Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο
Προσωπικές πληροφορίες
Πλήρες όνομαΧουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο Βιγιάνο
Ημερ. γέννησης28 Ιουλίου 1925
Τόπος γέννησηςΜοντεβιδέο, Ουρουγουάη
Ημερ. θανάτου13 Νοεμβρίου 2002 (77 ετών)
Τόπος θανάτουΜοντεβιδέο
Ύψος1,78 μ.
ΘέσηΜέσος
Επαγγελματική καριέρα*
ΠερίοδοςΟμάδαΣυμμ.(Γκ.)
1943–1954Πενιαρόλ227(88)
1954–1960Μίλαν149(47)
1960–1962Ρόμα39(3)
Σύνολο415(138)
Εθνική ομάδα
ΠερίοδοςΟμάδαΣυμμ.(Γκ.)
1946–1954Ουρουγουάη21(9)
1954–1958Ιταλία4(0)
Προπονητική καριέρα
ΠερίοδοςΟμάδα
1974–1975Ουρουγουάη
1975–1976Πενιαρόλ
* Οι συμμετοχές και τα γκολ στις προηγούμενες ομάδες υπολογίζονται μόνο για τα εγχώρια πρωταθλήματα.
† Συμμετοχές (Γκολ).

Ο Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο (ιταλική προφορά: [skjafˈfiːno] ; 28 Ιουλίου 1925 - 13 Νοεμβρίου 2002) ήταν Ουρουγουανός ποδοσφαιριστής που αγωνιζόταν ως επιθετικός μέσος. Ένας πολύ επιδέξιος και δημιουργικός παίκτης, κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950 με την εθνική ομάδα της Ουρουγουάης. Θεωρούμενος ως ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής στην ιστορία της λατινοαμερικάνικης χώρας,[1][2][3] και από τους καλύτερους όλων των εποχών, ψηφίστηκε 17ος του 20ου αιώνα στις εκλογές της IFFHS.[4]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο και άρχισε να παίζει στην ομάδα της γειτονιάς του Παλέρμο. Ο παππούς του, ήταν από τη Λιγουρία από την επαρχία της Γένοβας (Ιταλία), ενώ η μητέρα του είχε καταγωγή από την Παραγουάη. Ήταν από φτωχή οικογένεια και εργάστηκε στην εφηβεία του σε αρτοποιείο και σε εργοστάσιο αλουμινίου. Ο μεγαλύτερος αδερφός του ήταν επίσης διεθνής ποδοσφαιριστής και τον βοήθησε στα αρχικά βήματα της πορείας του. Σε ηλικία 18 ετών πήγε στον κορυφαίο σύλλογο της Ουρουγουάης Πενιαρόλ που διέθετε εκείνη την περίοδο ισχυρότατη ομάδα.

Καριέρα σε συλλόγους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έκανε το πρώτη αγωνιστική του εμφάνιση το 1946 και στην πρώτη του χρονιά είχε 23 συμμετοχές σημειώνοντας 13 τέρματα.[5] Γνωστός ως Πέπε (πέπε στα ιταλικά σημαίνει πιπέρι, όνομα που του έδωσε ο αδερφός του επειδή εμπνέει συναίσθημα ανησυχίας όταν έχει την μπάλα στα πόδια του), έζησε στιγμές καταξίωσης κατακτώντας με το σύλλογο της πρωτεύουσας τέσσερα πρωταθλήματα σε 8 χρόνια. Θεωρείται ο επικεφαλής του κουιντέτου "The Death Squad" που το 1949 θεωρήθηκε ως η καλύτερη επιθετική σύνθεση στην ιστορία της Πενιαρόλ, η οποία σάρωσε το πρωτάθλημα της Ουρουγουάης.[6]

Μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ελβετίας (1954) μεταγράφηκε στη Μίλαν έναντι του ποσού των 51 εκατομμυρίων λιρετών, και έγινε η πιο ακριβή υπογραφή στην μέχρι τότε ποδοσφαιρική ιστορία.[7] Έπαιξε το τελευταίο παιχνίδι στην Ουρουγουάη στις 25 Ιουλίου 1954, εναντίον της Ρίβερ Πλέιτ της χώρας του σε αγώνα που έληξε με νίκη 6-1 και στο τέλος του οποίου αποθεώθηκε από τους οπαδούς της ομάδας.

