμός των κατοίκων ανεβαίνει στους 86.[6]

Οι πραγματικοί μόνιμοι κάτοικοι δεν υπερβαίνουν τους είκοσι και πρόκειται κυρίως για γέροντες κτηνοτρόφους - χαρακτηριστικά το Καστρί είναι ένα από τα λίγα ελληνικά χωριά που δε διαθέτει καφενείο ή παντοπωλείο. Ο αριθμός αυτός αυξάνεται μετά το Πάσχα, όταν συνταξιούχοι σιουτιστινοί εγκαταλείπουν τις μόνιμες κατοικίες τους στην Αθήνα ή τα Ιωάννινα για να περάσουν το καλοκαίρι στο χωριό, και υπερβαίνει τους εκατό τον Αύγουστο.[εκκρεμεί παραπομπή]

Δημογραφική εξέλιξη του Καστρίου Ευρυμενών
Έτος Κάτ. Ονομασία ΟΤΑ Έτος Κάτ. Ονομασία ΟΤΑ
1913 114 Σιούτιστα Κοιν. Ιερομνήμης 1961 79 Καστρίον Κοιν. Βασιλοπούλου
1920 104 Σιούτιστα Κοιν. Ιερομνήμης 1971 40 Καστρίον Κοιν. Βασιλοπούλου
1928 124 Σιούτιστα Κοιν. Βασιλοπούλου 1981 45 Καστρίον Κοιν. Βασιλοπούλου
1940 121 Σιούτιστα Κοιν. Βασιλοπούλου 1991 65 Καστρί Κοιν. Βασιλοπούλου
1951 94 Καστρίον Κοιν. Βασιλοπούλου 2001 86 Καστρί Δήμος Ευρυμενών
Έτος: Έτος απογραφής, Κάτ: Πραγματικός πληθυσμός, ΟΤΑ: Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Πηγή: Στέφανος Παππάς, Σύσταση και Διοικητική Εξέλιξη των Κοινοτήτων, των Δήμων & του Νομού Ιωαννίνων, εκδ. ΤΕΔΚΝΙ, 2004, ISBN 960-88395-0-5

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Καστρί ιδρύθηκε από Σουλιώτες φυγάδες ως Σιούτιστα, από το σλαβικό όνομα του Κασιδιάρη που παραπέμπει σε κατσίκα δίχως κέρατα (η ονομασία Κασιδιάρης υιοθετήθηκε αργότερα[7]). Η επιλογή της τοποθεσίας οφείλεται στην ανάγκη πλήρους απόκρυψης από τους τουρκαλβανούς, αφού περιβαλλόμενο κυκλικά από τρεις κορυφές του βουνού, το χωριό δεν ήταν ορατό από πουθενά εκτός από την είσοδό του! Το ακριβές έτος ίδρυσης είναι άγνωστο, αλλά τοποθετείται στα πρώτα χρόνια μετά την κατάλυση της Σουλιώτικης Συμπολιτείας από τον Αλή Πασά (1803).

Οθωμανική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι ό,τι απέμεινε από την ομώνυμη μονή της οθωμανικής περιόδου.

Η πρώτη αναφορά στο χωριό εμφανίζεται στο βιβλίο προσκομιδής της Μονής Σωσίνου.[8] Επίσης ο άγγλος αξιωματικός Πυροβολικού Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ το αναφέρει ως «Shútista» σε περιηγητικό χρονικό που εκδόθηκε το 1835.[9] Σε καταγραφή του 1856 εμφανίζονται 12 σπίτια και 18 οικογένειες και αποκαλείται εθνικό, δηλ. δεν ανήκε σε κάποιο οθωμανικό ίδρυμα ή αξιωματούχο όπως άλλα χωριά της περιοχής. Το 1865 αναφέρεται από τους μουχταροεπιτρόπους του (χαμηλόβαθμοι τοπικοί παράγοντες) ότι λειτουργούσε σχολείο, το οποίο όμως δε λειτουργεί σε αντίστοιχη αναφορά του 1887[8]. Τέλος, στο «σαλναμέ» του βιλαετίου Ιωαννίνων για το οικονομικό έτος 1311 (Μάρτιος 1895 έως Φεβρουάριος 1896), όπου διασώζεται η τελευταία αναλυτική απογραφή της οθωμανικής περιόδου, το χωριό περιλαμβάνει 14 «χανέδες» (οικογένειες) και συνολικά 87 κατοίκους[10].

Κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η κτηνοτροφία - μάλιστα το χωριό διέθετε και ειδική σχετική περιοχή σε απόσταση 2 χιλιομέτρων, τη Σιάνιστα, που σήμερα έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί. Η μικρή (λόγω του πετρώδους εδάφους και του υψομέτρου) γεωργική παραγωγή περιοριζόταν στην καλλιέργεια καλαμποκιού, κρεμμυδιού και κηπευτικών προϊόντων για οικιακή χρήση.

Μνημείο αυτής της περιόδου είναι η μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η οποία βρίσκεται στο βόρειο άκρο του χωριού και σώζεται μονάχα το ταπεινό καθολικό της - τα κελιά της καταστράφηκαν από πυρκαγιά σε αποθηκευμένα σιτηρά το 1944[11]. Ελλείψει σχετικής τεκμηρίωσης, δεν είναι γνωστό εάν η μονή ιδρύθηκε μαζί με το χωριό ή πρόκειται για μετεξέλιξη παλαιότερης. Σίγουρα πάντως για κάποιο διάστημα κατά το 19ο αι. το μοναστήρι λειτούργησε και ως θεραπευτήριο για ψυχικά ασθενείς.

Ελεύθερη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά την κατακύρωση των Ιωαννίνων στην Ελλάδα με τη λήξη του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου (1913), το 1917 η περιοχή κατελήφθη από ιταλικά στρατεύματα που επεδίωκαν την προσάρτηση τμήματός της στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος. Μαρτυράται ότι τμήμα του χωριού είχε δει με συμπάθεια την ιταλική κατοχή για πρακτικούς λόγους, ελπίζοντας πως θα απήλλασσε τον Κασιδιάρη από το «κατσαπλίκι» (ζωοκλοπή). Μάλιστα ο πρόεδρος κι ο γραμματέας του χωριού συνελήφθησαν ως ζωοκλέφτες και εγκλείσθηκαν σε φυλακή στην Ιταλία[11].

Την ίδια περίοδο η μονή αγόρασε μικρά χωράφια στην κοιλάδα του Άνω Καλαμά (έξω από το χωριό Μαζαράκι) προερχόμενα από εγκαταλελειμμένα τουρκικά τσιφλίκια, με χρήματα που πιθανώς προέρχονταν από δωρεές ληστών[11]. Κάποια χωράφια δόθηκαν επίσης στις οικογένειες του χωριού με αναδασμό, όταν εγκαθιδρύθηκε οριστικά η ελληνική κυριαρχία. Η περιοχή αυτή έως σήμερα αποκαλείται «Καλύβια Σιουτιστινά» από τα πρόχειρα παραπήγματα όπου διέμεναν οι χωριανοί, όταν κατέβαιναν στον κάμπο για τις αγροτικές εργασίες.

Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο ξεκίνησε η περίοδος της μαζικής μετανάστευσης. Η αρχή έγινε από μέλη του Δημοκρατικού Στρατού που διέφυγαν σε χώρες του ανατολικού μπλοκ. Ακολούθησε στα επόμενα χρόνια η πλειοψηφία του χωριού σε αναζήτηση καλύτερης τύχης, με προορισμό κυρίως την Αθήνα ή τη Δυτική Γερμανία και λιγότερο προς την Αυστραλία. Το Δημοτικό Σχολείο έκλεισε οριστικά το καλοκαίρι του 1955. Η εσωτερική μετανάστευση συνεχίσθηκε έως και τη δεκαετία του '80 με δύο μορφές - είτε ως πλήρης μετοίκηση των οικογενειών, είτε ως μετανάστευση των ανδρών της οικογένειας.

Οι πρώτες EOKικές επιδοτήσεις προς τους λίγους εναπομείναντες κτηνοτρόφους ανέκοψαν προσωρινά την τάση πλήρους ερήμωσης. Η σύνδεση με το δίκτυο της ΔΕΗ και η διάνοιξη αμαξιτής οδού (μέσα δεκαετίας '80), καθώς και η δημιουργία δικτύου ύδρευσης (1993), ώθησαν πολλούς ξενιτεμένους να κτίσουν σπίτια στο Καστρί για τους θερινούς μήνες.

