Δήμος Αλαγονίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Δήμος Αλαγονίας ήταν δήμος του Νομού Μεσσηνίας που ιδρύθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα της 9ης Απριλίου 1835 και καταργήθηκε το 1912.

Έλαβε την ονομασία του από την αρχαία πόλη Αλαγονία η οποία ήταν μία από τις 18 πόλεις του Κοινού των Ελευθερολακώνων. Κατά τον Leake η πόλη βρισκόταν κοντά στο φράγκικο κάστρο Ζαρνάτα. Κατά τον Παυσανία είχε ιερά του Διονύσου και της Άρτεμης και απείχε τριάντα στάδια από την Γερήνια.

Η αρχική σφραγίδα του δήμου ήταν κυκλική, χωρίς έμβλημα. Το έμβλημα της σφραγίδας καθορίστηκε με το ΒΔ της 11ης Οκτωβρίου 1870 (ΦΕΚ 4, σελ.540): «… η του δήμου Αλαγωνίας εν τω μέσω μεν «Άρτεμιν» γύροθεν δε τας λέξεις «δήμος Αλαγωνίας». Συμβολίζει την θεάν του κυνηγίου Λιμνάτιδα Άρτεμιν κρατώσαν εκ των κεράτων έλαφον. Ετέθη διότι εν τη περιφερεία του δήμου υπάρχει ναός εις λατρείαν της θεάς ταύτης …». Είναι δηλαδή εμπνευσμένη από το ιερό της θεάς Άρτεμης που βρισκόταν στον Βόλιμνο. Στο κέντρο απεικόνιζε τη θεά Λιμνάτιδα Άρτεμη η οποία κρατούσε από τα κέρατα ένα ελάφι με γραμμένες γύρω τις λέξεις «ΔΗΜΟΣ ΑΛΑΓΟΝΙΑΣ».

Στην αρχική του σύνθεση περιλάμβανε τους οικισμούς: Σίτσοβα (Αλαγονίας), Μεγάλης Αναστάσοβας (Νέδουσας), Μικρής Αναστάσοβας (Πηγών), Τσερνίτσας (Αρτεμισίας) και Κουτσαβά (Λαδά και Καρβελίου). Στο δήμο συγκαταλέγονταν και τα μοναστήρια: Μαρδακίου (Μεγάλης Αναστάσοβας), Αγίου Αντωνίου (Σίτσοβας), Μελέ (Τσερνίτσας), Σιδηρόπορτας (Καρβελίου), Αγίων Αποστόλων (Μικρής Αναστάσοβας), Αγίου Ιωάννη (Σίτσοβας), Εμιαλών (Καρβελίου), Λαγκάδας (Λαδά), Προφήτη Ηλία (Χανακίων).

Πίνακας περιεχομένων

[Επεξεργασία] Έκταση και Πληθυσμός (απογραφή 1928 - 2001)

Μέχρι σήμερα τα χωριά αυτά εξακολουθούν να διατηρούν την συνοχή τους με τον τίτλο "χωριά τέως δήμου Αλαγονίας", εκδίδοντας και σχετική πολιτιστική εφημερίδα με τον τίτλο "Παναλαγονιακά νέα".

Ο πληθυσμός των χωριών αυτών ως ξεχωριστές κοινότητες από την μετονομασία τους μέχρι το 2001 εμφανίζεται στον ακόλουθο πίνακα:

Κοινότητες/Δ. διαμερίσματα Στρέμματα 1928 1940 1951 1981 1991 2001
Σίτσοβα (Αλαγονία) 22093 941 1029 940 335 410 360
Τσερνίτσα (Αρτεμισία) 38797 563 517 300 239 339 310
Μεγ.Αναστάσοβα (Νέδουσα) 19802 509 591 514 180 206 158
(Κουτσαβά) Καρβέλι 29891 500 515 409 111 180 180
(Κουτσαβά) Λαδά 12597 396 474 308 188 231 223
Μικρή Αναστάσοβα (Πηγές) 11492 275 200 150 115 149 103
Σύνολο Δήμου Αλαγονίας 134672 3184 3326 2621 1168 1515 1334

