Χαρτονόμισμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Χαρτονομίσματα Ευρώ

Το χαρτονόμισμα (αγγλ. banknote) είναι ένα είδος αξιόγραφου, γραμμάτιου, ή υποσχετικής στην οποία ο εκδότης αναγράφει το ποσόν και το είδος του νομίσματος το οποίο θα καταβάλει στον κομιστή. Εκδίδεται συνήθως από πιστωτικά ιδρύματα όπως είναι οι τράπεζες και γι αυτό είναι ευρέως γνωστό και ως τραπεζογραμμάτιο. Σπανιότερα και ανάλογα με την νομοθεσία της κάθε χώρας ή τις ειδικές συνθήκες που επικρατούν μπορεί να εκδοθεί και από άλλους όπως από το ίδιο το κράτος, τον στρατό, επιχειρήσεις ή και ιδιώτες. Χρησιμοποιείται στις συναλλαγές ως χρήμα αξίας ίσης με την ονομαστικής του αξία. Σήμερα στις περισσότερες χώρες τα τραπεζογραμμάτια εκδίδονται από τις κεντρικές τράπεζες των χωρών.

Η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση χαρτονομισμάτων έγινε στην Κίνα τον 7ο αιώνα μ.Χ ωστόσο στην Ευρώπη η χρήση τους άρχισε να διαδίδεται τον 17ο αιώνα, 10 αιώνες αργότερα.

Οι πρώτες εκδόσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για αιώνες τα νομίσματα, παρ όλες τις διάφορες μορφές που είχαν λάβει κατά καιρούς, είχαν πολύ καλά εμπεδωθεί στην αντίληψη των ανθρώπων ως κομμάτια μετάλλου τα οποία είχαν την αξία που του είχε προσδώσει η αγορά. Μία δραχμή δηλαδή αποτελούνταν από μέταλλο αξίας μιας δραχμής, και ένας οβολός είχε μέταλλο αξίας ενός οβολού κτλ.

Πρώιμο Κινέζικο χαρτονόμισμα της περιόδου της δυναστείας Song.

Η αρχική χρήση του χαρτονομίσματος δεν γινόταν με τον ίδιο τρόπο που γίνονταν οι συναλλαγές με τα μεταλλικά νομίσματα. Ουσιαστικά τα πρώτα χαρτονομίσματα ήταν «υποσχετικές». Ένα κείμενο δηλαδή που αυτός που το συνέτασσε, ο εκδότης, υποσχόταν ότι θα καταβάλει το αναγραφόμενο ποσό στο πρόσωπο με το οποίο έκανε την συναλλαγή.
Η συναλλαγή για την αγορά ενός αγαθού δηλαδή με την χρήση αυτού που σήμερα ονομάζουμε χαρτονόμισμα γίνονταν ως εξής: ο αγοραστής έγραφε ένα κείμενο στο οποίο υποσχόταν να καταβάλει στον πωλητή το συμφωνημένο ποσό. Ο πωλητής επέστρεφε το κείμενο αυτό στον αγοραστή όταν ο τελευταίος του κατέβαλε το ποσό.

Καθώς η διαδικασία αυτή εξελίχθηκε, έπαψαν να αναγράφονται τα στοιχεία του δικαιούχου (αυτός για τον οποίον είχε εκδοθεί η ”υποσχετική”) στο κείμενο και τελικά δικαιούχος ήταν οποιοσδήποτε είχε στα χέρια του το κείμενο αυτό δηλαδή ο κομιστής, κάτι το οποίο ισχύει μέχρι και σήμερα.

Η χρήση της πρακτικής αυτής γινόταν κυρίως σε συναλλαγές μεγάλης αξίας λόγω της ευκολίας και της ασφάλειας που προσέδιδε στις συναλλαγές αφού αντί να μεταφέρει κάποιος 1000 τεμάχια ενός νομίσματος απλά μετέφερε ή συνέτασσε ένα κείμενο γραμμένο συνήθως σε ένα κομμάτι χαρτί. Ακόμη και σήμερα στις περισσότερες χώρες τα χαρτονομίσματα έχουν μεγαλύτερη ονομαστική αξία από τα μεταλλικά νομίσματα (κέρματα).

Με την πάροδο του χρόνου και την εξέλιξη των συναλλαγών, αυτός για τον οποίον είχε αρχικά εκδοθεί η ”υποσχετική” αντί να εισπράξει ο ίδιος από τον εκδότη το ποσόν που αναγραφόταν, την μεταβίβαζε σε κάποιον άλλον. Όσο πιο επώνυμος και αξιόπιστος ήταν ο εκδότης της ”υποσχετικής”, τόσο πιο εύκολα ο τρίτος την δεχόταν. Τον ρόλο του εκδότη του οποίου η φερεγγυότητα και αξιοπιστία ήταν απαραίτητη για να είναι ευρέως αποδεκτές αυτές οι υποσχετικές, την ανέλαβαν οργανισμοί πού τελικά εξελίχθηκαν στις τράπεζες. Οι υποσχετικές αυτές επικράτησε να ονομάζονται τραπεζογραμμάτια.

Ασφάλεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ολόγραμμα σε χαρτονόμισμα των 5 ευρώ.
Οι ειδικές αυτές εκτυπώσεις κάνουν πιο δύσκολη την δυνατότητα παραχάραξης.

Οι εκδότες των χαρτονομισμάτων σε όλη την διάρκεια της ιστορίας τους μέχρι και σήμερα έπρεπε να ισορροπούν ανάμεσα σε δύο πολύ λεπτές καταστάσεις. Να διατηρούν αλώβητη την αξιοπιστία τους ώστε τα χαρτονομίσματα που εκδίδουν να είναι ευρέως αποδεκτά αλλά να ταυτόχρονα να διασφαλίζουν ότι τα χαρτονομίσματα που κυκλοφορούν στην αγορά δεν είναι προϊόντα παραχάραξης. Γι αυτό σε όλη την διάρκεια της χρήσης χαρτονομισμάτων οι εκδότες εφεύρισκαν τρόπους ώστε να διασφαλίζεται η αυθεντικότητα τους οι οποίοι εξελίχθηκαν στις σημερινές πολύπλοκες τεχνικές που εξελίσσονται και αυτές σχεδόν ταυτόχρονα με την πρόοδο της τεχνολογίας. Έτσι για την εκτύπωση των χαρτονομισμάτων χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς μελάνια ειδικών προδιαγραφών, ειδικά χαρτιά με ίνες ρυζιού, μεταξιού, ή ίνες που φωσφορίζουν κάτω από ειδικές συνθήκες κλπ. Τα σχέδια φτιάχνονταν από ειδικούς χαράκτες, και χρησιμοποιούνται υδατογραφήματα, πολύπλοκα σχέδια, ολογράμματα και διάφορες άλλες τεχνικές, προς αποφυγήν παραχάραξης . Μερικές χώρες, όπως η Αυστραλία, αντί για χαρτί χρησιμοποίησαν πλαστικά τραπεζογραμμάτια, τα οποία είναι πολύ πιο οικονομικά και δεν σχίζονται εύκολα. Ταυτόχρονα οι θεσπίσθηκαν νόμοι πού αφορούσαν αρχικά τα κέρματα αλλά αργότερα και τα χαρτονομίσματα με τους οποίους προβλέπονται αυστηρές ποινές σε όσους παράγουν ή προωθούν στην αγορά χαρτονομίσματα τα οποία είναι προϊόντα παραχάραξης και δημιουργήθηκαν ειδικές κρατικές υπηρεσίες οι οποίες προσπάθησαν να περιορίσουν και να αποθαρρύνουν το φαινόμενο.

Φθορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παράλληλα με την προσπάθεια αποθάρρυνσης της παραχάραξης, η αντιμετώπιση της φθοράς των τραπεζογραμματίων, από την καθημερινή χρήση τους από του συναλλασσόμενους, ήταν και είναι μία πρόκληση που καλείται και πάλι να αντιμετωπίσει η τεχνολογία.

