Κατσίκα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κατσίκα
Ιρλανδέζικη κατσίκα
Ιρλανδέζικη κατσίκα
Κατάσταση διατήρησης
Εξημερωμένο
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Αρτιοδάκτυλα (Artiodactyla)
Οικογένεια: Βοοειδή (Bovidae)
Υποοικογένεια: Αιγώδη (Caprinae)
Γένος: Αιξ (Capra)
Είδος: C. aegagrus
Υποείδος: C.a. hircus
Τριώνυμο
Capra aegagrus hircus (Αιξ ο αίγαγρος ο τράγος, Αιξ ο αίγαγρος ο αίγος)[1]
Λινναίος, 1758

Η οικόσιτη κατσίκα (επιστημονική ονομασία: Αιξ η κατοικίδιος, Capra aegagrus hircus - Αιξ ο αίγαγρος ο τράγος ή Αιξ ο αίγαγρος ο αίγος[1]), γίδα ή αίγα, είναι υποείδος της εξημερωμένης κατσίκας και κατάγεται από την άγρια (μη εξημερωμένη) κατσίκα της Νοτιοδυτικής Ασίας και της Ανατολικής Ευρώπης. Πρόκειται για ζώο μηρυκαστικό, της οικογένειας των βοοειδών και της τάξης των αρτιοδάχτυλων. Μαζί με το πρόβατο θεωρείται από τα πρώτα ζώα που εξημερώθηκαν από τους ανθρώπους. Εκτρέφονται για το γάλα, το κρέας και για το τρίχωμά τους.[2] Τον τελευταίο αιώνα έγιναν δημοφιλή ζώα και ως κατοικίδια[3] Εχθροί της είναι τα σαρκοφάγα ζώα και τα αρπακτικά πουλιά. Η ευκολία στην απόκτηση και στη συντήρησή της, έκανε πολλούς να τη χαρακτηρίσουν «αγελάδα του φτωχού».

Ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατσίκα λέγεται και γίδα ή αίγα. Οι αρσενικές κατσίκες καλούνται τράγοι. Το νεαρό άτομο των δύο φύλων καλείται κατσίκι ως την ηλικία του ενός έτους και βετούλι από τον πρώτο ως το δεύτερο χρόνο του. Η εγχώρια (ντόπια) ελληνική κατσίκα έχει διάφορα ονόματα ανάλογα με τα χρώματά της. Έτσι, η μαύρη κατσίκα λέγεται κόρμπα, η μαύρη με κοιλιά κίτρινη γκιόσα, η κοκκινωπή κάμπινα, η ασπρόμαυρη μπάρτσα, η σταχτιά κανούτα, καφετί κανέλλα και η άσπρη φλώρα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κατσίκες φαίνεται να εξημερώθηκαν σχεδόν 10.000 χρόνια πριν στα Όρη του Ζάγρου στο Ιράν.[4] Ζώα αγροδίαιτα, ευκίνητα και έξυπνα, αποτέλεσαν ένα από τα πρώτα ζώα που εξημερώθηκαν από τον άνθρωπο.

Ανατομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περισσότερες κατσίκες από τη φύση τους έχουν δύο κέρατα, των οπόίων το σχήμα και το μέγεθος ποικίλλει ανάλογα με τη ράτσα. Υπάρχουν και μερικά θηλυκά με κέρατα. Υπάρχουν και κατσίκες χωρίς κέρατα ή και με πολλά κέρατα (μέχρι και 8). Το τελευταίο πιστεύεται ότι είναι γενετικό χαρακτηριστικό και, το οποίο κληρονομείται και είναι σπάνιο φαινόμενο. Τα κέρατα της κατσίκας είναι φτιαγμένα από οστά και περιβάλλονται από κερατίνη και άλλες πρωτεΐνες. Χρησιμοποιούνται ως μέσο άμυνας και κυριαρχίας.[5] Το κεφάλι τους είναι μακρύ και τα μάτια τους ζωηρά.[6]. Η κατατομή τους και η γραμμή στη ράχη είναι ευθύγραμμες.

Ολόκληρο το σώμα τους καλύπτεται από τρίχωμα, διαφορετικό σε μήκος και χρώμα ανάλογα με τη ράτσα. Και τα δύο φύλα έχουν γένι. Μερικές φυλές προβάτων και κατσικών φαίνονται να έχουν ομοιότητες, ωστόσο διαφέρουν στην ουρά. Τα πρόβατα έχουν ουρές που κρέμονται προς τα κάτω και είναι συνήθως πιο μακριές από τις ουρές των αιγών.

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατσικάκι 2 μηνών.

Σε ορισμένα κλίματα, οι κατσίκες μπορούν να ζευγαρώνουν οποιαδήποτε ημέρα του χρόνου Γενικά, το ζευγάρωμα γίνεται περίπου μέσα στο Σεπτέμβριο και η κύηση διαρκεί 148 ημέρες. Συνήθως γεννούν ένα κατσίκι ή δίδυμα, τα οποία τα θηλάζουν.

