Βαλδουίνος Δ΄ της Ιερουσαλήμ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Βαλδουίνος Δ΄ της Ιερουσαλήμ (1161 - 16 Μαρτίου 1185), ο αποκαλούμενος λεπρός, ήταν βασιλιάς της Ιερουσαλήμ (1174-1185), γιος και διάδοχος του Αμαλρίκ Α΄ της Ιερουσαλήμ και της πρώτης συζύγου του, Αγνής του Κουρτεναί.

Νεανικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θάνατος του Αμαλρίκ Α΄ των Ιεροσολύμων (πάνω), και η στέψη του Βαλδουίνου Δ΄ (κάτω) - Χειρόγραφο της Άκρα (13ος αι.) από περιγραφή του Γουλιέλμου της Τύρου

Πέρασε την παιδική του ηλικία στην αυλή των Ιεροσολύμων μαζί με τον πατέρα του. Ελάχιστες επαφές είχε με την μητέρα του, την οποία ο Αμαλρίκ είχε διαζευχθεί. Τέθηκε υπό την επίβλεψη του μεγάλου ιστορικού δασκάλου Γουλιέλμου της Τύρου. Σε ένα παιχνίδι με άλλα μικρά παιδιά, δεν ένιωσε πόνο όταν τον τραυμάτισε κάποιο αιχμηρό αντικείμενο, σύμπτωμα που ανησύχησε ιδιαίτερα τον δάσκαλό του. Ο Γουλιέλμος ανακάλυψε ότι ο νεαρός διάδοχος έπασχε από μια σοβαρή μορφή λέπρας, η οποία δεν του επέτρεπε να τεκνοποιήσει, ενώ τον οδηγούσε σε βέβαιο πρόωρο θάνατο.

Ο πατέρας του πέθανε το 1174 και ο Βαλδουίνος τέθηκε υπό την προστασία αντιβασιλέων, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Ραϊμόνδος Γ' της Τρίπολης, που υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τον Σαλαντίν το 1175. Η αντιβασιλεία του Ραϊμόνδου έληξε δύο χρόνια αργότερα, οπότε και ο Βαλδουίνος ενηλικιώθηκε. Ο νέος βασιλιάς της Ιερουσαλήμ δεν αναγνώρισε την ειρηνική συνθήκη που είχε κάνει με τον Σαλαντίν και βάδισε κατά της Δαμασκού.

Διόρισε τον θείο από την πλευρά της μητέρας του του Ζοσελέν Γ΄ της Έδεσσας, ταξίαρχο μετά την απελευθέρωση του. Ήταν ο πλησιέστερος άρρεν συγγενής του που δεν είχε βλέψεις επί του θρόνου της Ιερουσαλήμ, κάτι το οποίο αποδείχτηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Βαλδουίνου. Ο Ραϊμόνδος Γ΄ της Τρίπολης είχε ρυθμίσει τον γάμο της πριγκίπισσας Σίβυλλας με τον Γουλιέλμο τον Μομφεράτου, πρώτο ξάδελφο του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ΄ και του αυτοκράτορα Φρειδερίκου Α΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Γουλιέλμος έφτασε τον Νοέμβριο και έγινε κόμης της Γιάφας και της Ασκαλών, ελπίζοντας να διαδεχθεί τον Βαλδουίνο στο βασίλειο των Ιεροσολύμων με την Σιβύλλα.

Προετοιμασίες για πόλεμο κατά του Σαλαντίν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βαλδουίνος σχεδίαζε να επιτεθεί στον Σαλαντίν στην Αίγυπτο και έστειλε τον Ραϊνάλδο της Αντιόχειας απεσταλμένο στον Μανουήλ Α΄ Κομνηνό στην Κωνσταντινούπολη για οικονομική υποστήριξη. Ο Ραϊνάλδος είχε απελευθερωθεί πρόσφατα από την αιχμαλωσία στην Αλέππο, με λύτρα πληρωμένα από τον Μανουήλ. Ο Μανουήλ Α΄ στόχευε στην επαναφορά του Ορθόδοξου Πατριαρχείου και πάντρεψε τον Βοϊμούνδο Γ΄ της Αντιόχειας με τη μικρανιψιά του Θεοδώρα Κομνηνή, αδελφή της χήρας μητριάς του Βαλδουίνου Μαρίας Κομνηνής. Ο Γουλιέλμος του Μομφεράτου πέθανε (1177) αφήνοντας την χήρα του έγκυο στον μέλλοντα βασιλιά των Ιεροσολύμων Βαλδουίνο Ε΄.

Τον Αύγουστο, ο πρώτος ξάδελφος του βασιλιά, Φίλιππος της Φλάνδρας, ήρθε στα Ιεροσόλυμα και απαίτησε για λογαριασμό του την αντιβασιλεία αντί του Ραϊμόνδου, ως στενότερος συγγενής του βασιλιά από την πλευρά του πατέρα του. Το συμβούλιο απέρριψε τα αιτήματά του και ο Βαλδουίνος του Ιμπελίν έβρισε δημόσια τον Φίλιππο, που προσβεβλημένος έφυγε από το βασίλειο. Η οικογένεια των Ιμπελέν είχε υπό την προστασία της την χήρα Μαρία, ελπίζοντας να παντρέψει με μέλη της οικογένειας τις κόρες της και να καταλάβει την εξουσία.

