Βοϊμόνδος Γ΄ της Αντιόχειας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Βοϊμόνδος Γ΄ της Αντιόχειας (1144 - 1201) ο αποκαλούμενος και Τραυλός, ήταν πρίγκηπας της Αντιόχειας (1163 - 1201), γιος του Ραϊμόνδου του Πουατιέ και της Κωνσταντίας της Αντιόχειας. Ο πατέρας του σκοτώθηκε στην μάχη του Ινάμπ (1149) και η μητέρα του παντρεύτηκε για δεύτερη φορά τον Ραϊνάλδο του Σατιγιόν, ο οποίος έγινε πρίγκηπας της Αντιόχειας ως την οριστική του αιχμαλωσία (1160) που θα έχει διάρκεια 16 ολόκληρα χρόνια. Ο Βοϊμόνδος ενηλικιώθηκε και έγινε επίσημα ο νόμιμος διάδοχος του πριγκιπικού θρόνου, αλλά η μητέρα του αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει. Ο βασιλιάς των Ιεροσολύμων Βαλδουίνος Γ΄ επενέβη υπέρ του και η Κωνσταντία ζήτησε την βοήθεια του Αρμενικού βασιλείου της Κιλικίας. Τελικά οι κάτοικοι της Αντιόχειας εξεγέρθηκαν εναντίον της και την εξόρισαν (1163), δίνοντας οριστικά την εξουσία στον νόμιμο διάδοχο Βοημούνδο. Η Κωνσταντία πέθανε την ίδια χρονιά στην εξορία.


Υποταγή του στον Βυζαντινό αυτοκράτορα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νόμισμα του Βοϊμόνδου Γ΄ της Αντιόχειας

Το 1164 με τον Ραϋμόνδο Γ΄ της Τρίπολης βάδισαν να υπερασπίσουν την Χαρίμ, που πολιορκείτο από τον Νουραντίν, με τραγικά αποτελέσματα αφού και οι δύο ηττήθηκαν και αιχμαλωτίστηκαν από τον Νουραντίν. Ο βασιλιάς των Ιεροσολύμων Αμαλρίκ Α΄ και ο γαμπρός του Βυζαντινός αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ Κομνηνός που είχε παντρευτεί την αδελφή του Μαρία τον ελευθέρωσαν έναντι του υψηλού ποσού των 150.000 δηναρίων. Ο Βοϊμόνδος επισκέφτηκε την Κωνσταντινούπολη, δήλωσε την υποταγή του στον Μανουήλ και υποσχέθηκε την εγκατάσταση Έλληνα πατριάρχη στην Αντιόχεια, του Αθανασίου Β΄, κάτι που έφερε την έντονη αντίδραση του Λατίνου πατριάρχη Έμερι της Λιμόζ.

Το 1166 ο μέλλων Βυζαντινός αυτοκράτορας Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός διοικητής τότε της Κιλικίας έφτασε στην Αντιόχεια και γοητευμένος από την ομορφιά της αδελφής του πρίγκηπα, Φιλίππης, ήθελε να την παντρευτεί. Λόγω του ότι μια άλλη της αδελφή είχε παντρευτεί τον Βυζαντινό αυτοκράτορα ξάδελφο του Ανδρόνικου, οι Βοϊμόνδος και Μανουήλ αρνήθηκαν λόγω των προβλημάτων που θα δημιουργούσε ο γάμος με την εκκλησία. Ο Βοϊμόνδος επιτέθηκε στην Αρμενία (1172) λόγω συμμαχίας της με τον Νουραντίν. Αργότερα, μαζί με τον Ραυμόνδο Γ΄ και τον Φίλιππο, κόμη της Φλάνδρας, που είχε έρθει για προσκύνημα, πολιόρκησαν την Χαρίμ χωρίς αποτέλεσμα κι εγκατέλειψαν την πολιορκία (1177).

Οι Βοϊμόνδος και Ραϊμόνδος θέλησαν να κάνουν επέμβαση στο βασίλειο των Ιεροσολύμων (1180), την εποχή που κυβερνούσε ο λεπρός βασιλιάς Βαλδουίνος Δ΄, ο οποίος επρόκειτο λόγω της ασθένειας του να πεθάνει πρόωρα χωρίς διαδόχους. Ο θρόνος θα πήγαινε στον σύζυγο της αδελφής του Σιβύλλας, η οποία μετά τον θάνατο του πρώτου συζύγου της, Γουλιέλμου του Μομφερράτου, αναζητούσε νέο σύζυγο ώστε να διαδεχτεί και τον θρόνο. Οι Βοϊμόνδος και Ραυμόνδος σαν ξαδέλφια του Βαλδουίνου και της Σιβύλλης αναζητούσαν να την παντρέψουν με τον υποτελή τους, Βαλδουίνο του Ιμπελίν, ο βασιλιάς όμως προτίμησε να την παντρέψει με τον ευγενή Γκυ των Λουζινιάν.