Συχνά οι εκτροφείς των αιγών κάνουν και τεχνητή γονιμοποίηση, για να διασταυρώσουν ράτσες.

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τρέφεται με φύλλα, τρυφερούς βλαστούς και μικρά κλαδιά από δέντρα, στα οποία σκαρφαλώνει η ίδια. Ενίοτε είναι καταστροφική για τα δέντρα, καθώς δεν τα αφήνει να αναπτυχθούν. Πολλές φορές τρώει ακόμα και πικρά φυτά, που δεν τρώνε τα άλλα ζώα[7], όπως το πρόβατο.

Χρησιμότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τόσο ζωντανή όσο και νεκρή, η κατσίκα είναι πολύ χρήσιμη για τον άνθρωπο. Εκτρέφεται για το γάλα, το κρέας της και το μαλλί της. Επίσης, το δέρμα και η κοπριά της κατσίκας είναι εξίσου χρήσιμα (το πρώτο κυρίως για την κατασκευή υποδημάτων και ασκιών και η τελευταία ως λίπασμα).

Γάλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατσίκα με το 4 ημερών μικρό της.

Η γαλακτοπαραγωγή της εγχώριας κατσίκας διαρκεί 6 μήνες και φθάνει το ενάμισι λίτρο ημερησίως. Το γάλα της μπορεί να καταναλωθεί φρέσκο, αν και συνιστάται η παστερίωση, με σκοπό την απομάκρυνση των μικροβίων, όπως ο Staphylococcus aureus και η Escherichia coli.[8]

Το γάλα της κατσίκας είναι πυκνότερο από της αγελάδας

Από το γάλα της αίγας παράγεται τυρί, βούτυρο, παγωτό και άλλα προϊόντα. Το κατσικίσιο γάλα μπορεί να αντικαταστήσει το αγελαδινό για όσους είναι αλλεργικοί στο τελευταίο.[9].

Το βούτυρο της κατσίκας είναι λευκό, επειδή οι αίγες παράγουν γάλα με την κίτρινη ουσία Β- καροτίνη και αυτή μετατρέπεται σε έναν άχρωμο τύπο της βιταμίνης Α.

Το τυρί της αίγας είναι γνωστό ως chèvre στη Γαλλία, από τη γαλλική λέξη για την κατσίκα. Υπάρχουν επίσης οι ποικιλίες τυριού Rocamadour και Montrachet.[10]

Κρέας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κρέας του κατσικιού είναι εξαιρετικό και περιζήτητο, καθώς το κρέας του αρνιού είναι παχύτερο. Η ποιότητά του εξαρτάται και από την ηλικία του ζώου (τα μικρά σε ηλικία ζώα, ερίφια, έχουν καλύτερο κρέας). Η αίγα μαγειρεύεται με διάφορους τρόπους, ενώ από τα φαγώσιμα όργανα της κατσίκας, ο εγκέφαλος, τα πόδια και το κεφάλι της, αποτελούν βάση για σούπες και άλλα φαγητά.

Μαλλί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κούρεμα της κατσίκας γίνεται κάθε άνοιξη. Από αυτό προέρχεται το γιδόμαλλο, που είναι γνωστό με την εμπορική ονομασία μοχέρ (από το αγγλικό mohair). Χρησιμοποιείται κυρίως για την κατασκευή σακιών, καπών και για σακούλες.

Ασθένειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ζώο προσβάλλεται από ασθένειες όπως ο αφθώδης πυρετός και μερικές φορές από εντεροτοξιναιμία, η οποία πολλές φορές προλαμβάνεται με εμβολιασμό. Οι ξένες ράτσες είναι πιο ευαίσθητες και υποφέρουν από λοιμώδεις νόσους, υποβιταμινώσεις, βρουκέλλωση (μελιταίος πυρετός), ο οποίος μπορεί να μεταδοθεί και στον άνθρωπο. Ο εχινόκοκκος είναι σπάνιος στα κατσίκια, σε αντίθεση με τα αρνιά. Παλαιότερα κυρίως, οι κατσίκες προσβάλλονταν από άνθρακα, βδέλλα, ευλογιά και τυμπανίτιδα.

Στη λαογραφία και στη μυθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την έλευση του Χριστιανισμού, η κατσίκα ταυτίστηκε με το διάβολο. Η πιο κοινή μεσαιωνική αναπαράσταση του διαβόλου ήταν με κεφάλι κατσίκας και με κέρατα και γένι, όπως της αίγας.

Ακόμα και σήμερα, η κατσίκα έχει σημαντική θέση στο σατανισμό και στον παγανισμό. Η πεντάλφα, το σύμβολο του σατανισμού, πιστεύεται ότι προήλθε από το σχήμα του κεφαλιού κατσίκας.

Το ζώο αναφέρεται επίσης στη νοβηγική μυθολογία και στο κινέζικο ημερολόγιο. Για το δεύτερο, όσοι γεννήθηκαν στο έτος του Τράγου, θεωρούνται εσωστρεφείς, ντροπαλοί, δημιουργικοί και τελειομανείς.