[Επεξεργασία] Διαμάχη για την έδρα του δήμου

Μεγάλη διαμάχη δημιουργήθηκε για την έδρα του δήμου, αφού επικρατούσε ισχυρό τοπικιστικό στοιχείο και έντονη δράση των τοπικών συσχετισμών. Το αποτέλεσμα ήταν η έδρα να μεταφέρεται από την Τσερνίτσα στη Σίτσοβα και το αντίστροφο, ανάλογα με τον τόπο καταγωγής της εκάστοτε πλειοψηφίας στο δημοτικό συμβούλιο.

Το 1835, έδρα του δήμου ορίστηκε το χωριό Σίτσοβα, με διορισμό του δημάρχου Αναγνώστη Κανελλόπουλου, αγωνιστή του 1821, από την Σίτσοβα και εισπράκτορα τον Ιωάννη Μαντά. Το 1841 τον αντικατέστησε ο δήμαρχος Θεόφιλος Μασουρίδης, αξιωματικός της Φάλαγγας. Στην συνέχεια ξεσπά στον δήμο ένας σκληρός αγώνας εκ μέρους των κυβερνητικών παραγόντων για να ελέγξουν τα δημοτικά πράγματα μια και ο Θεόφιλος Μασουρίδης ήταν αντι-Κωλεττικός. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διχαστούν οι κάτοικοι και να χυθεί αρκετό αίμα. Το έτος 1844 προκειμένου να ελεγχθούν οι εκλογικές διαδικασίες, σκοτώθηκαν τουλάχιστον τρία άτομα, τραυματίστηκαν αρκετά και κάηκε η εκκλησία του χωριού και κάμποσα σπίτια. Όμως παρόλα αυτά οι κάτοικοι εξέλεξαν το 1845 και πάλι τον Θεόφιλο Μασουρίδη, τον οποίο όμως λίγους μήνες αργότερα τον καθαίρεσε η Κυβέρνηση από τα καθήκοντά του, στερώντας του και το δικαίωμα να θέσει υποψηφιότητα στην νέα εκλογική αναμέτρηση.

Είναι η εποχή που κυριαρχεί ο φιλοκυβερνητικός Μέλιος Καλαμαράς, ο οποίος διορίζεται δήμαρχος το 1846, μέσα σε ένα κλίμα εκλογο-νοθείας, εκβιασμών και εγκληματικών πράξεων[εκκρεμεί παραπομπή]. Στις δημοτικές εκλογικές αναμετρήσεις της Αλαγονίας ψηφίζουν πλέον και δεκαπεντάχρονα παιδιά, ενώ αντίθετα στερούνται του δικαιώματος ψήφου, χωρίς αιτία, οι ιδεολογικά αντίθετοι κάτοικοι, πολλοί από τους οποίους για να αποφύγουν σκευωρίες, βασανισμούς και φυλακίσεις, καταφεύγουν όπως και επί τουρκοκρατίας στα βουνά. Μεταξύ αυτών είναι και οι Γ. Σούμπλης, Ι. Βασιλάκης, Σπ. Παπαδέας, Δ. Κοντογιάννης κ.α., οι οποίοι μάταια προσπαθούν να εξασφαλίσουν το δίκαιό τους με μυνητήριες αναφορές και διαμαρτυρίες προς όλες τις κατευθύνσεις. Τελικά ο Θεόφιλος Μασουρίδης θα δολοφονηθεί από τους πολιτικούς του αντιπάλους το 1890.

Το 1863 με το Βασιλικό Διάταγμα της 13ης Μαΐου 1863, το οποίο δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 23/1863, η έδρα μεταφέρθηκε στην Τσερνίτσα. Στις δημοτικές εκλογές του 1866 και του 1870, δήμαρχος Αλαγονίας εκλέχτηκε ο Παναγιώτης Βασιλάκης, αναπτύσσοντας πλούσιο έργο για τον δήμο.

