Γερμανική ιστορία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Γερμανική ιστορία είναι η ιστορία των Γερμανών από τις αρχές τους μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με διάφορα ευρήματα, η περιοχή της σημερινής Γερμανίας κατοικείται εδώ και 700.000 χρόνια. Οι πρώτοι οικισμοί εμφανίζονται πριν από περίπου 500.000 χρόνια.

Προϊστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μάχη του Τευτοβούργιου δρυμού

Πρώτη φορά αναφέρονται κελτικά και γερμανικά φύλα από τους Έλληνες και Ρωμαίους της προχριστιανικής εποχής. Από το 58 π.Χ. και μετά, τα νερά του Ρήνου αποτελούν φυσικά σύνορα με την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Οι Ρωμαίοι δοκιμάζουν μόνο μία φορά να επεκταθούν ανατολικά του ποταμού (Μεγάλη Γερμανία) με τραγικά γι' αυτούς αποτελέσματα, αφού το 9 μ.Χ. κατασφάζονται στον Τευτοβούργιο Δρυμό. Ο ρωμαίος ιστοριογράφος Τάκιτος γράφει το 98 μια πρώτη ιστορία των γερμανικών περιοχών. Μεταξύ 1ου και 6ου αιώνα τα γερμανικά φύλα εξαπλώνονται στην Ευρώπη και αναμιγνύονται με τους Κέλτες. Μεγάλες εκτάσεις των σημερινών ανατολικών κρατιδίων της Γερμανίας μέχρι το μεσαίωνα ανήκουν πολιτιστικά στον σλαβικό χώρο (Germania Slavica). Κατά τα τέλη του μεσαίωνα οι πληθυσμοί αυτοί γερμανοποιούνται.

Βασίλειο των Φράγκων και Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (800-1806)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπό την ηγεσία του πρώτου αυτοκράτορα στην δυτική Ευρώπη μετά τους Ρωμαίους, του Καρλομάγνου, το Βασίλειο των Φράγκων αγωνίζεται από το 800 και μετά να γίνει πρώτη ευρωπαϊκή δύναμη. Η αυτοκρατορία του όμως δεν θα διαρκέσει για πολύ και τελικά χωρίζεται από τους διαδόχους του στο γαλλόφωνο Δυτικό Βασίλειο των Φράγκων και το γερμανόφωνο Ανατολικό Βασίλειο των Φράγκων.

Στις 2 Φεβρουαρίου του 962 ο Όθων Α΄ στέφεται στη Ρώμη πρώτος αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους.

Το δυτικό βασίλειο εξελίσσεται σε εθνικό κράτος (τη σημερινή Γαλλία), ενώ στην ανατολή τα τοπικά βασίλεια καταφέρνουν να επιβάλλουν όλο και περισσότερο τα συμφέροντά τους, ώστε η Αγία Αυτοκρατορία να διαιρεθεί με την πάροδο των αιώνων σε πολυάριθμα ανεξάρτητα βασίλεια και ελεύθερες πόλεις (Freie Reichsstadt). Μετά τον Τριακονταετή πόλεμο (1618-1648), ο οποίος χωρίζει τη δυτική Ευρώπη σε καθολικούς και προτεστάντες, o αυτοκράτορας της Αγίας Αυτοκρατορίας χάνει την δύναμή του και ντε φάκτο παραμένει συμβολική μορφή.

Ο δρόμος προς το γερμανικό εθνικό κράτος (1806-1871)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάσταση αυτή διατηρείται μέχρι το 1806. Τότε ο αυτοκράτορας της Αγίας Αυτοκρατορίας, Φραγκίσκος Β΄, υποχρεώνεται από τον Ναπολέοντα να παραιτηθεί. Ο Ναπολέων ενώνει πολλά από τα γερμανικά βασίλεια και πολλές από τις ελεύθερες πόλεις (κάποτε περισσότερες από 80) χάνουν την ανεξαρτησία τους.

