Αρτεμισία Μεσσηνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Συντεταγμένες: 37°5′59″N 22°13′45″E / 37.09972°N 22.22917°E / 37.09972; 22.22917 Η Αρτεμισία ή παλιότερα Τσερνίτσα, είναι ένα από τα χωριά του Βοριοδυτικού Ταϋγέτου. Μετονομάστηκε από Τσερνίτσα σε Αρτεμισία με Διάταγμα το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ/Α.306/22-12-1927.

Από 1-1-2011 μετά την εφαρμογή του νόμου Καλλικράτη αποτελεί τοπική κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Καλαμάτας του δήμου Καλαμάτας.

Θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό Αρτεμισία βρίσκεται στην Κεντρική λεκάνη συλλογής των υδάτων του ποταμού Νέδοντα και είναι χτισμένο σε λόφο στους πρόποδες του βουνού του Αγίου Γεωργίου, ένα από τα πολλά πρόβουνα του Δυτικού Ταϋγέτου. Το συναντάμε επί της Εθνικής οδού Καλαμάτας-Σπάρτης και απέχει 24 χιλιόμετρα από την Καλαμάτα και 36 χιλιόμετρα από την Σπάρτη, αποτελώντας κόμβο συνάντησης των λεωφορείων της συγκοινωνίας που συνδέει τις δύο πόλεις, καλύπτοντας με παράκαμψη και τα χωριά Πηγές και Αλαγονία.

Έχει υψόμετρο 692 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας.

Η αρχική θέση του οικισμού ήταν διαφορετική από αυτή που βρίσκεται σήμερα. Συγκεκριμένα βρισκόταν στη θέση Κάτω Χώρα, κοντά στο εξωκλήσι της Αγίας Κυριακής, το οποίο αποτελεί τον πρώτο Ναό που χτίστηκε στην Τσερνίτσα. Αυτό προκύπτει από αρχαία ερειπωμένα κτίσματα, οστά καθώς και από άλλα αντικείμενα που βρέθηκαν κατά την διάνοιξη του αγροτικού δρόμου.

Έκταση και Πληθυσμός (απογραφή 1928 - 2011)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τοπική Κοινότητα Αρτεμισίας έχει έκταση 38.797 στρέμματα και είναι το μεγαλύτερο σε έκταση από τα χωριά του Ταϋγέτου της Καλαμάτας. Παρότι στην απογραφή του 1928 είχε 563 άτομα, στην απογραφή του 2011 εμφανίζεται μόνο με 142 κατοίκους.

Η εξέλιξη του πληθυσμού από το 1928 μέχρι το 2011 εμφανίζεται στον ακόλουθο πίνακα:

Κοινότητες/Δ. διαμερίσματα Στρέμματα 1928 1940 1951 1981 1991 2001 2011
Τσερνίτσα (Αρτεμισία) 38.797 563 517 300 239 339 310 142

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι την περίοδο των Μεσσηνιακών Πολέμων στον βόρειο δυτικό Ταΰγετο αναφέρεται να υπήρχε μόνο ο οικισμός Λίμναι στη θέση Βόλιμνος της ευρύτερης περιοχής της Ρογκοζωνίτσας ο οποίος υπαγόταν στη Μεσσηνία. Μετά τη λήξη του 2ου Μεσσηνιακού πολέμου (659 π.Χ.) και την επικράτηση των Λακεδαιμονίων, ο οικισμός διαλύθηκε και άρχισε η δημιουργία του οικισμού της Κάτω Χώρας ο οποίος αρχικά ανήκε στην Λακωνία και μετά στην Μεσσηνία (λόγω έλλειψης σημαντικών και αξιόπιστων πηγών ο ακριβής χρόνος δημιουργίας της Κάτω Χώρας μας είναι άγνωστος).

