Χανς Άισλερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χανς Άισλερ
Eisler1940.jpg
Ο Χανς Άισλερ σε φωτογραφία του 1940
Γέννηση
Λειψία
Θάνατος
Βερολίνο
Αιτία θανάτου Έμφραγμα του μυοκαρδίου
Υπηκοότητα Αυστρία
Ιδιότητα συνθέτης, σεναριογράφος, καθηγητής πανεπιστημίου και συνθέτης μουσικών θεμάτων για κινηματογραφικές ταινίες
Γονείς Ρούντολφ Άισλερ
Σημαντικά έργα Αναστημένη από τα ερείπια
Βραβεύσεις Εθνικό Βραβείο της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας
Commons page Wikimedia Commons

Ο Χανς Άισλερ (Hanns Eisler), Λειψία 6 Ιουλίου 1898 - Βερολίνο 6 Σεπτεμβρίου 1962), ήταν Γερμανός συνθέτης και θεωρητικός της μουσικής τού 20ού αιώνα. Υπήρξε ίνδαλμα για τον λαό της τέως Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας, [1] μελοποιός του εθνικού της ύμνου και ένας από τους κορυφαίους συνεργάτες του Μπρεχτ, ενώ έγραψε ενδιαφέροντα κείμενα πολιτικού περιεχομένου, όντας ο ίδιος οπαδός της επονομαζομένης αγωνιστικής μουσικής (Kampfmusik). [2] Η ζωή του χαρακτηρίζεται ως εξαιρετικά πολυτάραχη, λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, αλλά και από το το πολύ μεγάλο σε όγκο συνθετικό του έργο. Συνέθεσε πάνω από 600 τραγούδια, μουσική για 40 θεατρικά έργα και για περισσότερες από 40 ταινίες για τον κινηματογράφο [3] ή ντοκιμαντέρ.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άισλερ γεννήθηκε στην Λειψία που, τότε, ανήκε στην Ανατολική Γερμανία, το 1898. Στο ληξιαρχείο της πόλης κατονομάζεται ως Γιοχάνες (Johannes) Άισλερ, [4] ενώ στο διαβατήριό του αναφέρεται ότι είχε αυστριακή καταγωγή, το οποίο κράτησε ακόμη και όταν εγκαταστάθηκε στον Σοβιετικό τομέα του Βερολίνου μετά τον Πόλεμο. [5][i] Πατέρας του ήταν ο διάσημος Αυστριακός συγγραφέας Ρούντολφ Άισλερ (Rudolph Eisler, 1873-1926) και μητέρα του η Ida Maria Eisler, το γένος Fischer (1876-1929). Τρίτο παιδί της οικογένειας, μεγάλωσε στη μορφωμένη μεσαία τάξη, ωστόσο, όπως ο ίδιος γράφει, κάτω από πολύ κακές συνθήκες. Ενώ στην ληξιαρχική πράξη γέννησης κατονομάζεται ως Johannes, ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του, αργότερα, Χανς (Hanns}. Ο πατέρας του καταγόταν από παλαιά Τσεχο-εβραϊκή οικογένεια της μεσαίας τάξης, η δε μητέρα του από σουηβική οικογένεια αγροτών. Ο πατέρας της ήταν σοσιαλιστής και φανατικός θαυμαστής του Αυγούστου Μπέμπελ. Δεν υπήρχαν χρήματα για μαθήματα μουσικής ούτε για την αγορά πιάνου, οπότε ο Χανς μελετούσε μόνος του.

  • Ο Άισλερ είχε έναν αδελφό και μία αδελφή, μεγαλύτερους από αυτόν, που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο, όχι μόνον στη ζωή του Χανς, αλλά και στις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις της εποχής εκείνης.

Το 1901 η οικογένεια μετακόμισε στη Βιέννη. Ως άθεος, ο πατέρας του δεν θα μπορούσε να πάρει οποιαδήποτε θέση στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης και στήριζε οικονομικά την οικογένειά του ως ιδιωτικός δάσκαλος και με την βοήθεια του αδελφού του, ο οποίος ήταν δικηγόρος. Ο Χανς παρακολούθησε (1904-1908), το δημοτικό σχολείο στο τρίτο διαμέρισμα της Βιέννης, ενώ στο σπίτι, τα παιδιά πολύ νωρίς εξοικειώθηκαν με τη μουσική, καθώς ο πατέρας τους τραγουδούσε και έπαιζε πιάνο. Στο Καθολικό Γυμνάσιο Ραζουμόφσκι (Rasumofsky High School) στην πρώην Sophie Brückengasse (σήμερα Kundmanngasse) ο Χανς άρχισε να ασχολείται έντατικά με τη μουσική και τις πρώτες συνθέσεις του έγραψε όταν ήταν μόλις δέκα ετών, [6] Αυτές έχουν χαθεί, ενώ τα πρώτα σωζόμενα έργα του είναι μετά το 1917.