Το 1879 με το Β. Δ. 4/1/1879 το οποίο δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 75/1879, η έδρα μεταφέρθηκε πάλι στη Σίτσοβα. Το 1883, το 1887 και το 1891, εκλέχτηκε δήμαρχος ο Δημήτριος Φιλομήτωρ, ιατρός στο επάγγελμα. Τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Σωτήρος. Την περίοδο 18991907, δήμαρχος είναι ο Δημήτρης Μασουρίδης, γιός του δολοφονηθέντα Θεόφιλου.

Το 1907 η έδρα του δήμου επανήλθε στην Τσερνίτσα με το ΒΔ 24/11/1907 που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 246/1907.

[Επεξεργασία] Κατάργηση του δήμου

Ο δήμος Αλαγονίας, θα σταματήσει να υπάρχει ως Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με τον νόμο ΔΝΖ’ του 1912 και θα διασπαστεί διοικητικά στις παρακάτω κοινότητες:

[Επεξεργασία] Κοινότητα Σίτσοβας

Η κοινότητα αυτή μετονομάστηκε σε "κοινότητα Αλαγονίας" με το Διάταγμα 4.11.1927 (ΦΕΚ Α306/1927). Το 1928 είχε πληθυσμό 941 κατοίκους, το 1940 είχε 1029, το 1951 είχε 940, το 1981 είχε 335, το 1991 είχε 410 κατοίκους εκ των οποίων 330 στην Αλαγονία και 80 στον οικισμό Μαχαλάς. Στην απογραφή του 2001 με τον νόμο Καποδίστρια η Αλαγονία γίνεται δημοτικό διαμέρισμα, και οι κάτοικοι μειώνονται ακόμα περισσότερο σε 289 στην Αλαγονία, ενώ στον Μαχαλά παραμένουν 71.

[Επεξεργασία] Κοινότητα Τσερνίτσας

Η κοινότητα αυτή, μετονομάστηκε με το ίδιο παραπάνω Διάταγμα, σε «Αρτεμισία». Το 1928, είχε πληθυσμό 563 κατοίκους, το 1940 η απογραφή εμφανίζει δύο οικισμούς, την Αρτεμισία με 505 κατοίκους και την «Κάτω Αρτεμισία» (ή Κάτω Χώρα) με 12 κατοίκους. Το 1981 η κοινότητα είχε 239 κατοίκους, το 1991 είχε 327 και ο οικισμός Θεοτόκος 12, ενώ το 2001, με τον νόμο Καποδίστρια η Αρτεμισία γίνεται δημοτικό διαμέρισμα, και οι κάτοικοι είναι 310 (Αρτεμισία 291 και Θεοτόκος 19).

[Επεξεργασία] Κοινότητα Καρβελίου

Η κοινότητα Καρβελίου αναγνωρίστηκε ως αυτοτελής Οργανισμός τοπικής Αυτοδιοίκησης με το Βασιλικό Διάταγμα 31.8.1912 το οποίο δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 262/1912. Την κοινότητα αποτελούσαν οι οικισμοί «Καρβέλι», «Εμιαλοί» και «Χανάκια». Ο οικισμός «Χανάκια», μετονομάστηκε σε «Κάτω Καρβέλι» με το Β.Δ. 18.5.1956 (ΦΕΚ 125/1956). Το 1940 το Καρβέλι είχε 458 κατοίκους, οι Εμιαλοί 55 και τα Χανάκια 2 κατοίκους. Το 1951 το Καρβέλι είχε 365 κατοίκους, οι Εμιαλοί 44 ενώ ο οικισμός Χανάκια δεν φαίνεται να κατοικείται. Το 1981 ολόκληρη η κοινότητα είχε μόνον 111 κατοίκους. Το 1991 οι κάτοικοι αυξήθηκαν σε 180 (94 στο Καρβέλι, 25 στον οικισμό Αγίας Τριάδας, 15 στους Εμιαλούς και 46 στο Κάτω Καρβέλι), ενώ στην απογραφή του 2001 παραμένουν οι ίδιοι 180 αλλά με 74 στο Καρβέλι, 33 στην Αγία Τριάδα, 10 στους Εμιαλούς και 63 στο Κάτω Καρβέλι. Παρατηρήθηκε δηλαδή μια αύξηση στο Κάτω Καρβέλι, αφού αυτό έχει το μοναδικό πλεονέκτημα από όλα τα χωριά της Αλαγονίας, να βλέπει τον Μεσσηνιακό Κόλπο.