Οι πρώτες αναφορές για την Αρτεμισία βρίσκονται στους στίχους του Ομήρου, αφού η Αρτεμισία και συγκεκριμένα η Κάτω Χώρα και ο Μελές βρίσκονται στην θέση του αρχαίου οικισμού Δενθάλιοι της αρχαίας Δενθαλιάτιδας Χώρας, με τα πλούσια αμπέλια και το περίφημο κρασί, το Δένθη[1]. Την ίδια περίοδο, ίσως και παλιότερα, υπάρχει ο οικισμός Λίμναι στην περιοχή του Βόλιμνου[2], ο οποίος αποτελούσε θρησκευτικό κέντρο για Μεσσήνιους και Λακεδαιμόνιους, με πιστούς από ολόκληρη την Πελοπόννησο. Επειδή αυτό αποτελούσε ιερό χώρο στα σύνορα της Μεσσηνίας και της Λακωνικής, απετέλεσε και σημείο τριβής και αφορμή έναρξης των Μεσσηνιακών πολέμων.

Από το 25 π.χ. μέχρι τον 8ο αιώνα μ.Χ. ο οικισμός της Κάτω Χώρας ανήκε στην Δενθαλιάτιδα Χώρα η οποία υπαγόταν στη Μεσσηνία, ενώ από το 31 π.χ. μέχρι το 25 μ.Χ. υπαγόταν στη Λακωνία.

Τον όγδοο μ.Χ. αιώνα επί αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνου Ε΄ (Κοπρώνυμος), με την κάθοδο των Σλάβων στην Πελοπόννησο, τα χωριά του Ταϋγέτου δέχτηκαν σημαντικό νέο πληθυσμό και πήραν σλάβικα ονόματα. Το χωριό ονομάστηκε Τσερνίτσα που σημαίνει περιοχή με πολλές μουριές και η περιοχή της αρχαίας Δενθαλιάτιδας, μετονομάζεται από τους Σλάβους Μιλιγγούς σε Κουτσαβές, ή Κουτσαβά και δημιουργήθηκαν έξι χωριά, με κατεύθυνση από Βορρά προς Νότο: Μεγάλη Αναστάσοβα, Σίτσοβα, Μικρή Αναστάσοβα, Τσερνίτσα, Λαδά και Καρβέλη. Τα χωριά αυτά είχαν ως πρόθεμα την λέξη Κουτσαβά, το οποίο σημαίνει περιοχή και οι κάτοικοι ονομάζονταν Κουτσαβίτες, ονομασίες οι οποίες άτυπα χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα χωριά Καρβέλι και Λαδά χρησιμοποιούσαν το πρόθεμα Κουτσαβά ακόμα και μετά την ίδρυση του Νέου Ελληνικού Κράτους.

Με την πάροδο του χρόνου, την επίδραση της Χριστιανικής θρησκείας και κυρίως με την ευεργετική επίδραση που είχε για τους Σλάβους η επικοινωνία και επιμειξία τους με τους Έλληνες Δενθάλιους που είχαν καταφέρει να επιζήσουν, αλλά και τους κατοίκους των γειτονικών περιοχών, με τους οποίους ανέπτυξαν διάφορες σχέσεις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές κ.λπ., οι Σλάβοι των παραπάνω χωριών άρχισαν να αποκτούν Ελληνική συνείδηση, να μιλάνε την Ελληνική γλώσσα και έτσι να εμφανίζονται σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής ως Έλληνες. Με αυτόν τον τρόπο μετά τον εκχριστιανισμό συντελέσθηκε και ο εξελληνισμός τους. Παράλληλα υποχρεώθηκαν σε κάθε χωριό να αποδεχθούν έναν επικεφαλής αρχηγό, ο οποίος όμως διοριζόταν από τον επαρχιακό κυβερνήτη.

Από το 13ο αιώνα, περίοδο της Φραγκοκρατίας, μετά την δημιουργία της καστροπολιτείας του Μυστρά στην Λακεδαίμονα, τα παραπάνω έξι χωριά, διατηρώντας το καθένα χωριστά το Σλαβικό του όνομά π.χ. Σίτσοβα, Τσερνίτσα κ.λπ. εντάχθηκαν στο Μυστρά και όλα μαζί ονομάστηκαν «Πισινά Χωριά», ή «Πισινοχώρια», γιατί τα χωριά αυτά σε σχέση με το Μυστρά, που ήτανε το διοικητικό κέντρο της περιοχής, ήταν χτισμένα στο δυτικό (πισινό) μέρος του Ταϋγέτου, ενώ ο Μυστράς ήτανε χτισμένος στο ανατολικό (μπροστινό) μέρους του Ταϋγέτου.