Το Κογκρέσο της Βιέννης συνεχίζει την πολιτική της ένωσης με αποτέλεσμα της ίδρυσης της Γερμανικής Ομοσπονδίας, η οποία αποτελείται από 38 γερμανικά κράτη. Η ισχυρότερη δύναμη εντός της χαλαρής αυτής ομοσπονδίας είναι η Αυστρία.

Μετά από την αποτυχημένη επανάσταση εναντίον των Αψβούργων στις 11 Μαρτίου 1848, οι συγκρούσεις μεταξύ της Αυστρίας και μιας νέας γερμανικής δύναμης, της Πρωσίας, συνεχώς και αυξάνονται. Το αποτέλεσμα είναι ο Γερμανο-αυστριακός πόλεμος του 1866. Αφού η Πρωσία νικά την Αυστρία, η Γερμανική Ομοσπονδία διαλύεται.

Το Γερμανικό Ράιχ (1871-1945)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Γερμανικό Ράιχ
Ανακήρυξη του Γερμανικού Ράιχ στο υπό κατάληψη Ανάκτορο των Βερσαλλιών, Παρίσι, 1871. Ο Βίσμαρκ στο κέντρο με λευκή στολή. Πίνακας του Anton von Werner

Ομοσπονδιακή Αυτοκρατορία (Kaiserreich)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το Γάλλο-Πρωσικό πόλεμο του 1871/72 ιδρύεται η Γερμανική Ομοσπονδία του Βορρά με πρώτη δύναμη την Πρωσία και δίχως την Αυστρία.

Το ίδιο έτος 1871 οι Γερμανοί ηγεμόνες ανακηρύττουν στα ανάκτορα των Βερσαλλιών την Γερμανική Ομοσπονδιακή Αυτοκρατορία (το Ράιχ) και προσφέρουν το στέμμα στον Γουλιέλμο Α' της Πρωσίας. O Ότο φον Βίσμαρκ ονομάζεται καγκελάριος της αυτοκρατορίας.

Κατά τη δεκαετία του 1880, το Ράιχ αποκτά αποικίες στην Αφρική και στην Ασία.

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκει με την Γερμανική επανάσταση του 1918 και η μοναρχία το τέλος της στο Ράιχ, αλλά και στην Αυστροουγγαρία. Ο Γουλιέλμος Β΄ παραιτείται και το Ράιχ μετατρέπεται σε Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Με την συνθήκη των Βερσαλλιών οι Γερμανοί χάνουν μεγάλες εκτάσεις (στο σύνολο περίπου 11%) του κράτους τους στη Γαλλία, το Βέλγιο, τη Τσεχοσλοβακία, τη Δανία, τη Λιθουανία και τη Πολωνία. Επίσης χάνουν όλες τις αποικίες τους και υποχρεώνονται να πληρώνουν αρκετά μεγάλο ετήσιο ποσό επανορθώσεων στις νικητήριες δυνάμεις για περίπου 80 χρόνια.

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γερμανία της μορφής του Τρίτου Ράιχ ακολουθεί από το 1933 αυστηρή επεκτατική πολιτική: Το 1938 o ηγέτης της Γερμανίας, Αδόλφος Χίτλερ, ενσωματώνει την πατρίδα του Αυστρία (υπό τον πανηγυρισμό μεγάλου μέρους του αυστριακού λαού) στο Ράιχ (προσάρτηση της Αυστρίας). Το ίδιο έτος εξασφαλίζει με την συμφωνία του Μονάχου την προσάρτηση της Σουδητίας (περιοχή Γερμανόφωνων της Τσεχοσλοβακίας) στο Ράιχ.

Με την κατάληψη της υπόλοιπης Τσεχοσλοβακίας, τα άλλα κράτη επιτέλους συνειδητοποιούν ότι η Γερμανία ακολουθεί αχόρταγη επεκτατική πολιτική. Με την γερμανική επίθεση κατά της Πολωνίας την 1 Σεπτεμβρίου 1939 αρχίζει στην Ευρώπη ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο οποίος στοιχίζει τη ζωή σε περίπου 55 εκατ. ανθρώπους. Για το Γερμανικό Ράιχ ο πόλεμος αυτός τελειώνει στις 8 Μαΐου 1945 με συνθηκολόγηση άνευ όρων. Προηγουμένως, στις 30 Απριλίου, ο Χίτλερ αυτοκτονεί στο καταφύγιό του, ενώ οι επιζώντες Ναζιστές και στυλοβάτες του Εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος καταδικάζονται στην Δίκη της Νυρεμβέργης και στις συνακόλουθές της δίκες.