[Επεξεργασία] Κοινότητα Μεγάλης Αναστάσοβας

Η κοινότητα αυτή, με το παραπάνω Διάταγμα, με το οποίο μετονομάστηκε και η Αλαγονία και Αρτεμισία, σε κοινότητα «Νέδουσας». Το 1928, είχε πληθυσμό 509 κατοίκους, το 1940 είχε 591 κατοίκους, το 1951 είχε 514 κατοίκους, το 1981 είχε 180. Στην απογραφή του 1991 είχε 206 κατοίκους, ενώ το [2001 μόνον 158 κατοίκους.

[Επεξεργασία] Κοινότητα Μικρής Αναστάσοβας

Η κοινότητα αυτή, μετονομάστηκε με το παραπάνω Διάταγμα, με το οποίο μετονομάστηκε και η Αλαγονία, η Αρτεμισία και η Νέδουσα, σε κοινότητα «Πηγών». Το 1928, είχε πληθυσμό 245 κατοίκους, το 1940 είχε 314 κατοίκους, το 1951 είχε 275 κατοίκους, το 1981 είχε 115. Στην απογραφή του 1991 είχε 149 κατοίκους, ενώ το 2001 μόνον 103 κατοίκους.

[Επεξεργασία] Κοινότητα Λαδά

Η κοινότητα Λαδά αναγνωρίστηκε ως αυτοτελής Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με το Βασιλικό Διάταγμα 31.8.1912 το οποίο δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 262/1912. Το 1928, είχε πληθυσμό 396 κατοίκους, το 1940 είχε 474 κατοίκους, το 1951 είχε 308 κατοίκους, το 1981 είχε 188. Στην απογραφή του 1991 είχε 231 κατοίκους, ενώ το 2001 223 κατοίκους.

[Επεξεργασία] Σλάβοι

Κατά τον αποικισμό των Σλάβων που έγινε στην Πελοπόννησο τον 8ο μ.Χ. αιώνα επί αυτοκράτορος του Βυζαντίου Κωνσταντίνου του Ε', εγκαταστάθηκαν Σλάβοι στη Λακωνία και κυρίως στις πλαγιές του Ταϋγέτου ως ποιμένες ή γεωργοί. Στις ανατολικές πλαγιές του Ταϋγέτου εγκαταστάθηκαν οι Σλάβοι Εζερίτες και στις δυτικές πλαγιές, δηλαδή στην περιοχή της αρχαίας Δενθελιάτιδος χώρας, εγκαταστάθηκαν οι Σλάβοι Μεληγγοί. Τότε, χτίστηκαν από τους Μεληγγούς τα χωριά που είχαν μέχρι προ ολίγων ετών σλαβικά ονόματα, όπως Σίτσοβα, Τσερνίτσα, Μεγάλη Αναστάσοβα και Μικρή Αναστάσοβα. Τα χωριά Λαδά και Καρβέλι φαίνεται ότι χτίστηκαν αργότερα, όταν αυξήθηκε ο πληθυσμός της περιοχής.

Το έτος 1927, τα παραπάνω σλαβικά χωριά μετονομάστηκαν σε Αλαγονία η Σίτσοβα, σε Αρτεμισία η Τσερνίτσα, σε Νέδουσα η μεγάλη Αναστάσοβα και σε Πηγές η μικρή Αναστάσοβα. Εκτός όμως από τα ονόματα των χωριών υπάρχουν μέχρι σήμερα πολλές τοποθεσίες στην περιοχή αυτή που διατηρούν τα σλαβικά ονόματα π.χ. Ιμποβός, Πλεσιβίτσα, Πελενίτσα, Μπόροβα, Σιλίμποβες κ.α.