Όπως ήταν φυσικό η Τσερνίτσα αποτελούσε συνοικισμό των Πισινών Χωριών της Επαρχίας Μυστρά (Λακεδαίμονος), ο οποίος περιελάμβανε και τον οικισμό Κάτω Χώρα.  

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας τα Πισινά Χωριά εξακολούθησαν να ανήκουν στο πασαλίκι (Επαρχία ) του Μυστρά. Το Πασαλίκι του Μυστρά ήταν το μεγαλύτερο, τόσο σε έκταση όσο και σε πληθυσμό, αλλά και το πλουσιότερο από όλα τα Πασαλίκια του Μοριά. Το γεγονός αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο πασάς του Μυστρά να μην ασχολείται ιδιαίτερα με τα άγονα Πισινοχώρια και οι σκληροτράχηλοι ορεινοί αυτοί βιοπαλαιστές, αποδεχόμενοι το καθεστώς της Διοίκησης κάθε χωριού από τους Κοτζαμπάσηδες (Δημογέροντες), κατά τα πρότυπα της Μάνης, κατάφεραν να απολαμβάνουν ένα καθεστώς ημιαυτονομίας, το λεγόμενο  «κοινοτικό προνόμιο». Σε αυτή την περίπτωση πλήρωναν λιγότερους φόρους και γλίτωναν διάφορες καταπιέσεις από τον Πασά του Μυστρά.

Το καθεστώς αυτό της ημιαυτονομίας έδινε την δυνατότητα σε άλλους καταπιεζόμενους Έλληνες να βρίσκουν καταφύγιο στα χωριά αυτά. Στα Πισινά Χωριά προτίμησαν να εγκατασταθούν επίσης αρκετοί Κρητικοί με τις οικογένειές τους το έτος 1669, μετά την παράδοση του Χάνδακα (Ηράκλειο) στους Οθωμανούς, που πέρασαν στις απέναντι ακτές της Μάνης.

Εκτός όμως από τους Κρητικούς πρόσφυγες και άλλοι Έλληνες κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας άφησαν τον τόπο τους, που δεν τους έδινε ασφάλεια, είτε γιατί ήταν παράλιος, είτε γιατί κατοικούσαν σε αυτόν Τούρκοι και εγκαταστάθηκαν στα Πισινά Χωριά, όπου ήταν ασφαλείς από τις λεηλασίες των πειρατών και από την αρπακτική μανία των Τούρκων. Επίσης οι κλέφτες και αρματολοί, που είχαν βγει στα βουνά για να πολεμήσουν τους Τούρκους, σε αυτά τα χωριά έβρισκαν έστω και προσωρινά στοργή, ανακούφιση και φιλόξενη στέγη. 

Η περιοχή των Πισινών Χωριών (τα σημερινά χωριά του Ταϋγέτου της Καλαμάτας), με το μοναστήρι στο Μαρδάτσι και την Σιδερόπορτα, έπαιξαν στρατηγικό ρόλο και αποτέλεσαν ορμητήρια στην Επανάσταση του 1821, με προπύργιο το μοναστήρι της Βελανιδιάς. Ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς και ο Παπαφλέσσας ξεκίνησαν στις 23 Μαρτίου του 1821 από αυτά τα χωριά και τα μοναστήρια, για να ενωθούν με τους Μαυρομιχαλαίους από τη Μάνη και να πετύχουν την απελευθέρωση της Καλαμάτας.

Το 1837 με Β.Δ. (το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ/Α.80/28-12-1836), τα Πισινά Χωριά αποσπάστηκαν από την Λακωνία,εντάχθηκαν στη Μεσσηνία και μέχρι το 1912 αποτέλεσαν το Δήμο Αλαγωνίας.