Έτσι τα τραπεζογραμμάτια πρέπει να είναι ανθεκτικά στην τριβή και στα επανειλημμένα τσακίσματα αλλά ταυτόχρονα να μην σχίζονται εύκολα, να μην συσσωρεύουν ρύπους και να μην αλλοιώνονται τα χρώματα τους, να είναι ανθεκτικά σε όσο το δυνατών περισσότερα χημικά και να μην καταστρέφονται εάν εκτεθούν για μεγάλο διάστημα στο νερό, την υγρασία ή στην ηλιακή ακτινοβολία κ.τ.λ.

Οι προκλήσεις είναι πολλές και ακόμα περισσότερες οι λύσεις που χρησιμοποιήθηκαν για την αντιμετώπισή τους τόσο στο παρελθόν όσο και στην σύγχρονη εποχή. Τελικά και ανάλογα με τις πολιτικές του κάθε εκδότη επιλέγονται εκείνες που αντιμετωπίζουν τα προβλήματα αυτά σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο βαθμό χωρίς όμως να εκτοξεύουν το κόστος εκτύπωσης σε ύψη που να τις καθιστά ασύμφορες.

Τις τελευταίες δεκαετίες η αυξανόμενη χρήση πιστωτικών καρτών και οι μεταφορές κεφαλαίων με ηλεκτρονικό τρόπο μέσω του διαδικτύου, των αυτόματων ταμιακών μηχανών ή άλλων Τραπεζικών υπηρεσιών όπως η αυτόματη εξόφληση λογαριασμών, περιορίζουν την χρήση χαρτονομισμάτων τα οποία δεν περνούν τόσο τακτικά από χέρι σε χέρι ώστε να φθείρονται. Βέβαια οι ηλεκτρονικές συναλλαγές και το πλαστικό χρήμα δεν επινοήθηκαν για να περιορίσουν την φθορά των χαρτονομισμάτων αλλά είναι και αυτός είναι ένας έμμεσος τρόπος που αυξάνει τον μέσο όρο ζωής τους.

Άλλη χρήση των χαρτονομισμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από την χρηστική πλευρά τους, τα χαρτονομίσματα χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται και για λόγους διαφορετικούς από αυτούς για τους οποίους δημιουργήθηκαν.

Χαρτονόμισμα που εξέδωσαν οι Ιαπωνικές δυνάμεις κατοχής στις Φιλιππίνες κατά την διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου.

Kυβερνήσεις, απολυταρχικά ή Δημοκρατικά καθεστώτα, μονάρχες ακόμα και στρατιωτικές κατοχικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν τα χαρτονομίσματα κατά καιρούς για προπαγανδισμό.

Μέσα από αυτά τα έντυπα μικρών σχετικά διαστάσεων, τιμήθηκαν πρόσωπα όχι μόνο από τον πολιτικό, στρατιωτικό χώρο αλλά και από την επιστήμη την τέχνη, τον αθλητισμό κτλ. Ένα παράδειγμα από την ελληνική πραγματικότητα είναι η αποτύπωση του Κολοκοτρώνη του Καποδίστρια αλλά και του Παπανικολάου σε ελληνικά χαρτονομίσματα.

Αποτυπώθηκαν διάφορα γεγονότα εμπνευσμένα από ιστορία του κάθε κράτους. Νικηφόρες μάχες οι οποίες άλλαξαν τον ρου της ιστορίας ενός έθνους είναι ένα πολύ συχνό θέμα.

Βασιλιάδες εδραίωσαν την μοναρχία ή την δυναστεία τους όπως γίνεται ακόμα και σήμερα όπου στα χαρτονομίσματα πολλών χωρών όπως η Μεγάλη Βρετανία απεικονίζεται ο εκάστοτε μονάρχης ή πριν την έλευση του ευρώ στα χαρτονομίσματα του Βελγίου, της Ολλανδίας, της Σουηδίας, κτλ.
Ηγεμόνες και δικτάτορες προσπάθησαν να παγιώσουν την απολυταρχία τους όπως πολύ συχνά γίνεται και σήμερα σε πολλά αφρικανικά και όχι πολύ παλιά σε νοτιο-αμερικανικά καθεστώτα.

Στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής επιχείρησαν να ενδυναμώσουν την κυριαρχία τους και να διασπείρουν την προπαγάνδα τους όπως έκαναν κατά την διάρκεια το Β΄ παγκοσμίου πολέμου οι Γερμανικές, Ιταλικές και Ιαπωνικές δυνάμεις κατοχής.