Οι Μεληγγοί ήταν ειδωλολάτρες και ασχολούνταν με τη γεωργία και κυρίως με την κτηνοτροφία. Τούτο μαρτυρούν τα πολλά ποιμνιοστάσια που βρίσκονται ερειπωμένα στην περιοχή. Ήτανε άνθρωποι απείθαρχοι και σκληροί, πολεμοχαρείς και ορμητικοί και πολλές φορές δημιουργούσαν ζητήματα στη διοίκηση του θέματος της Πελοποννήσου.

[Επεξεργασία] Χριστιανισμός

Το δέκατο μ. Χ. αιώνα οι κάτοικοι της Αλαγονίας έγιναν Χριστιανοί, ύστερα από "μεγάλες και επίπονες προσπάθειες" που κατέβαλε για τον εκχριστιανισμό τους ο Άγιος Νίκων, ο πολιούχος της Σπάρτης. Έτσι, στο τέλος του δέκατου μ. Χ. αιώνα έχουμε στην περιοχή της αρχαίας Δενθαλιάτιδας έξι χωριά με κατεύθυνση από Βορρά προς Νότο: την Μεγάλη Αναστάσοβα, τη Σίτσοβα, τη Μικρή Αναστάσοβα, την Τσερνίτσα, το Λαδά και το Καρβέλι, που κατοικούντο από Σλάβους που έγιναν Χριστιανοί.

Με την πάροδο του χρόνου, με την επίδραση της χριστιανικής θρησκείας και κυρίως με την επίδραση που είχε για τους Σλάβους η επικοινωνία και επιμειξία τους με τους Έλληνες κατοίκους των γειτονικών περιοχών, με τους οποίους ανέπτυξαν διάφορες σχέσεις, οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές κλπ., οι Σλάβοι των παραπάνω χωριών άρχισαν να αποκτούν ελληνική συνείδηση, να μιλάνε την Ελληνική γλώσσα και έτσι να εμφανίζονται σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής ως Έλληνες. Με αυτόν τον τρόπο μετά τον εκχριστιανισμό συνετελέσθη και ο εξελληνισμός τους.

[Επεξεργασία] Τουρκοκρατία

Την εποχή της Τουρκοκρατίας, τα παραπάνω έξι χωριά διατήρησαν το καθένα χωριστά το Σλαβικό του όνομα, όλα όμως μαζί ονομάστηκαν «πισινά χωριά», ή «πισινοχώρια», γιατί τα χωριά αυτά σε σχέση με το Μυστρά, που ήτανε το διοικητικό κέντρο της περιοχής, ήταν χτισμένα στο δυτικό (πισινό) μέρος του Ταϋγέτου ενώ ο Μυστράς ήτανε χτισμένος στο ανατολικό (μπροστινό) μέρους του Ταϋγέτου. Στα πισινά χωριά κατά τους χρόνους της δουλείας δεν κατοικήσανε ποτέ Τούρκοι και έτσι ο πληθυσμός τους ήτανε πάντοτε καθαρά ελληνικός.

Το έτος 1645 οι Τούρκοι επιτέθηκαν εναντίον των Ενετών που κατείχαν την Κρήτη και κατέλαβαν τα Χανιά. Στη συνέχεια, διαρκώς πολεμώντας, υπέταξαν μέσα σε είκοσι πέντε χρόνια ολόκληρη την Κρήτη, εκτός από την πόλη του Ηρακλείου, που λεγόταν τότε «Χάνδαξ» και ήτανε καλά οχυρωμένη. Οι Τούρκοι συνέχισαν την πολιορκία του Ηρακλείου από το 1645 μέχρι το 1669 όπου το Ηράκλειο παρεδόθη με συνθήκη στους Τούρκους. Οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη του Ηρακλείου που ήτανε έρημη από κατοίκους. Όλοι οι κάτοικοι της πόλεως και πολλοί άλλοι Κρητικοί που είχαν καταφύγει εκεί, εγκατέλειψαν την πόλη και πέρασαν με παντός είδους πλωτά μέσα, Ενετικά και Κρητικά, στις απέναντι ακτές της Πελοποννήσου και στα Ιόνια νησιά, παίρνοντας μαζί τους τις οικογένειές τους και ότι άλλο μπορούσαν να μεταφέρουν από τα περιουσιακά τους στοιχεία.