Το 1916, ο Άισλερ τελείωσε το σχολείο μετά την ολοκλήρωση της πέμπτης τάξης, ένα χρόνο πριν από την κανονική αποφοίτησή του. Δεδομένου ότι ο αδελφός του Γκέρχαρτ εξέδιδε ένα αντιπολεμικό περιοδικό παραμονές τού Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και, λόγω των σοσιαλιστικών πεποιθήσεών της, όλη η οικογένεια ήταν πολιτικώς ύποπτη και υπό παρακολούθηση από την μυστική αστυνομία. Τελικά, ο Άισλερ κατατάχτηκε σε ένα ουγγρικό σύνταγμα πεζικού, αφού ήδη είχε καταδικαστεί δύο φορές για ανυποταξία. Αυτή η περίοδος υπήρξε πολύ κουραστική για τον συνθέτη, καθώς γιατί ήταν μικρός στο δέμας. Επιπλέον, είχε καταχωρηθεί ως πολιτικά αναξιόπιστος, διότι ως σοσιαλιστής βαρυνόταν πάντοτε με αυτή την κατηγορία. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο λόγος που τον είχαν εντάξει σε ένα ουγγρικό σώμα στρατού, επειδή οι επικρατούσες γλωσσικές διαφορές θα δρούσαν αποτρεπτικά σε ενδεχόμενη πολιτική «αναταραχή» που θα προκαλούσε. Κατά τη διάρκεια αυτών των δύο ετών θητείας του, ο Άισλερ συνέθετε στον ελεύθερο χρόνο του. Η αντιπολεμική ρητορική του περιγραφόταν μέσα από τους κανόνες του δωδεκαφθογγισμού, αν και πολλά έργα του χάθηκαν στα γεγονότα του πολέμου. Εκείνη την περίοδο, εκδήλωσε για πρώτη φορά το ενδιαφέρον του για την ποίηση της Άπω Ανατολής. Το 1917, με την Οκτωβριανή Επανάσταση στην Ρωσία, ο Άισλερ έγραψε ότι οι στρατιώτες που υπηρετούσαν μαζί του, άκουσαν την είδηση με ενθουσιασμό, κυρίως, επειδή υπήρχε μεγάλη προσδοκία ότι η πίεση του πολέμου θα μειωνόταν με την αποχώρηση των Ρώσων ως αντιπάλων των Γερμανών. Ωστόσο, χρειάστηκε σχεδόν άλλος ένας χρόνος, μέχρι να επιστρέψει στο σπίτι του.

Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άισλερ το 1917, με στρατιωτική στολή στον Αυστρο-ουγγρικό στρατό

Η επιστροφή του Άισλερ στην Βιέννη, τον Δεκέμβριο του 1918 ήταν πολύ ιδιαίτερη γι’ αυτόν, δεδομένου ότι είχαν διαταραχθεί οι σχέσεις με τους γονείς του. Στο διαμέρισμα της Löwengasse ένοιωθε σαν επισκέπτης. Είχε - όπως και χιλιάδες άλλοι- οικονομικά προβλήματα, ακόμη και για την αγορά πολιτικής ενδυμασίας. Η Αυστρία ανακηρύχθηκε Δημοκρατία στις 12 Νοεμβρίου, αλλά η ρωσική Οκτωβριανή Επανάσταση έλαμπε ακόμη έντονα στη Βιέννη. Ωστόσο, οι σοσιαλδημοκράτες δεν «μιλούσαν» στην καρδιά πολλών από εκείνους που επέστρεψαν, για κάποια σημαντική κοινωνική αλλαγή. Στην κορύφωση της Νοεμβριανής Επανάστασης στη Γερμανία, ιδρύθηκε στη Βιέννη το πρώτο και παλαιότερο Κομμουνιστικό Κόμμα της Δυτικής Ευρώπης στις 3 Νοεμβρίου 1918, το CPA. Η αδελφή του Άισλερ, Ελφρίντε ήταν μέλος των Κόκκινων Φρουρών (Roten Garden), και είχε φυλακιστεί μετά την κατάληψη του γραφείου μιας εφημερίδας για αρκετές εβδομάδες. Αλλά και ο αδελφός τους, Γκέρχαρτ, προσχώρησε επίσης στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Η Ελφρίντε ήταν παντρεμένη με τον δημοσιογράφο Paul Friedlander από το 1915, και είχε αποκτήσει μαζί του ένα παιδί. Διέβλεψε ότι, στην Βιέννη, δεν υπήρχε τρόπος να καταστή συνειδητή η πολιτική ιδέα μιας ριζικής αλλαγής και αναχώρησε για το Βερολίνο. Εκεί, άλλαξε το όνομά της σε Ρουθ Φίσερ (το γένος της μητέρας της). Ο αδελφός της, Γκέρχαρτ, θα την ακολουθήσει στην γερμανική πρωτεύουσα λίγο αργότερα.