Τα έξι χωριά του τέως δήμου Αλαγωνίας ήταν τα εξής:

  1. Αλαγονία / Σίτσοβα
  2. Αρτεμισία / Τσερνίτσα
  3. Καρβέλι / Κουτσαβά Καρβέλι
  4. Λαδά / Κουτσαβά Λαδά
  5. Νέδουσα / Μεγάλη Αναστάσοβα
  6. Πηγές / Μικρή Αναστάσοβα

Ως κεφαλοχώρι, η Τσερνίτσα διατηρούσε δικαστήριο, ληξιαρχείο, αστυνομία και πολλά πανδοχεία. Αποτέλεσε έδρα του Δήμου από 3-3-1841 μέχρι 26-6-1863, από 14-2-1875 μέχρι 26-11-1879 και από 5-12-1907 μέχρι 31-8-1912 που καταργήθηκε ο Δήμος Αλαγωνίας. Την υπόλοιπη περίοδο από την ίδρυση του Δήμου Αλαγωνίας και μέχρι την διάλυσή του, η έδρα του δήμου μεταφερόταν στη Σίτσοβα.

Το 1927 μετονομάστηκε από Τσερνίτσα σε Αρτεμισία με Διάταγμα το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ/Α.306/22-12-1927.

Από 31-8-1912 έως 31-12-1998 η Τσερνίτσα ή Αρτεμίσια, αποτελούσε μαζί με τους οικισμούς Κάτω Χώρα, Θεοτόκος και Άγιος Ιωάννης, αυτόνομη Κοινότητα της Επαρχίας Καλαμών του Νομού Μεσσηνίας.

Από 1-1-1999 έως 31-12-2010 με την εφαρμογή του νόμου Καποδίστριας αποτελούσε μαζί με τους οικισμούς Θεοτόκος και Άγιος Ιωάννης, Τοπικό Διαμέρισμα του Δήμου Καλαμάτας, ενώ μετά την εφαρμογή του νόμου Καλλικράτης ο οποίος δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ/ Α.87/7-6-2010 η Αρτεμισία από 1-1-2011 εμφανίζεται σαν Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Καλαμάτας του Δήμου Καλαμάτας.