Πολλοί από τους Κρητικούς που πέρασαν στις απέναντι ακτές της Μάνης, πίστεψαν ότι δε θα ήταν ασφαλείς, αν εγκαθίσταντο στα παράλια χωριά της περιοχής, τα οποία διαρκώς κινδυνεύανε από τις επιδρομές των πειρατών και γι’ αυτό προτίμησαν να εγκατασταθούν στο εσωτερικό της χώρας. Ήρθαν λοιπόν στα "πισινά χωριά" και εγκαταστάθηκαν σε αυτά γιατί ούτε Τούρκους κατοίκους είχαν, ούτε κινδύνευαν από τους πειρατές. Η γνώμη αυτή για την εγκατάσταση Κρητικών προσφύγων στα πισινά χωριά στηρίζεται:

α) στο ότι οι κάτοικοι των χωριών αυτών μοιάζουν στη φυσιογνωμία με τους Κρητικούς. β) στην ομοιότητα της προφοράς και ιδίως του «και» που προφέρονται ως «Τσε» και γ) Στα Κρητικά επώνυμα, που έχουν πολλοί κάτοικοι των πισινών χωριών. Εκτός όμως από τους Κρητικούς πρόσφυγες και άλλοι Έλληνες κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα κατά τους χρόνους της επανάστασης και της λεηλασίας του Ιμπραήμ στην Εκστρατεία του Μωριά, άφησαν τον τόπο τους, ο οποίος δεν τους έδινε ασφάλεια, είτε γιατί ήταν παράλιος, είτε γιατί κατοικούσαν σε αυτόν Τούρκοι και εγκαταστάθηκαν στα πισινά χωριά όπου ήταν ασφαλείς από τις λεηλασίες των πειρατών και από την αρπακτική μανία των Τούρκων. Αλλά και οι κλέφτες ακόμη, που είχαν βγει στα βουνά για να πολεμήσουν τους Τούρκους, σε αυτά τα χωριά έβρισκαν έστω και προσωρινά στοργή, ανακούφιση και φιλόξενη στέγη.

[Επεξεργασία] Σχολή Μελέ

Στην καλλιέργεια και ανάπτυξη της Εθνικής ενότητας συντέλεσε και η λειτουργία της Σχολής του Γένους στη θέση «Μελέ». Η σχολή του Μελέ ιδρύθηκε τον δέκατο όγδοο αιώνα στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου που είναι κοντά στο χωριό Τσερνίτσα (νυν Αρτεμισία).

Σ’ αυτήν δίδαξαν τα Ελληνικά γράμματα και την Ελληνική ιδέα της απελευθέρωσης του Γένους μεγάλοι δάσκαλοι κατά κανόνα κληρικοί και μαθητές της Σχολής υπήρξαν μεγάλες μορφές των Αγώνων του 1821.