Ο Χανς μετακόμισε με τη φίλη του, δασκάλα, Ίρμα (Irma Friedmann) στους στρατώνες τού Grinzing της Αυστρίας. Εκεί βρισκόταν, όπως είχε κάποτε περιγραφεί, «η μισή Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ουγγαρίας». Η Ίρμα νοίκιασε ένα πιάνο, και αφού ο Άισλερ συνέθετε τραγούδια, εκείνη τον συνόδευε. Νωρίς το 1919, ο αυτοδίδακτος μέχρι τότε συνθέτης, μπήκε στο Ωδείο της Νέας Βιέννης για να σπουδάσει σύνθεση και μαθήματα πιάνου. Το ταλέντο και οι γνώσεις του στην αρμονία κρίθηκαν επαρκή για να μπει στην τάξη αντίστιξης του καθηγητή Karl Weigl.

Με τον Άρνολντ Σένμπεργκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Άισλερ πρωτοάκουσε την Συμφωνία Δωματίου αρ. 1, του Σένμπεργκ ενθουσιάστηκε. Με μεσολάβηση ενός μαθητή τού Σένμπεργκ, πήγε σε αυτόν και εκείνος προσφέρθηκε να τού κάνει μαθήματα αφιλοκερδώς, διότι αναγνώρισε το ταλέντο του. Ο Άισλερ πήγαινε δύο φορές την εβδομάδα με το τοπικό τρένο στο Mödling. Συχνά δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και, έτσι, χρειαζόταν να περπατήσει 15 χιλιόμετρα για το μάθημα. Συμμαθητές του, αυτό το διάστημα, υπήρξαν οι μετέπειτα αξιόλογοι μουσικοί Joseph Trauneck, Karl Franz Rankl, Erwin Ratz και Jascha Horenstein.

Τα μαθήματα με τον Σένμπεργκ αποδείχθηκαν πολύ αυστηρά, σύμφωνα με τους κλασικούς κανόνες και τις προδιαγραφές των έργων των Μπαχ και Μπετόβεν. Ο Σένμπεργκ ήταν τότε 45 ετών και ο Άισλερ 21 ετών. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, ο Άισλερ έγινε ο αγαπημένος μαθητής του Σένμπεργκ. Μάλιστα, τού πρόσφερε θέση διορθωτή στον διάσημο εκδοτικό μουσικό οίκο Γιουνιβέρσαλ (Universal Edition, UE). Ο Άισλερ συναντήθηκε με αρκετές προσωπικότητες του επονομαζομένου «κύκλου του Σένμπεργκ» στο Café Museum της Karlsplatz. Εκεί γνώρισε την τραγουδίστρια Σαρλότ Ντέμαντ (Charlotte Demant), που είχε σπουδάσει μουσική θεωρία με τον Βέμπερν και την νυμφεύθηκε στις 31 Αυγούστου 1920. Στο τέλος Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, ο Σένμπεργκ πήρε τον Άισλερ ως βοηθό στην Ολλανδία, όπου -μέχρι το Μάρτιο του 1921- έκανε σεμινάρια σύνθεσης και έδινε συναυλίες στο περίφημο Κοντσερτχεμπάου του Άμστερνταμ. Το ταξίδι τής επιστροφής στη Βιέννη οδήγησε τον Άισλερ στο Βερολίνο για να δει τον αδελφό του. Εκεί, συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Μπρεχτ, σε μια καλλιτεχνική βραδιά, όπου ο ίδιος τραγούδησε με συνοδεία στο πιάνο. Η συνάντηση αυτή θα αποδειχθεί, αργότερα, καταλυτική και για τους δύο καλλιτέχνες.