Ξεκίνησε να παίζει στην ιταλική Σέριε Α τον Σεπτέμβριο του 1954. Στο Μιλάνο μετά από ένα χρόνο απέκτησε διπλή ιθαγένεια και έτσι μπόρεσε να παίξει με την ιταλική εθνική ομάδα. Έφτασε στην Ιταλία σε ηλικία 29 ετών και έπαιξε σε υψηλό επίπεδο έως ότου ήταν 37 ετών. Η εξαιρετική ποιότητα και η ευφυΐα του επέτρεψαν να είναι στην κορυφή για πολλά χρόνια. Ο σύλλογος ήταν ήδη ισχυρός με την παρουσία του σουηδικού τρίου Gre-No-Li και επικεφαλής τον σούπερ σκόρερ Γκούναρ Νόρνταλ,[8] με την προσθήκη του Ουρουγουανού ισχυροποιήθηκε περαιτέρω φθάνοντας στον ημιτελικό του πρώτου Κυπέλλου Πρωταθλητριών την περίοδο 1955-1956, όπου αντιμετώπισε την Ρεάλ Μαδρίτης και έχασε με ένα γκολ διαφορά (4-2 στην ισπανική πρωτεύουσα με ένα τέρμα του Σκιαφίνο και νίκη χωρίς αντίκρυσμα με 2-1 στο Μιλάνο).[9] Με τη Μίλαν είχε τρεις τίτλους πρωταθλήματος, ένα Λατινικό Κύπελλο και έναν τελικό του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου Πρωταθλητριών στον οποίο έπεσε πάλι εναντίον της Ρεάλ Μαδρίτης χάνοντας στην παράταση (2-3), σημειώνοντας ένα γκολ.[10] Συνολικά με την ομάδα του Μιλάνου αγωνίστηκε σε 171 επίσημους αγώνες και σημείωσε 60 τέρματα.[11]

Δημοσκοπήσεις τον τοποθετούν ως το καλύτερο ξένο στην ιστορία της ομάδας του Μιλάνου και ένα από τα καλύτερους ξένους ποδοσφαιριστές στην ιστορία της Ιταλίας. Τα χρονικά της εποχής και τα διαθέσιμα αρχειακά δεδομένα, δείχνουν ότι ήταν ο πραγματικός ηγέτης της ομάδας των Ροσονέρι. Παρέμεινε στο Μιλάνο μέχρι το 1960, όταν μεταφέρθηκε στην Ρόμα, όπου ήταν και εκεί ήταν η ψυχή της ομάδας.[12] Με την ομάδα της πρωτεύουσας κατέκτησε το Fairs Cup (αργότερα θα είχε ονομαστεί Κύπελλο UEFA) το 1961.[13]

Ο Σκιαφίνο ήταν ευέλικτος παίκτης, με λεπτή σωματική διάπλαση, κινούνταν συνήθως ως αριστερός εσωτερικός επιθετικός ή δεύτερος επιθετικός στην διάρκεια της αρχικής καριέρας του, ιδίως με τις Πενιαρόλ και Μίλαν, ή ως επιθετικός μέσος και πλέι μέικερ, ένα ρόλο που κατείχε συχνότερα καθώς προχωρούσε η καριέρα του. Ήταν γνωστός για τη δημιουργική του ικανότητα και για τη αίσθηση να διαβάζει το παιχνίδι, να οργανώσει τους συμπαίκτες του, να ενορχηστρώσει τις ευκαιρίες να σκοράρει γκολ και να υπαγορεύσει το ρυθμό του παιχνιδιού της ομάδας του στο κέντρο. Διέθετε εξαιρετική τεχνική ικανότητα, εύρος περασμάτων, υψηλή νοημοσύνη, αίσθηση θέσης και ηγετικές ικανότητες. Η εργατικότητα και η ομαδικότητα του παιχνιδιού του τον οδήγησαν και στην αμυντική του συμβολή. Το ευρύ φάσμα των δεξιοτήτων του επέτρεψε επίσης να παίξει ως ελεύθερος αμυντικός στο τέλος με τη Ρόμα, όταν αυτό ήταν απαραίτητο.[14][15]

Διεθνής καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη φανέλα της εθνικής Ουρουγουάης