Οι νικητήριες δυνάμεις ΗΠΑ, ΕΣΣΔ και Ηνωμένο Βασίλειο, όπως και η κατοπινή κατοχική δύναμη Γαλλία ιδρύουν στις κατεχόμενες ζώνες τους νέο δημοκρατικό κράτος ενώ η σταλινική Σοβιετική Ένωση ιδρύει σοσιαλιστικό κράτος. Η Γαλλία και η ΕΣΣΔ έχουν επεκτατικούς σκοπούς εις βάρους της ηττημένης Γερμανίας.

Έτσι, η Γερμανία χάνει μεγάλα μέρη της ανατολικής της επικράτειας, κυρίως στην Πολωνία, ενώ το βόρειο τμήμα της ανατολικής Πρωσίας ενσωματώνεται στην ΕΣΣΔ. Οι δυτικές δυνάμεις δέχονται την ιμπεριαλιστική αυτή πολιτική της Σοβιετικής Ενώσεως τον Ιούλιο του 1945 στην Διάσκεψη του Πότσνταμ. Η άμεση συνέπεια είναι ο διωγμός των γερμανικών πληθυσμών της νέας σοβιετικής ζώνης επιρροής, οι περισσότεροι από την Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία (Σουδητία). Το Γερμανικό Γ΄ Ράιχ διαλύεται και στον πυρήνα του δημιουργούνται δύο νέα κράτη: η σημερινή Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (παλαιότερα ανεπισήμως και Δυτική Γερμανία) και η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (η λεγόμενη Ανατολική Γερμανία, DDR), η οποία θα υπάρξει μέχρι το 1990, οπότε και τα δύο αυτά κράτη συνενώνονται αποτελώντας την σημερινή Γερμανία Η Δημοκρατία της Αυστρίας επανιδρύεται με τα παλαιά της σύνορα.

Μεταπολεμική ιστορία (από το 1949)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 23 Μαΐου 1949 ψηφίζεται το σύνταγμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οποία ιδρύεται στις τρεις ζώνες κατοχής των δυτικών δυνάμεων. Η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας ιδρύεται στις 7 Οκτωβρίου 1949 στην σοβιετική ζώνη. Μεγάλες εκτάσεις (της ανατολής) του πρώην Γερμανικού Ράιχ παραχωρούνται στις γειτονικές χώρες. Ο κατοπινός ψυχρός πόλεμος μεταξύ ανατολής και δύσεως χωρίζει την κεντρική Ευρώπη, συμπεριλαμβάνοντας τα δύο γερμανικά κράτη με το λεγόμενο "σιδηρούν παραπέτασμα" (Iron Curtain). Στα τέλη της δεκαετίας του 80 η αλλαγή της ηγεσίας της Σοβιετικής Ενώσεως οδηγεί σε πολιτική σύγκλισης, σε (ειρηνικές) επαναστάσεις και τελικά στην πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας και των άλλων χωρών μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Με την πτώση του σιδηρούν παραπετάσματος στην κεντρική Ευρώπη ανοίγουν και τα σύνορα μεταξύ δυτικής και ανατολικής Γερμανίας.

Ο Χέλμουτ Κολ, πρώτος καγκελάριος της ενωμένης Γερμανίας

Στις 3 Οκτωβρίου 1990 πραγματοποιείται η προσχώρηση της Ανατολικής Γερμανίας στο δυτικό κράτος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Η προσχώρηση αυτή ονομάστηκε γερμανική επανένωση. Οι δυνάμεις κατοχής του Β' Παγκοσμίου Πολέμου εγκαταλείπουν την χώρα, που σημαίνει για την μεγαλωμένη πλέον Γερμανία την επανόρθωση της ανεξαρτησίας της.