Από το ενιαίο Ελληνικό σύνολο που είχε δημιουργηθεί στην περιοχή των πίσω χωριών, γεννήθηκαν:

1) κατά τους τελευταίους χρόνους της δεκαετίας ο Οικουμενικός Πατριάρχης και εθνάρχης Προκόπιος ο Πελοποννήσιος (1785 – 1789) που γεννήθηκε στη Σίτσοβα και πέθανε σ’ αυτή εξόριστος. 2) κατά την έναρξη του αγώνα του 1821 ο μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους Γρηγόριος Καλαμαράς που γεννήθηκε στη Σίτσοβα και πέθανε από τις στερήσεις και τις κακουχίες στην Τρίπολη, όπου κρατήθηκε ως όμηρος. 3) ο ήρωας της Επαναστάσεως Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο Τουρκοφάγος που γεννήθηκε στη Νέδουσα (Μεγάλη Αναστάσοβα). 4) κατά τους πρώτους χρόνους μετά την απελευθέρωση, ο Εθνικός ευεργέτης Πέτρος Δημάκης, που γεννήθηκε στη Μικρή Αναστάσοβα, πλούτισε ως έμπορος στη Ρουμανία και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα δώρισε τη μεγάλη περιουσία του στο Κράτος με τον όρο να λειτουργεί στην περιοχή της πατρίδας του ένα «Αλληλοδιδακτικό» και ένα «Ελληνικό» σχολείο κατά το εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής εκείνης. Για τη στέγαση αυτών των σχολείων ο Πέτρος Δημάκης έκτισε με δικές του δαπάνες ένα μεγαλοπρεπές διδακτήριο διώροφο κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στη θέση «Μελέ». Σε αυτό εκτός από τις αίθουσες διδασκαλίας υπήρχαν αίθουσες για τη διαμονή του διδασκάλου και αίθουσες για τη διαμονή των μαθητών. Το θαυμάσιο εκείνο διδακτήριο λειτούργησε από το 1857 μέχρι το 1902 όπου κατεστράφη από πυρκαγιά.

[Επεξεργασία] Αγώνας της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821

Στα χρόνια της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, η περιοχή των πισινών χωριών, λόγω της μορφολογίας του εδάφους και τις απουσίας των Τούρκων, χρησιμοποιήθηκε ως ασφαλές ορμητήριο για τον αγώνα εναντίον των Τούρκων και οι κάτοικοι έτρεξαν στον αγώνα με οπλαρχηγούς, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Γεώργιος Βασιλάκης από τη Σίτσοβα, που προήχθη σε χιλίαρχο το 1825 και δολοφονήθηκε στη Σίτσοβα το 1828.

Ιδιαίτερη σημασία είχε το ιερό μοναστήρι του Μαρδακίου, που βρισκότανε στον μέσο του δρόμου που ξεκίναγε από τα χωριά της Αρκαδίας πέρναγε από τα πισινά χωριά και κατέληγε στα χωριά της Μάνης. Έτσι το μοναστήρι του Μαρδακίου χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές ως τόπος συγκεντρώσεως των μεγάλων οπλαρχηγών Κολοκοτρώνη, Παπαφλέσσα, Κεφάλα κ.λ.π. οι οποίοι συσκέπτονταν σε αυτό και έπαιρναν τις μεγάλες αποφάσεις. Έτσι συνήλθαν εκεί στις 18 Μαρτίου 1821 οι οπλαρχηγοί και αποφάσισαν να πάρουν την Καλαμάτα, πράγμα που έγινε στις 23 Μαρτίου 1821.

Στην περιοχή υπάρχουν πολλές εκκλησίες και πολλά μοναστήρια. Χαρακτηριστικά είναι: Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μαρδακίου κοντά στη Μεγάλη Αναστάσοβα, Ζωοδόχου Πηγής, Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Αγίου Αντωνίου κοντά στη Σίτσοβα, Δώδεκα Αποστόλων κοντά στη Μικρή Αναστάσοβα, Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου ή Μελέ κοντά στη Τσερνίτσα και Κοιμήσεως της Θεοτόκου - Σιδερόπορτας κοντά στο Καρβέλι.

[Επεξεργασία] Βιβλιογραφία

  • "Αλαγονιακά" Αντώνη Μασουρίδη 1936
  • "Αλαγονία και Αλαγόνιοι" Τόμος Ι & ΙΙ. Αγησίλαου Καλαμαρά 2001.
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
Πλοήγηση
Συμμετοχή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Εργαλειοθήκη