Αμαλρίκ Α΄ της Ιερουσαλήμ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αμαλρίκ ή Αμαλάριχος Α΄ των Ιεροσολύμων (1136 - 1174), ήταν βασιλιάς των Ιεροσολύμων (1162 - 1174), δεύτερος γιος των βασιλέων των Ιεροσολύμων Φούλκωνος και Μελισσάνθης. Στην εμφύλια μάχη ανάμεσα στην μητέρα του Μελισσάνθη και τον μεγαλύτερο αδελφό του Βαλδουίνο πήρε το μέρος της μητέρας του. Μόλις ενηλικιώθηκε (1151) του παραχωρήθηκε η κομητεία της Γιάφα, ενώ όταν ο αδελφός του Βαλδουίνος κατέλαβε την Άσκαλον (1153), προστέθηκε στα εδάφη του Αμαλρίκ.

Παντρεύτηκε (1157) την Αγνή του Κουρτεναί, κόρη του Τζοσελίν Β΄ της Έδεσσας. Ο πατριάρχης Φούλχερ αρνήθηκε να επικυρώσει τον γάμο τους, λόγω του ότι ήταν μακρινοί συγγενείς, κάτι που έγινε μόνο μετά τον θάνατο του συγκεκριμένου πατριάρχη.

Διαδέχθηκε τον αδελφό του Βαλδουινο Γ (1162) και συνάντησε μεγάλη αντίσταση από την αριστοκρατία των Ιεροσολύμων, που δεν ήθελε να δεχτεί την σύζυγο του, Αγνή. Το μίσος που συνάντησε από την αριστοκρατία η Αγνή περιγράφεται γλαφυρά από τον γνωστό συγγραφέα των Ιεροσολύμων Γουλιέλμο της Τύρου. Ο Αμαλρίκ ανέβηκε στον θρόνο χωρίς την σύζυγο του δίπλα, που κράτησε απλά τον τίτλο της κόμισσας της Γιάφας και Ασκαλών. Στην συνέχεια η Αγνή παντρεύτηκε τον Ούγο του Ιμπελέν, τον οποίο είχε αρραβωνιαστεί πριν γνωρίσει τον Αμαλρίκ, ενώ τα παιδιά της με τον Αμαλρίκ αναγνωρίστηκαν επίσημα και διατήρησαν τα δικαιώματα διαδοχής.

Πετυχημένες εκστρατείες στην Αίγυπτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γάμος του Αμαλρίκ Α΄ των Ιεροσολύμων με την Μαρία Κομνηνή στην Τύρο (1167)

Το κύριο ενδιαφέρον του μετά την εξασθένηση της Βυζαντινής επιρροής ήταν η κατάκτηση της Αιγύπτου, που διοικούνταν από την εξασθενημένη μουσουλμανική οικογένεια των Φατιμιδών. Οι Σταυροφόροι ήθελαν να κατακτήσουν το Κάιρο από την εποχή του βασιλιά Βαλδουίνου Α΄ και η κατάκτηση της Ασκαλών από τον Βαλδουίνο Γ΄ διευκόλυνε τα σχέδια τους.

Ο Αμαλρίκ έκανε την πρώτη εκστρατεία του στην Αίγυπτο το 1163, με την δικαιολογία ότι οι Φατιμίδες δεν πλήρωσαν τον ετήσιο φόρο που είχε καθιερωθεί από τον βασιλιά Βαλδουίνο Γ΄. Ο βεζύρης Ντιργκάμ είχε πρόσφατα ανατρέψει τον βεζύρη Σαουάρ και έσπευσε να αντιμετωπίσει τον Αμαλρίκ, αλλά ηττήθηκε και συνθηκολόγησε στο Μπιλμπέις. Οι Αιγύπτιοι άνοιξαν τα φράγματα του Νείλου προκειμένου να πλημμυρίσει, κάτι που θα εμπόδιζε τα στρατεύματα του Αμαλρίκ να διέλθουν, αλλά ο Σαουάρ έστειλε τον στρατηγό του, Σιρκούχ, στον Νουραντίν (1164) για να ζητήσει την βοήθεια του. Απαντώντας ο Ντιργκάμ ζήτησε την βοήθεια του Αμαλρίκ, αλλά πριν την παρέμβαση του βασιλιά των Ιεροσολύμων δολοφονήθηκε από τους Σάουαρ και Σιρκούχ.

Ο Σαουάρ αμέσως μετά φοβήθηκε την αύξηση της δύναμης του στρατηγού Σιρκούχ ζητώντας ο ίδιος αυτή την φορά την συμμαχία του Αμαλρίκ που επιτέθηκε στον Σιρκούχ στο Μπιλμπέις, αναγκάζοντας τον να οπισθοχωρήσει στην Δαμασκό. Αλλά ο Αμαλρίκ δεν πρόλαβε να χαρεί την επιτυχία του στην Αίγυπτο, γιατί ο Νουραντίν είχε ήδη επιτεθεί στην Συρία και αιχμαλωτίσει τον Βοημούνδο Γ΄ της Αντιόχειας και τον Ραϊμόνδο Γ΄ της Τρίπολης στην μάχη του Χαρίμ. Κατάφερε να εξασφαλίσει την απελευθέρωση του Βοημούνδου (1165), και έστειλε αντιπρόσωπο στον Βυζαντινό αυτοκράτορα (1167) ζητώντας συμμαχία προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Νουραντίν.