Πολλά μυθολογικά τέρατα συμπεριελάμβαναν μέρη από το σώμα της αίγας, όπως η Χίμαιρα. Επίσης, στο Δυτικό Ωροσκόπιο, ο Αιγόκερως ως ζώδιο απεικονίζεται με μια κατσίκα με ουρά ψαριού.

Το βρώμιο ονομάστηκε από την ελληνική λέξη «βρόμος» που σημαίνει τη δυσάρεστη μυρωδιά των τράγων.

Σημαντική ήταν η θέση της κατσίκας και στην Αρχαία Ελληνική Μυθολογία καθώς η κατσίκα Αμάλθεια αποτέλεσε την τροφό του θεού των θεών Δία, αποδίδοντάς της οι Αρχαίοι Έλληνες ιδιαίτερη τιμή.

Στη Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κατσίκες αναφέρονται πολύ συχνά στη Βίβλο. Το εν λόγω ζώο θεωρείται αγνό και το έσφαζαν προς τιμήν κάποιου επίσημου καλεσμένου κατά τα εβραϊκά έθιμα Πολλές φορές ένας ηγέτης ή Βασιλιάς συγκρινόταν με τον τράγο που είναι επικεφαλής του κοπαδιού. Στην Καινή Διαθήκη ο Ιησούς Χριστός είπε την παραβολή του Προβάτου και των Κατσικιών (Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, 25).

Επιλεγμένες ράτσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περισσότερες φυλές ανήκουν στο είδος Αιξ η κατοικίδιος. Η εγχώρια φυλή (ντόπια ελληνική γίδα) υπάρχει στον ελληνικό χώρο από τους αρχαιότατους χρόνους και οι αντιπρόσωποί της έχουν κοντό κεφάλι και τραχύ, κοντό τρίχωμα. Ωστόσο, στη χώρα μας, όπως και σε άλλες χώρες, εισήχθησαν και ξένες φυλές, όπως η μαλτέζικη, με καταγωγή από το Σουδάν.

Ξένες ράτσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αγκύρας: Λέγεται και Τιφτίκι. Το τρίχωμά της είναι άσπρο και έχει υφή από μετάξι. Χρησιμοποιείται στην υφαντουργία, ιδίως για την παραγωγή κασμιριών. Μοιάζει πολύ με το πρόβατο.
  • Ελβετική: Προέρχεται από την κοιλάδα Ζάανεν. Αποτελεί μία από τις καλύτερες φυλές και τα είδη της μοιάζουν με μικρές αγελάδες. Είναι ψηλή στο ανάστημα και εντελώς λευκή στο χρώμα. Σπάνια έχει κέρατα. Γεννά 4-6 κατσίκια και παράγει 4-5 λίτρα γάλα ημερησίως.
  • Θιβετιανή: Εκτρέφεται για το εξαιρετικής ποιότητας μαλλί της, από το οποίο κατασκευάζονται κασμίρια.
  • Κασμίρ: Κατάγεται από την Ασία. Έχει μαύρο και στιλπνό τρίχωμα.
  • Μαλτέζικη: Ονομάστηκε έτσι γιατί μεταφέρθηκε από τη Μάλτα το 19ο αιώνα. Κατάγεται από τη Νουβία της Αφρικής. Έχει μεγάλα αυτιά που κρέμονται και είναι μεγαλύτερη από την εγχώρια φυλή. Δεν έχει γένι και σπάνια έχει κέρατα. Γεννά 3-4 κατσίκια και χρησιμοποιείται ως οικόσιτη, καθώς δεν έχει αντοχή στο βάδισμα.
  • Συρίας ή φυλή της Δαμασκού: Φημίζεται για τη γαλακτοπαραγωγή της.
  • Τόγγεμποργκ: Χρησιμοποιείται για παραγωγή γάλακτος.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 αιξ = αίγος = hircus
  2. Coffey, Linda, Margo Hale, and Ann Wells; "Goats: Sustainable Production Overview.
  3. McLeod, Lianne; "Goats as Pets" at About.com.
  4. "Goat busters track domestication", Science News 8 Απριλίου 2000.
  5. Goat Medicine: Horns
  6. Experiments On The Function Of Slit-Form Pupils, Toronto Univ. Studies in Psychology v. 2
  7. "War on Weeds," Rails to Trails Magazine, Spring 2004, p. 3
  8. Ekici, K, &alii; "Isolation of Some Pathogens from Raw Milk of Different Milch Animals", Pakistan Journal of Nutrition v 3 (2004) #3, pp 161-162.
  9. "Milk, goat." The World's Healthiest Foods.
  10. Encyclopedia

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Συλλογικό έργο, Εγκυκλοπαίδεια 2002, τ. 9, εκδ. 1983, σελ. 170-72.
  • Συλλογικό έργο, Νέα Εγκυκλοπαιδεία, εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία, 2006, τ. 12, σελ. 152-53.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Goat της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).