Αξιοθέατα - Εκδηλώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τέμπλο της μονής.

Το σημείο εισόδου στο Καστρί ονομάζεται «Καραβάκια», διότι όταν σκοτεινιάζει τα χωριά της κοιλάδας φαίνονται σαν φωτισμένα πλοία. Ο ταξιδιωτικός συγγραφέας Στ. Ψημένος περιγράφει ότι στην ανάβαση θα απολαύσετε εκπληκτική θέα προς την κοιλάδα του Καλαμά (...) και πέρα ως τις κορυφές της Τύμφης. Εάν μάλιστα τύχει να περάσετε από εδώ φθινόπωρο ή άνοιξη μετά από βροχή ή βοριαδάκι και η ατμόσφαιρα έχει καθαρίσει, ελάτε οπωδήποτε στο Καστρί γιατί τέτοια θέα μόνο οι ορειβάτες απολαμβάνουν. [12]. Επίσης από το χωριό ξεκινά ήπιο ορειβατικό μονοπάτι (χωρίς σήμανση) που οδηγεί στην κορυφή του Κασιδιάρη (1329).

Σημείο αναφοράς του Καστρίου και μοναδικό τεχνητό αξιοθέατό του είναι το καθολικό της κατεστραμμένης μονής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, του οποίου οι τοιχογραφίες έχουν μερικώς αποκατασταθεί. Στον περίβολο του ναού γίνεται κάθε χρόνο τριήμερο πανηγύρι από τις 14 έως τις 16 Αυγούστου. Την ευθύνη της εκδήλωσης έχει η αδελφότητα «Άγιος Γεώργιος», η οποία εδρεύει στην Αθήνα και έχει μέλη όσους έχουν γεννηθεί ή κατάγονται από το χωριό. Με πόρους από συνδρομές και δωρεές, η αδελφότητα υπήρξε επίσης εκ των βασικών χρηματοδοτών των έργων συντήρησης και ανάδειξης του μοναστηριού. Άλλη τοπική εορτή είναι του Αγίου Γεωργίου, πολιούχου του χωριού.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μετονομασίες των οικισμών Ηπείρου και Θεσσαλίας, από την ιστοσελίδα του Δημήτρη Λιθοξόου.
  2. Ελλάς - οδικοί και τουριστικοί χάρτες, σελίδα 232. Εκδόσεις Σ. Καπρανίδης & Ν. Φώτης, 1996.
  3. Μόνιμος πληθυσμός - Απογραφή 2001, από την ιστοσελίδα της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας.
  4. Νοικοκυριά και Πυρηνικές Οικογένειες - ό.π.
  5. Μόνιμος πληθυσμός κατά φύλο και ομάδες ηλικιών - ό.π.
  6. Πραγματικός πληθυσμός - ό.π.
  7. Γνωριμία με τον τόπο μου, Γυμνάσιο Παρακαλάμου, 2003-4.
  8. 8,0 8,1 Αναφορά στο Καστρί από τον ιστοχώρο του Δήμου Ευρυμενών.
  9. William Martin Leake, Travels in Northern Greece, volume iv, σελ. 94. Εκδόσεις J. Rodwell, London, 1835.
  10. Μιχάλης Κοκολάκης, Η τουρκική στατιστική της Ηπείρου στο σαλμανέ του 1895, κατάλογος ναχιγιέ Κουρέντων. Διαθέσιμο σε ψηφιακή μορφή στο Αποθετήριο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.
  11. 11,0 11,1 11,2 Γρηγόρης Μηλιώνης, «Καστριώτικα». Ιστοριοδιφική εργασία που δημοσιεύθηκε στον Παλμό του Καλαμά (φύλλο 166, Ιούλιος-Αύγουστος 2008), βασιζόμενη σε μαρτυρίες γερόντων που κατέγραψε ο συγγραφέας το 1983.
  12. Στέφανου Ψημένου «Ανεξερεύνητη Ήπειρος», σελίδα 580. Εκδόσεις Road, 2007, ISBN 978-960-8189-43-0.