Κοινότητα (τοπική αυτοδιοίκηση)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Κοινότητα είναι ένας συνήθης όρος της τοπικής αυτοδιοίκησης, ο οποίος ορίζει μια διοικητική μονάδα. Η εν γένει θέση της στη διοικητική ιεραρχία δεν είναι σταθερή, αλλά αλλάζει ανάλογα με τη χρονική περίοδο και τη χώρα στην οποία αναφερόμαστε. Στην Ελλάδα σημαίνει τη χαμηλότερη υποδιαίρεση ενός δήμου, ενώ στο πρόσφατο παρελθόν (έως το 2010) σήμαινε έναν μικρό οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης.

Κοινότητες στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1912-2010: Η κοινότητα ως ΟΤΑ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H κοινότητα θεσπίσθηκε ως οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) το 1912 επί Ελ. Βενιζέλου, με το νόμο ΔΝΖ 1912 Περί Δήμων και Κοινοτήτων. Για την ακρίβεια το προσχέδιο όριζε ως πρωτοβάθμιο ΟΤΑ το δήμο και έκανε διάκριση ανάμεσα σε «αστικούς» και «αγροτικούς», όμως στην τελική μορφή του νόμου ο όρος αγροτικός δήμος είχε αντικατασταθεί από την κοινότητα.

Η κοινότητα ήταν λοιπόν ο ΟΤΑ που συγκροτείτο έξω από τα όρια των πόλεων και αποτελείτο από μία κωμόπολη ή από ένα χωριό και τους εξαρτώμενους από αυτό οικισμούς. Συγκεκριμένα κοινότητες ορίστηκαν όλοι οι συνοικισμοί με πληθυσμό πάνω από «300 κατοίκους και σχολείο στοιχειώδους εκπαιδεύσεως», ενώ ακόμη και συνοικισμοί με λιγότερους από 300 κατοίκους με σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης μπορούσαν να γίνουν κοινότητες αρκεί να το ζητούσαν πάνω από το 50% των εκλογέων κατοίκων, αλλά και συνοικισμοί με λιγότερους από 300 κατοίκους, χωρίς καν σχολείο, αρκεί να το ζητούσαν πάνω από το 50% των κατοίκων και ταυτόχρονα να είχαν περιουσία που να απέδιδε πάνω από 2.000 δραχμές εκείνη την εποχή, ή τέλος αν ήταν ήδη έδρες Δήμων. Υπεύθυνο για τη διοίκησή της ήταν το Κοινοτικό Συμβούλιο. Επικεφαλής του τελευταίου ήταν ο κοινοτάρχης ή πρόεδρος, ο οποίος άλλοτε εκλεγόταν άμεσα από το λαό, άλλοτε έμμεσα από το συμβούλιο.[1]

Τη δεκαετία του '80 δόθηκαν κάποια κίνητρα στις κοινότητες να συνενωθούν και να συγκροτήσουν ευρύτερους δήμους (Ν. 1416/84 και 1622/86), όμως η ανταπόκριση υπήρξε χλιαρή. Έτσι σε γενικές γραμμές, το σχήμα που είχε εισαγάγει η κυβέρνηση Βενιζέλου, διήρκεσε μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα, με τη χώρα να διαθέτει 5.318 κοινότητες και 457 δήμους[2].

Το 1999 τέθηκε σε εφαρμογή το Πρόγραμμα Ι. Καποδίστριας (Ν. 2539/97) της κυβέρνησης Κ. Σημίτη, βάσει του οποίου οι περισσότερες κοινότητες καταργήθηκαν διά της - συνήθως αναγκαστικής - συνένωσης με γειτονικούς δήμους ή μεταξύ τους, δημιουργώντας νέους δήμους που είθισται να αποκαλούνται «καποδιστριακοί». Οι κατηργημένες κοινότητες συνέχισαν κατά κάποιον τρόπο να υφίστανται, αποτελώντας διαμερίσματα των νέων δήμων, όμως πλέον τα συμβούλια τους (Διαμερισματικά Συμβούλια) είχαν μόνο εισηγητικό χαρακτήρα.

Παρ' όλα αυτά 124 κοινότητες συνέχισαν να υπάρχουν, συνήθως σε δυσπρόσιτες ορεινές περιοχές (τις καλούμενες «χειμάζουσες», π.χ. Κοινότητα Παύλιανης) και πολύ μικρά νησιά (π.χ. Κοινότητα Καστού), ή σε χωριά με μεγάλο συμβολικό-ιστορικό βάρος που θεωρητικά θα υποβιβάζονταν εάν έχαναν την αυτονομία τους ως ΟΤΑ (π.χ. Κοινότητα Σουλίου)[3].

Μετά το 2011: Μεταβολή της σημασίας του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Coat of Arms of Greece (Monochromatic).svg Ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση
Βαθμός Ο.Τ.Α. Υποδιαιρέσεις
α΄ Δήμος  •  Δημοτική ενότητα
 •  Κοινότητα
β΄ Περιφέρεια  Περιφερειακή ενότητα

Το 2011 τέθηκε σε εφαρμογή η «νέα διοικητική αρχιτεκτονική» της Ελλάδας (Ν.3852/2010 ή Πρόγραμμα Καλλικράτης), η οποία:[4]

α) Κατήργησε όλες τις εναπομείνασες κοινότητες, εντάσσοντάς τες υποχρεωτικά σε κάποιον δήμο.

β) Καθιέρωσε τον όρο τοπική κοινότητα ως ονομασία για όλα τα δημοτικά διαμερίσματα των καταργούμενων δήμων (οι οποίοι μετονομάστηκαν σε δημοτικές ενότητες των «καλλικρατικών»). Οι κοινότητες με πληθυσμό άνω των 2.000 κατοίκων - ή 1.000 για νησιά - αποκαλούνται δημοτικές κοινότητες, ενώ οι μικρότερες τοπικές κοινότητες. Αυτή η τελευταία διάκριση είναι κατά βάση τεχνητή και αφορά τον αριθμό των μελών του συμβουλίου της κοινότητας και το εύρος των αρμοδιοτήτων του, οι οποίες σε κάθε περίπτωση είναι αποκλειστικά εισηγητικές και επικουρικές[εκκρεμεί παραπομπή].

Επομένως στην ελληνική αυτοδιοικητική ορολογία από το 2011 και μετά, η κοινότητα δεν παραπέμπει σε α΄βάθμιο ΟΤΑ, αλλά σε υποδιαίρεση της βασικής διαίρεσης του δήμου.

Αυτοδιοικητική χρήση εκτός Ελλάδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αρκετά κράτη του εξωτερικού δεν υπάρχει ειδική λέξη για το δήμο, αλλά χρησιμοποιείται η αντίστοιχη λέξη της κοινότητας. Έτσι για παράδειγμα στη Γαλλία ο δήμος ονομάζεται commune, στην Ιταλία comune, στη Γερμανία Gemeinde. Αυτό έχει τις ρίζες του στις μεσαιωνικές παραδόσεις των παραπάνω χωρών, όταν η κοινότητα ήταν συνώνυμη των όρκων αμοιβαίας υποστήριξης που έδιναν οι κάτοικοι μιας πόλης.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]