Ο Νουραντίν στέλνει τον Σιρκούχ στην Αίγυπτο και ακολουθώντας τον ο Αμαλρίκ στρατοπέδευσε στο Κάιρο, στην απέναντι πλευρά του Νείλου. Ο Αμαλρίκ οπισθοχώρησε στο Κάιρο και ο Σιρκούχ κατέλαβε την Αλεξάνδρεια, ο Αμαλρίκ με την βοήθεια νέου στόλου από τα Ιεροσόλυμα τον πολιόρκησε και τον ανάγκασε να συνθηκολογήσει. Με την ειρηνική συνθήκη που κλείστηκε παραχωρήθηκε η Αλεξάνδρεια στον Αμαλρίκ.

Άνοδος του Σαλαντίν στην Αίγυπτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Του παραχωρήθηκε σαν νύφη η μικρανιψιά του Βυζαντινού αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄, Μαρία Κομνηνή, που την παντρεύτηκε τον Αύγουστο του 1167 στην Τύρο, συμφωνώντας για μια νέα οργανωμένη εκστρατεία κατά της Αιγύπτου. Η δικαιολογία ήταν ότι ο Σάουαρ απαρνήθηκε την συμμαχία μαζί του και πήγε να ζητήσει βοήθεια από τον Νουραντίν. Οι Ιωαννίτες ιππότες πρόθυμα δέχτηκαν να ενωθούν μαζί του, κάτι που αρνήθηκαν οι Ναΐτες. Επιτέθηκε και κυρίευσε το Μπιλμπέις, του οποίου οι κάτοικοι είτε σφάχτηκαν είτε πουλήθηκαν σαν δούλοι. Βάδισε προς το Κάιρο αλλά δέχθηκε από τον Σάουαρ 1.000.000 χρυσά νομίσματα προκειμένου να συνθηκολογήσει. Ο Αμαλρίκ το έκανε μονάχα όταν άκουσε ότι ο Νουραντίν στέλνει νέο στρατό υπό τον Σιρκούχ.

Τον Ιανουάριο του 1169 ο Σιρκούχ δολοφόνησε τον Σαουάρ και πήρε την εξουσία στην Αίγυπτο αλλά σε δύο μήνες πέθανε και ο ίδιος και τον διαδέχθηκε ο δυναμικότατος ανιψιός του, Σαλαντίν. Ο Αμαλρίκ έστειλε τον Φρειδερίκο του Ρος σε όλες τις Ευρωπαϊκές αυλές για βοήθεια, αλλά έφτασε μόνο ένα Βυζαντινό στρατιωτικό απόσπασμα τον Οκτώβριο και ο Αμαλρίκ άρχισε να πολιορκεί την Δαμιέττα. Η πολιορκία ήταν μακρόχρονη χωρίς εφόδια και ο στρατός του αποδεκατίστηκε, ενώ οι Βυζαντινοί κατηγόρησαν τους Σταυροφόρους για την ήττα λόγω της διαφθοράς τους.

Τώρα το βασίλειο των Ιεροσολύμων ήταν περιστοιχισμένο από πολλούς και επικίνδυνους εχθρούς, οι σπουδαιότεροι των οποίων ήταν ο Σαλαντίν, ο Νουραντίν και οι Ασασίνοι. Ο Σαλαντίν κατέλαβε από τα Ιεροσόλυμα την Ελάτ, κόβοντας την σύνδεση του με την Ερυθρά θάλασσα. Παράλληλα, ο Σαλαντίν αύξησε σημαντικά την δύναμή του και προβιβάστηκε από βεζίρη σε σουλτάνο. Ο Αμαλρίκ επισκέφτηκε προσωπικά την Κωνσταντινούπολη και έστειλε ξανά αντιπροσώπους στις Ευρωπαϊκές αυλές για βοήθεια, πάλι χωρίς αποτέλεσμα.

Ο Νουραντίν πέθανε το 1174 και ο Αμαλρίκ πολιόρκησε την πόλη Μπανιάς, αλλά στον δρόμο της επιστροφής προσβλήθηκε από δυσεντερία. Παρ' όλες τις επίμονες προσπάθειες πολλών διάσημων γιατρών της εποχής, δεν μπόρεσε να ανακάμψει και οδηγήθηκε στον θάνατο στις 11 Ιουλίου 1174. Τον διαδέχθηκε ο λεπρός γιος του Βαλδουίνος Δ΄ της Ιερουσαλήμ από την πρώτη σύζυγό του Αγνή του Κουρτεναί, που επανήλθε στην αυλή.

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Amalric I of Jerusalem της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Προηγούμενος
Βαλδουίνος Γ΄ της Ιερουσαλήμ
Βασιλέας της Ιερουσαλήμ
1162-1174
Επόμενος
Βαλδουίνος Δ΄ της Ιερουσαλήμ