Απέκρουσε τον Σαλαντίν στην Αντιόχεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκείνη την εποχή ο Βοϊμόνδος χώρισε την σύζυγο του, Θεοδώρα Κομνηνή, προκειμένου να παντρευτεί μια κοινή γυναίκα αποκαλούμενη Σιβύλλη, κάτι που έφερε τον αφορισμό από τον πάπα Αλέξανδρο Γ΄. Αντέδρασε έντονα στην απόφαση του πάπα φυλακίζοντας τον πατριάρχη Έμερι, πολλούς επισκόπους ακόμα λεηλατώντας τις περιουσίες τους, ενώ έδιωξε και την μεσολαβητική αποστολή του πατριάρχη των Ιεροσολύμων Ηρακλείου (1181). Δέχτηκε την επίθεση του Σαλαντίν (1181) και αναγκάστηκε να πουλήσει την Ταρσό στον βασιλιά Ρουμπέν Γ΄ της Αρμενίας, προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα να υπερασπίσει την Αντιόχεια.

Την ίδια εποχή στα Ιεροσόλυμα ο βασιλιάς Βαλδουίνος Δ΄ γινόταν όλο και περισσότερο ανίκανος και ο γιος της Σιβύλλης Βαλδουίνος Ε΄ στέφθηκε συμβασιλιάς, ο Βαλδουίνος Δ΄ πέθανε (1185), αλλά αμέσως μετά πέθανε και ο Βαλδουίνος Ε΄ σε βρεφική ηλικία. Οι ευγενείς δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τον Γκύ και την Σιβύλλη να ανέβουν στον θρόνο των Ιεροσολύμων, βασιλεία που στάθηκε καταστροφική για την πόλη. Το βασίλειο των Ιεροσολύμων καταστράφηκε από τον Σαλαντίν στην μάχη του Χαττίν (1187). Ο Βοϊμόνδος δεν ήταν παρών, αλλά ο γιος του, Ραϊμόνδος, δραπέτευσε στην Τρίπολη. Αμέσως μετά ο Σαλαντίν πολιόρκησε την Αντιόχεια, αλλά ο Βοϊμόνδος με την βοήθεια ισχυρού Σικελικού στόλου τον απέκρουσε επιτυχώς. Ο Ραϋμόνδος Γ΄ της Τρίπολης πέθανε αμέσως μετά την μάχη του Χαττίν, ορίζοντας διάδοχο τον μεγαλύτερο γιο του Βοϊμόνδου, Ραϊμόνδο, κάτι που ο πατέρας του το αγνόησε, εγκαθιστώντας κόμη τον δεύτερο γιο του, Βοϊμόνδο Δ΄.

Το 1190 κατέφθασαν οι στρατιές της Γ΄ Σταυροφορίας υπό τον Φρειδερίκο Α΄ Μπαρμπαρόσα, που πέθανε στον δρόμο. Οο Βοϊμόνδος δεν ήθελε να ανακατευτεί σε νέο πόλεμο με τον Σαλαντίν, προτιμώντας να μείνει ουδέτερος. Το 1194 συνελήφθη αιχμάλωτος από τον βασιλιά της Αρμενίας Λέοντα Β΄, που κατέλαβε το Μπαγκράς και τα βόρεια φρούρια της Αντιόχειας. Απελευθερώθηκε (1195) με την μεσολάβηση του βασιλιά των Ιεροσολύμων Ερρίκου Β΄ της Καμπανίας και έκανε συμμαχία με τον Αρμένιο βασιλιά, αφού πάντρεψε τον μεγαλύτερο γιο του, Ραϋμόνδο, με την κόρη του Ρουμπέν Γ΄, αδελφού του βασιλιά, Αλίκη της Αρμενίας.

Κληρονόμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Με την δεύτερη σύζυγο του Θεοδώρα Κομνηνή
    • Μανουήλ του Πουατιέ (1176 - 1211)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Steven Runciman, A History of the Crusades, vols. II-III. Cambridge University Press, 1952-54.
  • William of Tyre, A History of Deeds Done Beyond the Sea, trans. E.A. Babcock and A.C. Krey. Columbia University Press, 1943.
  • Richard, Jean (1999). The Crusades: c. 1071-c. 1291. Cambridge University Press.


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Bohemond III of Antioch της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).