Αλσίντες Γκίντζια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αλσίντες Γκίντζια

Με τη φανέλα της Ρόμα
Προσωπικές πληροφορίες
Ημερ. γέννησης23 Δεκεμβρίου 1926
Τόπος γέννησηςΜοντεβιδέο, Ουρουγουάη
Ημερ. θανάτου16 Ιουλίου 2015 (88 ετών)
Τόπος θανάτουΜοντεβίδεο, Ουρουγουάη
Ύψος1,69 μ.
ΘέσηΕπιθετικός
Επαγγελματική καριέρα*
ΠερίοδοςΟμάδαΣυμμ.(Γκ.)
1945–1947Σουντ Αμέρικα
1947Ατλάντα
1948–1953Πενιαρόλ169(26)
1953–1961Ρόμα201(19)
1961–1962ΑΚ Μίλαν4(0)
1962–1967Ντανούμπιο ΦΚ128(12)
Σύνολο502(57)
Εθνική ομάδα
ΠερίοδοςΟμάδαΣυμμ.(Γκ.)
1950–1952Ουρουγουάη12(5)
1957–1959Ιταλία5(1)
* Οι συμμετοχές και τα γκολ στις προηγούμενες ομάδες υπολογίζονται μόνο για τα εγχώρια πρωταθλήματα.
† Συμμετοχές (Γκολ).

Ο Αλσίντες Εντγάρδο Γκίντζια Περέιρα (ισπανικά: Alcides Edgardo Ghiggia Pereyra, 26 Δεκεμβρίου 1926 – 16 Ιουλίου 2015) ήταν Ουρουγουανός ποδοσφαιριστής, που αγωνιζόταν ως δεξιός ακραίος επιθετικός. Απέκτησε διαρκή φήμη για τον καθοριστικό του ρόλο στον τελικό αγώνα του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1950 σημειώνοντας το νικητήριο γκολ της Ουρουγουάης και τη στιγμή του θανάτου του ακριβώς 65 χρόνια αργότερα, ήταν επίσης ο τελευταίος παίκτης που επέζησε από το ιστορικό παιχνίδι.[1][2]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε το 1926 σε μια μεσοαστική οικογένεια, στη χρυσή εποχή της Ουρουγουάης, και έζησε μια παιδική ηλικία χωρίς στερήσεις.[3] Ξεκίνησε την καριέρα του από την Σουντ Αμέρικα και καταξιώθηκε με την Πενιαρόλ με την οποία κατέκτησε δύο τίτλους πρωταθλήματος το 1949 και το 1951. Από το 1953 ο ιταλικής καταγωγής Γκίντζια μεταγράφηκε στην Ιταλία αγωνιζόμενος με τη Ρόμα για οκτώ χρόνια και έκλεισε τη συλλογική του καριέρα στη Ντανούμπιο της Ουρουγουάης στα 41 του χρόνια.[4] Στην Ιταλία βοήθησε τη Ρόμα να πάρει την τρίτη θέση στο πρωτάθλημα, η οποία έγινε δεύτερη όταν η Ουντινέζε, η δευτεραθλήτρια, υποβιβάστηκε επειδή κρίθηκε ένοχη για δωροδοκία την προηγούμενη σεζόν. Ο Γκίντζια σε εκείνη τη σεζόν έπαιξε 26 φορές και σημείωσε δύο γκολ. Μικρόσωμος και αδύνατος δεν έπειθε με την αθλητικότητά του αλλά επέδειξε εξαιρετικό έλεγχο της μπάλας, δυνατό ρυθμό και εκπληκτικά δυνατό δεξί πόδι.[5]

Το 1950 έκανε το ντεμπούτο του στην εθνική ομάδα της Ουρουγουάης και τέσσερις μήνες μετά άφησε ανεξίτηλο στίγμα στο Παγκόσμιο Κύπελλο: αγωνίστηκε και στους τέσσερις αγώνες και σκόραρε σε όλους.[6] Σημείωσε το νικητήριο γκολ με αντίπαλο τη Βραζιλία στο 79ο λεπτό στον τελευταίο αγώνα του Παγκοσμίου Κυπέλλου εκείνης της χρονιάς (αποτέλεσμα 2–1). Στα αποδυτήρια πριν τον αγώνα ο προπονητής και οι συμπαίκτες του συμφώνησαν να του περάσουν όσο το δυνατόν περισσότερες πάσες, με μακριές προσπάθειες, γιατί η ταχύτητά του ήταν το πλεονέκτημα της Ουρουγουάης.[3] Και τα δύο γκολ προέρχονταν από τη συνεργασία του Γκίντζια με τον Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο, με τον τελευταίο να σημειώνει το πρώτο γκολ μετά από τελική πάσα (ασίστ) του πρώτου, ενώ οι ρόλοι αντιστράφηκαν στη δεύτερη περίπτωση. Ο αγώνας, που εξακολουθεί να κατέχει το ρεκόρ του μεγαλύτερου κοινού που παρακολούθησε στο γήπεδο αγώνα ποδοσφαίρου, θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες ανατροπές και εκπλήξεις στην ιστορία του ποδοσφαίρου. «Η Βραζιλία είναι Νεκρή» ανακοίνωσε η καθημερινή εφημερίδα Mundo με δραματικό τρόπο, αν και υπήρχε κάποια αλήθεια σε αυτό: δύο οπαδοί αυτοκτόνησαν πηδώντας από τις κερκίδες και τρεις άλλοι υπέκυψαν σε καρδιακή προσβολή.[7][8][9] Ο Γκίντζια παρατήρησε αργότερα ότι «μόνο τρεις άνθρωποι κατάφεραν να σιγήσουν το Μαρακανά: ο Φρανκ Σινάτρα, ο Πάπας και εγώ».[10]

Την προηγούμενη χρονιά, ο Γκίτζια ήταν ένας από την ομάδα ερασιτεχνών που η Ουρουγουάη είχε στείλει στη Βραζιλία για το Πρωταθλήμα Νότιας Αμερικής (μετέπειτα Κόπα Αμέρικα), όταν οι επαγγελματίες παίκτες της απεργούσαν. Η Ουρουγουάη έχασε 5–1 από τη Βραζιλία, αλλά ήταν χρήσιμη εμπειρία για τρεις από την ομάδα που θα έπαιζαν σπουδαίους ρόλους στον θρίαμβο της επόμενης χρονιάς.[5] Στις 29 Δεκεμβρίου 2009, η Βραζιλία τίμησε τον παίκτη για το καθοριστικό του γκολ στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950. Ο Γκίντζια επέστρεψε στο Στάδιο Μαρακανά σχεδόν 60 χρόνια αργότερα για αυτή την τιμή και αποτύπωσε τα πόδια του σε ένα καλούπι, για να πάρει τη θέση του δίπλα σε κορυφαίους ποδοσφαιριστές όπως ο Πελέ, ο Εουσέμπιο και ο Φραντς Μπεκενμπάουερ στον περίπατο της φήμης του Μαρακανά.[11] Το 2010 τιμήθηκε με το Τάγμα Αξίας της FIFA.[12][13]

Τίτλοι και διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πενιαρόλ

  • Πρωτάθλημα Ουρουγουάης (2) : 1949, 1951

Ρόμα

  • Fairs Cup : 1960–61

Μίλαν

  • Πρωτάθλημα Ιταλίας : 1961–62

Ουρουγουάη

  • Παγκόσμιο Κύπελλο : 1950

Ατομικές διακρίσεις

  • Καλύτερη ομάδα Παγκόσμιου Κυπέλλου : 1950
  • Golden Foot : 2006
  • ΑΣ Ρόμα Hall of Fame : 2014

Τιμές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • FIFA 77.jpg Τάγμα Αξίας της FIFA (Ordre du mérite de la FIFA) : 2010

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Alcides Edgardo Ghiggia (1926)». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Ιουλίου 2015. Ανακτήθηκε στις 19 Μαρτίου 2022. CS1 maint: Unfit url (link)
  2. «Πέθανε ο δράστης του "Μαρακανάζο", ανήμερα της επετείου». Ανακτήθηκε στις 19 Μαρτίου 2022. 
  3. 3,0 3,1 «Corre Ghiggia corre». Ανακτήθηκε στις 12 Ιουνίου 2022. 
  4. «Alcides Edgardo Ghiggia (Player)». Ανακτήθηκε στις 19 Μαρτίου 2022. 
  5. 5,0 5,1 «Alcides Ghiggia obituary». Ανακτήθηκε στις 12 Ιουνίου 2022. 
  6. «Ο ουρουγουανός μάγος του Μαρακανά, Αλσίντες Γκίτζια». Ανακτήθηκε στις 24 Μαρτίου 2022. 
  7. «Βραζιλία 1950: Όταν η Ουρουγουάη σίγησε το Μαρακανά». Ανακτήθηκε στις 19 Μαρτίου 2022. 
  8. ««Μαρακανάζο», η Χιροσίμα της Βραζιλίας». Ανακτήθηκε στις 19 Μαρτίου 2022. 
  9. «FIFA : The Finals that made history». Ανακτήθηκε στις 19 Μαρτίου 2022. 
  10. «How Uruguay broke Brazilian hearts in the 1950 World Cup». Ανακτήθηκε στις 19 Μαρτίου 2022. 
  11. «The New York Times : Against Ghana, Uruguay Will Be the Villain Again». Ανακτήθηκε στις 19 Μαρτίου 2022. 
  12. «FIFA Order of Merit holders» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 2 Οκτωβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 2 Μαρτίου 2022. 
  13. «FIFA Order of Merit Award Presented to Alcides Ghiggia with FIFA Pennant». Ανακτήθηκε στις 21 Μαρτίου 2022.