Αξιόλογα μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τα κτίσματα της ιστορικής Μονής του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στο Μελέ απέχουν 800 μέτρα ασφαλτοστρωμένου δρόμου από το χωριό, όπου υπάρχουν ερείπια από τη Μεσαιωνική σχολή Μελέ και τα Δημάκεια Εκπαιδευτήρια, στα οποία δίδαξαν σπουδαίοι καθηγητές και ιεράρχες και φοίτησαν μεγάλα ονόματα όπως ο Μπενάκης, ο Μελετόπουλος κ.ά. Κατάλοιπο εκείνων των εκπαιδευτηρίων είναι το σημερινό σχολείο της Αρτεμισίας, στο οποίο πλέον δε φοιτούν μαθητές και χρησιμοποιείται για διάφορες εκδηλώσεις.
  • Η Κάτω Χώρα, όπου υπάρχουν αξιόλογα μνημεία, με ερείπια από παλαιά κτίσματα.
  • Στο Βόλιμνο υπάρχουν ερείπια του ναού της Λιμνάτιδας Αρτέμιδας. Από εκεί ξεκίνησαν οι πολύχρονοι Μεσσηνιακοί πόλεμοι, που κατέληξαν στην κατάληψη των Μεσσηνίων από τους Σπαρτιάτες. Η πρώτη πόλη που υποτάχθηκε ήταν η Άνθεια, το προπύργιο της Μεσσηνίας προς τη Λακεδαίμονα στην σημερινή Θουρία. Ο έφορος αρχαιοτήτων ελληνιστής Λουδοβίκος Ρος, επισκέφτηκε το 1838 τον αρχαιολογικό χώρο στον Βόλιμνο και άφησε τις μαρτυρίες του σε ειδική αναφορά.
  • Το πέτρινο εξάτοξο γεφύρι στη θέση Άγιος Πολύκαρπος ή Λαγού χάνι ή ποταμιά. Είναι πανέμορφο εντυπωσιακό γεφύρι με ομοιόμορφα και ισομεγέθη τόξα χτισμένο το 1901 με την χαρακτηριστική γκρίζα πέτρα της περιοχής, μοναδικό στην Πελοπόννησο σύμφωνα με εκτίμηση του υπευθύνου καταγραφής τεκμηρίωσης πέτρινων γεφυριών Πελοποννήσου Θ. Χαμάκου, στις 14-3-2014.
  • Το πέτρινο δίτοξο γεφύρι του Βυρού, ένα χιλιόμετρο μετά από το γεφύρι του Πολυκάρπου.
  • Το πέτρινο μονότοξο γεφύρι της Ματζίνειας εκατό μέτρα μετά το γεφύρι του Βυρού.
  • Ο Παραδοσιακός Νερόμυλος του Μίμη Γιαννόπουλου. Ο γνωστός Μύλος του Ρεντίφη, ο οποίος βρίσκεται κάτω από το πανέμορφο εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος Αρτεμίσιας, το οποίο ανακατασκευάστηκε εκ θεμελίων από τους Αδελφούς Γεώργιο, Παναγιώτη και Δημήτριο Γιαννόπουλο, μετά τους καταστρεπτικούς σεισμούς το 1986. Το εκκλησάκι αυτό αποτελεί το όριο μεταξύ Αρτεμισίας και Αλαγονίας. Η πρόσβαση στο νερόμυλο του Ρεντίφη γίνεται με αυτοκίνητο ακολουθώντας την παράκαμψη στο 18 χιλιόμετρο της Ε.Ο. Καλαμάτας-Αρτεμισίας-Σπάρτης με κατεύθυνση την Αλαγονία και σε απόσταση 3 χιλιομέτρων. Άλλος εναλλακτικός τρόπος με τα πόδια είναι ο ακόλουθος: Περνάμε από το Γεφύρι του Αγίου Πολυκάρπου, προχωράμε προς το γεφύρι της Ματζίνειας και ακολουθώντας το ημιονικό μονοπάτι βγαίνουμε στον δρόμο προς Αλαγονία που προαναφέραμε. Μετά από 2 περίπου χιλιόμετρα φθάνουμε στο Νερόμυλο .Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά ταχρόνια της κατοχής από τους ΓερμανοΙταλούς ο νερόμυλος αυτός μαζι με άλλους που λειτουργούσαν στην Περιοχή προσέφεραν μεγάλες υπηρεσίες και βοήθησαν πολύ στην αντιμετώπιση της πείνας των χωρικών , γιατί άλεθαν ότι αυτοί τους πήγαιναν (σιτάρι, καλαμπόκι , λούπινα , ρεβίθια ακόμη και βαλανίδια) .Ο νερόμυλος αυτός συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το 1965 ,οπότε διέκοψε τη Λειτουργία του .Πριν μερικά χρόνια ανακαινίστηκε από τον ιδιοκτήτη του Μίμη Γιαννόπουλο και λειτουργεί μόνο την ημέρα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος , για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεώτεροι .Εκτάκτως λειτουργεί μετά από συνενόηση ,κυρίως για λογαριασμό διαφόρων συλλόγων που τον επισκέπτονται .
  • Το παλιό Εργοστάσιο Ξυλοπριστήριο του Ταϋγέτου συντήρησε για 35 χρόνια αρκετές οικογένειες και το 1943 πυρπολήθηκε από τις ομάδες Αντίστασης, με αποτέλεσμα να φύγει η Ιταλική φρουρά. Για τον χώρο αυτό, που αποτελεί χώρο φυσικής ιστορίας για τον Ταΰγετο, πολλές προτάσεις και εξαγγελίες έχουν γίνει για την αξιοποίησή του.
  • Ο Άι-Γιώργης και το Λυκούριο όρος που δεσπόζει απέναντι από το χωριό. Εκεί υπήρχε το φυσικό οχυρό των Δενθιάδων στην αρχαιότητα, ενώ μέχρι σήμερα η περιοχή ονομάζεται Κάστρο. Στην κορυφή του γίνεται μετά το Πάσχα κάθε χρόνο πανηγύρι.
  • Τα παραδοσιακά πανδοχεία πάνω στο δρόμο για το Πέρα και την Καλαμάτα, για πεζούς και για άλογα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αθήναιου Δειπνοσοφισταί
  2. [...]ἔστι δὲ ἐν τῇ μεσογαίῳ κώμη Καλάμαι καὶ Λίμναι χωρίον: ἐν δὲ αὐτῷ Λιμνάτιδος ἱερόν ἐστιν Ἀρτέμιδος...Παυσανία Ελλάδος Περιήγησις, Βιβλίο Δ', 31,3.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]