Κυβερνήσεις προσπάθησαν να περάσουν τις πολιτικές τους όπως έκανε η Κίνα κατά διαδικασία της εκβιομηχάνισης της, ή κάποιες άλλες κυβερνήσεις όταν προωθούσαν την γεωργία, την αλιεία κτλ στις χώρες τους.

Η θεματολογία που αποτυπώνεται στα χαρτονομίσματα είναι αστείρευτη. Από όπου και αν πηγάζει όμως, η καλλιτεχνική αποτύπωσή της αποτελεί ένα ξεχωριστό είδος καλλιτεχνικής έκφρασης. Πολλά από τα χαρτονομίσματα που κυκλοφορήσαν κατά καιρούς ανά τον κόσμο, διακρίνονται για την υψηλή αισθητική τους που αν και τις περισσότερες φορές περνούν απαρατήρητα από τους καθημερινούς χρήστες-συναλλασσόμενους δεν είναι λίγοι εκείνοι οι οποίοι την εκτιμούν και την θαυμάζουν.

Συλλεκτικά χαρτονομίσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χαρτονόμισμα της πρώην ανατολικής Γερμανίας. Μετά την επανένωση της με την δυτική και την δημιουργία της ενιαίας Γερμανίας καταργήθηκε. Η αξία του είναι πλέον μόνο συλλεκτική.

Στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων η αξία των χαρτονομισμάτων είναι ίση με την αναγραφόμενη σε αυτό (ονομαστική αξία). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις των συλλεκτικών χαρτονομισμάτων, των ειδικών εκδόσεων, ή των χαρτονομισμάτων εκείνων που για κάποιο λόγο, τυχαίο ή όχι, έχουν κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Σε αυτές τις περιπτώσεις η αγορά προσδιορίσει μια άλλη αξία (εμπορική) η οποία μπορεί να είναι χαμηλότερη ή υψηλότερη από την ονομαστική ανάλογα με την σπανιότητά τους ή όχι. Οι παράγοντες που προσδιορίζουν την σπανιότητα και κατ’ επέκταση και την εμπορική τους αξία είναι πολλοί όπως παλαιότητα, η ακεραιότητα, η φήμη, η καλλιτεχνική αρτιότητα και πρωτίστως η προσφορά και η ζήτηση.

Διαφορετική συνήθως εμπορική αξία από την ονομαστική έχουν επίσης τα χαρτονομίσματα τα οποία έχουν αποσυρθεί από της αγορά. Ανά τους αιώνες πάντα υπήρχαν συλλέκτες μεταλλικών νομισμάτων και πολύ αργότερα χαρτονομισμάτων που διαμόρφωσαν μια ιδιαίτερη πολύ μεγάλη κοινότητα και την αντίστοιχη αγορά η οποία διαμόρφωνε και τις τιμές.

Ελληνικά χαρτονομίσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα η εισαγωγή του χαρτονομίσματος έγινε για πρώτη φορά το 1841 με εκδόσεις της Εθνικής Τράπεζας. Αργότερα εξέδοσαν χαρτονομίσματα η Ιονική τράπεζα, η Τράπεζα Κρήτης, η Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας και η Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ σε έκτακτες περιπτώσεις εξέδωσε χαρτονομίσματα (τα λεγόμενα κερματικά γραμμάτια) και το ίδιο το ελληνικό κράτος. Από την 1η Ιανουαρίου 2002 και μετά όπως και σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης χρησιμοποιούνται τραπεζογραμμάτια του Ευρώ. Έχουν εκδοθεί Χαρτονομίσματα των 5, 10, 20, 50, 100, 200 και 500 Ευρώ με το χαρακτηριστικό γράμμα εμπρός από τον αριθμό κυκλοφορίας και με ειδικό κωδικό αριθμό στην κύρια πλευρά του κάθε χαρτονομίσματος. Το «Υ» είναι το χαρακτηριστικό των χαρτονομισμάτων που έχουν εκδοθεί στην Ελλάδα, όπως π.χ. το «Χ» είναι το χαρακτηριστικό γραμμα της Γερμανίας και το «Τ» της Ιρλανδίας.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]