Λεωφορείο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το γνωστότερο μοντέλο λεωφορείου είναι ίσως το Routemaster του Λονδίνου.
Επιβάτες στο εσωτερικό ενός λεωφορείου στην Αθήνα το 2013

Το λεωφορείο είναι ένα όχημα για την μαζική μεταφορά ατόμων. Η λέξη είναι μια εφεύρεση του Κοραή που την μετέφρασε από την λατινική "Omnibus". Η ορολογία χρησιμοποιείται και για το Διαστημικό Λεωφορείο της NASA.

Τα λεωφορεία λειτουργούν συνήθως με κινητήρες ντίζελ ή φυσικού αερίου, ενώ αρκετά διαδεδομένα είναι και τα ηλεκτροκίνητα λεωφορεία (Τρόλεϊ / Trolley). Στην Ελλάδα λειτουργεί το δίκτυο υπεραστικών λεωφορείων ("πούλμαν") των ΚΤΕΛ, ενώ στα αλλα Ευρωπαϊκά κράτη η υπεραστική συγκοινωνία είναι συνήθως ο σιδηρόδρομος.

Το πρώτο λεωφορείο κατασκευάστηκε από τον Καρλ Μπεντς το 1895. Σημαντικοί κατασκευαστές λεωφορείων είναι η σουηδική Volvo, οι γερμανικές Mercedes-Benz και Neoplan, η πολωνική Solaris, η γαλλική Irisbus, η Βουλγαρική Balkancar, και η Ουγγρική Ikarus. Για πολλά χρονια, με τα αμαξοποιεία του Σαρακάκη και της Βιαμάξ υπήρχε και μία μεγάλη βιομηχανία κατασκευής λεωφορείων στην Ελλάδα. Σήμερα κατασκευάζονται λεωφορεία από την ΕΛΒΟ.


Ιστορική εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο λεωφορείο ήταν πιθανότατα μία ιππήλατη άμαξα (παμφορείο) που πραγματοποιούσε διαδρομές στο Παρίσι (1662). Πέρασαν περίπου δύο αιώνες μέχρι να εμφανιστεί το πρώτο αυτοκινούμενο λεωφορείο στο Λονδίνο (1830), το οποίο ήταν μάλλον ατμοκίνητο. Στα τέλη του 19ου αιώνα άρχισαν να κατασκευάζονται οχήματα τέτοιου τύπου με βενζινοκινητήρα (Γερμανία, 1895). Το σχήμα των λεωφορείων άρχισε να παγιώνεται κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα.

Κατηγορίες λεωφορείων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κοινό λεωφορείο. Το λεωφορείο με έναν όροφο επιβατών που το ολικό ύψος του αμαξώματος του, χωρίς να προσμετρούνται λειτουργικές και διακοσμητικές προεξοχές (όπως ανεμιστήρες, καταπακτές, συσκευή κλιματισμού, αεροτομές) δεν υπερβαίνει τα τρία μέτρα και είκοσι εκατοστά (3,20 m).
  • Αρθρωτό λεωφορείο. Είναι λεωφορείο, που αποτελείται από δυο σταθερά τμήματα, τα οποία είναι αρθρωμένα (κατάλληλα, μονίμως και ασφαλώς συνδεδεμένα) μεταξύ τους. Οι χώροι επιβατών κάθε τμήματος επικοινωνούν εσωτερικά μεταξύ τους, ούτως ώστε οι επιβάτες να μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα μεταξύ των τμημάτων του λεωφορείου.
  • Υπερυψωμένο λεωφορείο. Το λεωφορείο, με έναν όροφο επιβατών, που το ολικό ύψος του αμαξώματος του, χωρίς να προσμετρούνται λειτουργικές και διακοσμητικές προεξοχές (όπως ανεμιστήρες, καταπακτές, συσκευή κλιματισμού, αεροτομές) υπερβαίνει τα τρία μέτρα και είκοσι εκατοστά (3,20 m).
  • Διώροφο λεωφορείο. Είναι λεωφορείο ειδικά διαμορφωμένο για να μεταφέρει επιβάτες σε δυο ορόφους. Σ’ αυτά απαγορεύεται η μεταφορά όρθιων επιβατών στον επάνω όροφο.
  • Τρόλεϊ. Είναι λεωφορείο ηλεκτροκίνητο, που ηλεκτροδοτείται από εναέριο δίκτυο υψηλής τάσεως, με το οποίο συνδέεται με ειδικούς αγωγούς.

Μικρολεωφορείο. Είναι λεωφορείο, που διαθέτει το ανώτερο είκοσι δυο (22) θέσεις (εκτός της θέσεως του οδηγού) ή τριάντα εννέα (39) το πολύ θέσεις, αν μεταφέρει παιδιά.

Συνοπτική περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το λεωφορείο είναι όχημα με κινητήρα που διαθέτει τουλάχιστον τέσσερις τροχούς. Τα κύρια μέρη ενός λεωφορείου είναι τα εξής: 1) Ο κινητήρας, που παράγει την κινητήρια δύναμη, και μπορεί να είναι τοποθετημένος στο εμπρόσθιο, οπίσθιο ή κεντρικό τμήμα του λεωφορείου. 2) Το πλαίσιο, που αποτελεί τη φέρουσα κατασκευή του οχήματος, έχει ως σκοπό να υποστηρίζει το αμάξωμα, τον κινητήρα και όλα τα συστήματα μεταδόσεως, διευθύνσεως κλπ. 3) Το αμάξωμα, που χρησιμεύει για να εξασφαλίσει την ασφάλεια, την άνεση των επιβατών και τη μεταφορά των αποσκευών τους.


Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα