Χοηφόροι (Αισχύλου)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χοηφόροι

Orestes Elektra Hermes Louvre K544.jpg

Ποιητής Αισχύλος
Χορός Αργίτισσες χοηφόρες
Πρόσωπα Ορέστης
Ηλέκτρα
Υπηρέτης
Κλυταιμνήστρα
Τροφός
Αίγισθος
Πυλάδης
Χώρος 1. Τάφος του Αγαμέμνονα

2. Ανάκτορο των Μυκηνών

Η τραγωδία Χοηφόροι ή Χοηφόρες (από το «φέρω χοές» δηλ. τιμές στον νεκρό, στον τάφο του - λάδι, κρασί, μέλι, σπόροι βρασμένοι κλπ.) του Αισχύλου αποτελεί το δεύτερο μέρος της Ορέστειας, της μοναδικής σωζόμενης αρχαίας τριλογίας Αγαμέμνονας, Χοηφόροι, Ευμενίδες. Αποτελείται από 1.076 στίχους.

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο αφηγείται τον φόνο της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου από τον Ορέστη. Ο Ορέστης, συνοδευόμενος από τον πιστό του φίλο Πυλάδη επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Άργος, για να θρηνήσει στον τάφο του πατέρα του. Όταν φθάνει, ο χορός των χοηφόρων ακολουθούμενος από την αδελφή του Ηλέκτρα, κρύβεται και, αφού παρακολουθήσει τις σπονδές, αποκαλύπτει την ταυτότητά του. Αμέσως, θέτει σε εφαρμογή το σχέδιό του, έχοντας τη συμπαράσταση της αδελφής του και του χορού. Ζητά φιλοξενία στο ανάκτορο του πατέρα του, προσποιούμενος τον ξένο, και αναγγέλλει αρχικά τον δήθεν θάνατο του Ορέστη.

Δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τους 1.076 στίχους του έργου, οι μισοί σχεδόν είναι εξολοκλήρου: επανάληψη, επιβεβαίωση, όξυνση, διεύρυνση και επεξεργασία του ίδιου πάθους. Είναι λοιπόν το έργο, κυρίως, έμμονο και οι Χοηφόρες είναι εμμανείς· μέχρι τα άκρα. Στον Αγαμέμνονα αυτό το έμμονο εκφράζεται με το πλήθος των συσσωρευμένων προγονικών δεινών και τη «βουβή» σχεδόν προετοιμασία και έκρηξη της Κλυταιμνήστρας. Ενώ εδώ εκφράζεται με τη συνεχή παράθεση επαναληπτικών φορτίσεων για το ίδιο θέμα:

  • -κατάρες όταν φτάνει ο Χορός για χοές
  • -κατάρες όταν κάνει η Ηλέκτρα τις χοές
  • -πάλι οι ίδιες κατάρες όταν αναγνωρίζονται τα αδέλφια
  • -μετά, διαδοχικά, απ΄τους τρεις, κατάρες που συναγωνίζονται μεταξύ τους
  • -πάλι ύστερα κατάρες με επίκληση στον Αγαμέμνονα να τις στέρξει
  • -πάλι κατάρες και αγαλλίαση απ΄το Χορό, όταν ο Ορέστης λέει το σχέδιο
  • -πάλι κατάρες απ΄ το Χορό όταν η τροφός πάει να φωνάξει τον Αίγισθο
  • -θρίαμβος ύστερα απ΄το φόνο, επειδή οι κατάρες έπιασαν κλπ.

και ανάμεσα, κάθε φορά, αναφορά στο Δεινό και επίκληση της Δίκης.[1]

Παραστάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη παραγωγή της τραγωδίας από το Εθνικό Θέατρο Ελλάδας έκανε πρεμιέρα στις 8 Σεπτεμβρίου 1949 στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού σε μετάφραση Ιωάννη Γρυπάρη και σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη. Μεταξύ άλλων μέλη του θιάσου ήταν οι Δημήτρης Μυράτ, Έλσα Βεργή, Άγγελος Γιαννούλης, Μαρίκα Κοτοπούλη, Αθανασία Μουστάκα, Αλέκος Πέτσος και Νίκος Χατζίσκος. [2]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αισχύλος ,«Χοηφόροι», σ. 37 μτφ. εισαγωγή, σχόλια Κώστας Τοπούζης, εκδ. Επικαιρότητα, 1991 ISBN 960-205-231-7
  2. «Αρχείο του Εθνικού Θεάτρου - Παραστάσεις». www.nt-archive.gr. Ανακτήθηκε στις 2 Μαΐου 2022. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]