Το Νοέμβριο ο Βαλδουίνος και ο Ραϊνάλδος του Σατιγιόν νίκησαν τον Σαλαντίν με τη βοήθεια των Ναϊτών Ιπποτών στη μάχη του Μονζισάρ. Την ίδια χρονιά ο Βαλδουίνος επέτρεψε στην μητριά του να παντρευτεί τον Μπάλιαν του Ιμπελίν, πράξη επικίνδυνη, αφού οι Ιμπελίν ήταν φιλόδοξη οικογένεια με ηγετικές βλέψεις. Τον Απρίλιο του 1179 κατά την διάρκεια επιχειρήσεων στα βόρεια του βασιλείου, ο Βαλδουίνος δέχθηκε απρόσμενη επίθεση από τον ανιψιό του Σαλαντίν, Φαρούκ Σαχ, το άλογο του βασιλιά Βαλδουίνου ποδοπατήθηκε και ο Χάμφρεϊ Β΄ του Τορόν τραυματίστηκε θανάσιμα στην προσπάθεια του να σώσει τον βασιλιά. Στις 10 Ιουνίου ο βασιλιάς ενισχύθηκε με τη βοήθεια του Ραϊμόνδου της Τρίπολης και των Ναϊτών Ιπποτών. Ο ίδιος βρέθηκε πεζός στο πεδίο της μάχης, αφού δεν μπορούσε λόγω των τραυμάτων του να ανεβεί σε άλογο, και οι ευγενείς προσπάθησαν να τον προστατεύσουν. Αργότερα τον Αύγουστο, το κάστρο του Ιακώβ έπεσε στα χέρια του Σαλαντίν.

Συμμαχία με τον Γκυ, διάλυσή της και ορισμός του Βαλδουίνου Ε΄ ως διαδόχου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καλοκαίρι του 1180 ο Βαλδουίνος Δ΄ πάντρεψε την αδελφή του Σίβυλλα με τον Γκυ των Λουζινιάν, αδελφό του αντιβασιλιά Αμαλρίκ των Λουζινιάν. Πολλοί ιστορικοί της εποχής υποστηρίζουν ότι το συνοικέσιο αποφασίστηκε υπό την επιρροή της μητέρας του. Ένα σχέδιο να παντρευτεί η Σιβύλλα τον Ούγο Γ΄ της Βουργουνδίας ναυάγησε και με τον βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο Β΄ να είναι σε πολύ μικρή ηλικία, ο Γκυ ήταν υποτελής του βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου Β΄, που όφειλε ένα προσκύνημα μετάνοιας στον πάπα.

Ο Βαλδουίνος πάντρεψε την οκτάχρονη ετεροθαλή αδελφή του Ισαβέλλα με τον Χάμφρεϊ Δ΄ του Τορόν, σαν δείγμα τιμής στον παππού της που του είχε σώσει την ζωή στο Μπανιάς. Ο Γκυ συμμάχησε με τον Ραϊνάλδο, που εκμεταλλεύθηκε τα προτερήματα του στο Κεράκ και άρχισε να παρενοχλεί τα καραβάνια που ταξίδευαν από την Αίγυπτο στη Δαμασκό. Ο Σαλαντίν θέλησε να εκδικηθεί (1182) και ο Βαλδουίνος τυφλός και ανίκανος να περπατήσει διόρισε αντιβασιλιά τον Γκυ, ο οποίος ετοιμάστηκε να διοργανώσει το 1183 την τελετή του γάμου της Ισαβέλλας με τον Χάμφρεϊ στο Κεράκ.

Οι τελετές διακόπηκαν από την επίθεση του Σαλαντίν, που απείλησε το ίδιο το γαμήλιο ζευγάρι, αλλά τελικά αποχώρησε με την εμφάνιση τού Βαλδουίνου. Ο τελευταίος καθαίρεσε τον Γκυ από αντιβασιλιά γιατί αρνήθηκε να καταδιώξει τον Σαλαντίν. Ο Γκυ πήρε την σύζυγο του, Σίβυλλα, και έφυγαν για την Ασκαλών.

Ο άρρωστος Βαλδουίνος διόρισε τον 5χρονο ανιψιό του Βαλδουίνο του Μομφερράτου αντιβασιλιά και διάδοχο του στον θρόνο εξαιρώντας από την διαδοχή την Σιβύλλα. Ο Βαλδουίνος Ε΄ στέφθηκε στις 20 Νοεμβρίου του 1183. Προσπάθησε να ακυρώσει τον γάμο της Σιβύλλας με τον Γκυ, αλλά δεν τα κατάφερε γιατί αρνήθηκε το ζευγάρι. Η εξάντληση από τις μάχες και οι δυναστικές διαμάχες επέσπευσαν τον θάνατο του που επήλθε την άνοιξη του 1185, λίγους μήνες μετά τον θάνατο της μητέρας του στην Άκρα (1184).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • William of Tyre, A History of Deeds Done Beyond the Sea. E. A. Babcock and A. C. Krey, trans. Columbia University Press, 1943.
  • Steven Runciman, A History of the Crusades, vol. II: The Kingdom of Jerusalem. Cambridge University Press, 1952.
  • Bernard Hamilton, "Women in the Crusader States: The Queens of Jerusalem", in Medieval Women, edited by Derek Baker. Ecclesiastical History Society, 1978
  • Bernard Hamilton, The Leper King and his Heirs: Baldwin IV and the Crusader Kingdom of Jerusalem. Cambridge University Press, 2000
Προηγούμενος
Αμαλρίκ Α΄ της Ιερουσαλήμ
Βασιλέας της Ιερουσαλήμ
1174-1185
Επόμενος
Βαλδουίνος Ε΄ της Ιερουσαλήμ
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Baldwin IV of Jerusalem της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).