Ο Σκιαφίνο έπαιξε για δύο εθνικές ομάδες. Πρώτα με την εθνική ομάδα της Ουρουγουάης από το 1945 έως το 1954, και αργότερα με την ιταλική εθνική από το 1954 έως το 1958. Συμμετείχε σε 21 αγώνες με την εθνική ομάδα της Ουρουγουάης κάνοντας την αγωνιστική του πρεμιέρα στις 29 Δεκεμβρίου 1945 σε συνάντηση με την Αργεντινή (1-1), σημειώνοντας συνολικά εννέα γκολ και τέσσερις με την ιταλική εθνική ομάδα.[16]

Ήταν από τους βασικούς πρωταγωνιστές στη νίκη της Ουρουγουάης στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950 , σημειώνοντας ένα γκολ στον τελικό και νικώντας τη Βραζιλία στο δικό της γήπεδο, στο λεγόμενο Maracanazo. Ο αγώνας Βραζιλία-Ουρουγουάη δεν ήταν ακριβώς ο τελικός: σε αυτήν τη διοργάνωση είχε προγραμματιστεί ένας τελικός όμιλος. Παίκτηκε στον τρίτη και τελευταία συνάντηση μετά τη νίκη της Βραζιλίας στα δύο πρώτα παιχνίδια - σε αντίθεση με την Ουρουγουάη που είχε μία νίκη και μία ισοπαλία - εναντίον της Σουηδίας (3-2) και της Ισπανίας (2-2). Για να γίνει πρωταθλήτρια η ισοπαλία ήταν αρκετή για τη Βραζιλία. Την ώρα που οι δυο ομάδες ετοιμάζονταν για το τελευταίο τους παιχνίδι, η ατμόσφαιρα στη χώρα θύμιζε καρναβάλι με την Ουρουγουάη να έχει μόλις 100 οπαδούς της στο γήπεδο[17] Η εφημερίδα Gazeta Esportiva έγραφε: "Αύριο νικάμε την Ουρουγουάη", και η Mundo δεν άφηνε την παραμικρή αμφιβολία έχοντας λεζάντα "Οι Παγκόσμιοι Πρωταθλητές" παρέα με φωτογραφία της "σελεσάο". Στο στρατόπεδο της Ουρουγουάης διατηρούσαν το κεφάλι χαμηλά αλλά το φρόνημα υψηλά. Στην αρχή του δεύτερου ημιχρόνου ο Φριάσα σημείωσε το πρώτο γκολ της Βραζιλίας. Η "garra" όμως, η ψυχική δύναμη των Ουρουγουανών, αποδεικνύεται πολύ σκληρή για να λυγίσει ακόμα και μπροστά στο μεγαλυτερο πλήθος που έχει παρακολουθήσει ποδοσφαιρική συνάντηση, 200.000 παραληρούντες Βραζιλιάνους (οι αναφορές του προηγούμενου αιώνα αναφέρουν 203.567 εισιτήρια [18]). Ο εμβληματικός αρχηγός, Ομπντούλιο Βαρέλα πήρε τη μπάλα από τα δίχτυα και λέγοντας "Ωραία, τώρα πάμε να νικήσουμε", έδωσε το σύνθημα της αντεπίθεσης.[19] Οι φιλοξενούμενοι δεν υποχώρησαν και συνέχισαν το ομαλό παιχνίδι τους, καθοδηγούμενοι και από τον Σκιαφίνο. Στα 66', μετά από μια γρήγορη κάθοδο από τα άκρα, ο Γκίτζια έδωσε ασίστ στον Πέπε, ο οποίος νίκησε τον τερματοφύλακα. Στο 79' ο Γκίτζια ολοκλήρωσε μόνος του το τελικό αποτέλεσμα. [20][21] Είχε γίνει επίσημα γνωστό ότι είχε σημειώσει 5 γκολ στον αγώνα της εθνικής εναντίον της Βολιβίας (8-0) επίδοση ρεκόρ για Παγκόσμιο Κύπελλο, που τελικά σχεδόν μισό αιώνα μετά διαπιστώθηκε από τη FIFA ότι τρία γκολ δεν ήταν δικά του (με τη σύμφωνη γνώμη του ίδιου).[22] Συμπεριλήφθηκε στην καλύτερη ομάδα της διοργάνωσης.[23] Έπαιξε επίσης στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954, σημειώνοντας δύο τέρματα βοηθώντας την εθνική του να τερματίσει στην τέταρτη θέση του τουρνουά, χάνοντας στον ημιτελικό της διοργάνωσης στην παράταση από την Ουγγαρία με 4-2.[24]

Με την απόκτηση της ιταλικής υπηκοότητας αγωνίστηκε και σε τέσσερις αγώνες με την εθνική ομάδα της νοτιοευρωπαϊκής χώρας.[25] Μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας ακολούθησε καριέρα προπονητή για μόνο δύο χρόνια κερδίζοντας την τρίτη θέση με την εθνική Ουρουγουάης στο Κόπα Αμέρικα του 1975.

Τίτλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Club Atlético Peñarol logo.png Πενιαρόλ
  • Πρωτάθλημα Ουρουγουάης (Primera División Uruguay) (4) : 1949, 1951, 1953, 1954
Logo AC Milan.svg Μίλαν
  • Πρωτάθλημα Ιταλίας (3) : 1954–55, 1956–57, 1958–59
  • Λατινικό Κύπελλο : 1956
AS Roma Logo 2017.png Ρόμα
  • Inter-Cities Fairs Cup (μετέπειτα Κύπελλο UEFA): 1961
Flag of Uruguay.svg Ουρουγουάη
  • Παγκόσμιο Κύπελλο : 1950

Ατομικές διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καλύτερη ομάδα του Παγκόσμιου Κύπελλο : 1950
  • IFFHS Καλύτερος παίκτης της Ουρουγουάης του 20ου αιώνα
  • IFFHS Νοτιοαμερικάνος παίκτης του 20ου αιώνα : 6η θέση
  • IFFHS παίκτης του 20ου αιώνα : 17η θέση
  • World Soccer περιοδικό : Οι 100 μεγαλύτεροι ποδοσφαιριστές όλων των εποχών
  • IFFHS Legends

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «The Ten Best Uruguayan Soccer Players in History».  Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2020.
  2. «Adiós a un grande».  (στα Ισπανικά). Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2020.
  3. «ESPN : Fates of the 1950 World Cup finalists».  Ανακτήθηκε 1 Ιουνίου 2020.
  4. «IFFHS Century Elections».  Ανακτήθηκε 17 Μαΐου 2020.
  5. «Juan Schiaffino (Uruguay)».  Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2020.
  6. «Jonathan Wilson : The names heard long ago».  Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2020.
  7. «Addio geniale Schiaffino».  (στα Ιταλικά). Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2020.
  8. «10 huge moments in AC Milan's history as club celebrate 120th birthday».  Ανακτήθηκε 8 Ιουνίου 2020.
  9. «Milan Stagione 1955/56».  Ανακτήθηκε 7 Ιουνίου 2020.
  10. «Champions League: Η «χρυσή βίβλος» και όλοι οι τελικοί της διοργάνωσης».  Ανακτήθηκε 28 Μαΐου 2020.
  11. «AC Milan : Juan Alberto Schiaffino».  Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2020.
  12. «Juan Alberto Schiaffino».  Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2020.
  13. «World Cup Legends: Uruguay and Juan Alberto Schiaffino».  Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2020.
  14. «Juan Alberto Schiaffino».  (στα Ιταλικά). Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2020.
  15. «I migliori stranieri over 30 della storia della Serie A».  (στα Ιταλικά). Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2020.
  16. «Juan Alberto Schiaffino - International Appearances».  Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2020.
  17. «Obdulio Varela and the Miracle of the Maracanazo». Ανακτήθηκε στις 22 Ιουνίου 2020. 
  18. «Goooal: A Celebration Of Soccer-Andreas Cantor·1997·Sports & Recreation». Ανακτήθηκε στις 22 Ιουνίου 2020. 
  19. «Βραζιλία 1950: Όταν η Ουρουγουάη σίγησε το Μαρακανά».  Ανακτήθηκε 31 Μαΐου 2020.
  20. «FIFA : Maracanazo».  Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2020.
  21. «Βραζιλία 1950: Το δράμα του Maracanazo».  Ανακτήθηκε 28 Μαΐου 2020.
  22. «Corriere della Sera : il giallo Schiaffino».  (στα Ιταλικά). Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2020.
  23. «FIFA World Cup All Star teams».  Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2020.
  24. ««Έφυγε» ο θρύλος της Ουρουγουάης».  Ανακτήθηκε 28 Μαΐου 2020.
  25. «Juan Schiaffino : player profile».  Ανακτήθηκε 31 Μαΐου 2020.