Το φθινόπωρο του 1921 ο Άισλερ άρχισε να διδάσκει στον Σύλλογο Λαϊκής Μουσικής Φροντίδας της Βιέννης (Wiener Verein für volkstümliche Musikpflege), κυρίως βασική μουσική εκπαίδευση των εργαζομένων. Αυτή η ενασχόληση ήταν πολύ καθοριστική για τον Άισλερ, καθώς άρχισε να αντιπαρατίθεται με τον -«πιο ελιτίστικης νοοτροπίας» Σέμνπεργκ, κάνοντάς τον να διερωτηθεί «για ποιον κάνει μουσική».

  • Ήταν η αρχή της ιδεολογικής -και όχι μουσικής- σύγκρουσης με τον δάσκαλό του, καθώς αντιπαρατέθηκαν οι «μικροαστικές» απόψεις του Σένμπεργκ (κατά τον Άισλερ), με τις «γελοιωδώς επαναστατικές» απόψεις του Άισλερ (κατά τον Σένμπεργκ). Ο Άισλερ προσέδιδε στη μουσική «κοινωνική λειτουργία», ενώ ο Σένμπεργκ ήταν της απόψης «η Τέχνη για την Τέχνη».

Ανεξάρτητα από την αντιπαράθεσή τους, ο Σένμπεργκ εκτιμούσε το καθαρά συνθετικό έργο τού μαθητή του. Μάλιστα, όταν ο Άισλερ συνέθεσε την πρώτη Σονάτα για πιάνο (1923), ο Σένμπεργκ ευχαριστήθηκε τόσο που, την συμπεριέλαβε στο πρόγραμμα συναυλιών του στην Πράγα. Το 1924, ο Άισλερ συνέθεσε το πρώτο έργο του στο δωδεκάφθογγο σύστημα, το Opus 5, Palmström. Στις 10 Οκτωβρίου του 1924, για πρώτη φορά, ένα έργο του Άισλερ παρουσιάστηκε στη Βιέννη. Σε ένα άρθρο του, ο μουσικολόγος και κριτικός Erwin Ratz κατονομάζει τον Άισλερ ως τον «τρίτο ταλαντούχο συνθέτη από τον κύκλο του Σένμπεργκ, δίπλα στους Μπεργκ και Βέμπερν». Παρ 'όλα αυτά, ο Άισλερ είχε αρνηθεί την θέση του διευθυντή ορχήστρας της Βιέννης. Έτσι, ήταν πολύ δύσκολο γι’ αυτόν να κερδίσει τα προς το ζην. Για μια παρουσίαση των έργων του, πήγε στο Βερολίνο ελπίζοντας να κάνει επαφές εκεί. Ωστόσο ήταν γνωστός σε μικρό κύκλο, αν και οι κριτικοί μουσικής του Βερολίνου είχαν εκφραστεί θετικά για το έργο του. Όταν ήταν ακόμη στη Βιέννη, ο Άισλερ συνέθεσε τρία χορωδιακά έργα για ανδρικές φωνές σε ποίηση Χάινριχ Χάινε (Heinrich Heine). Αφιερώθηκε εκτενώς στο είδος, ειδικά στην χορωδία εργαζομένων (sic) ανδρών, καθώς ήταν της άποψης ότι, η μουσική πρέπει να φτάσει τις μάζες και όχι μόνο στους ελιτίστικους κύκλους.

Τα πρώτα χρόνια στο Βερολίνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον χειμώνα του 1925, ο Άισλερ έφυγε μόνος για το Βερολίνο, ενώ η σύζυγός του παρέμεινε στη Βιέννη. Πάντως κράτησαν το διαμέρισμα στην Βιέννη και ο ίδιος έκανε συχνά την διαδρομή μεταξύ Βερολίνου και Βιέννης. Στο μεταξύ, η διαμάχη του με τον Σένμπεργκ εξακολούθησε έντονη, ειδικά με το σκεπτικό του όρου Σύγχρονη Μουσική που είχε αρχίσει να ακούγεται στην περίοδο του Μεσοπολέμου. Ο Άισλερ επέκρινε έντονα τον Σένμπεργκ για την ελιτίστικη στάση του, ενώ ο Σένμπεργκ δεν μπορούσε να δεχθεί την τοποθέτηση του παλαιού μαθητή του μακριά από τον αρτιστικό ρόλο της νέας μουσικής και, επομένως, αρνείτο την πολιτική στάση του Άισλερ, ο οποίος ήταν σοσιαλιστής, και πίστευε στην στρατευμένη μουσική. Αυτή η σύγκρουση συνεχίστηκε πολύ καιρό, όπως μπορεί να διαβάσει κανείς σε επιστολές του Σένμπεργκ από το 1928, αλλά η αλληλοεκτίμηση που είχαν για την μουσική τους κατάρτιση ήταν πάντοτε δεδομένη.

Το Βερολίνο εκείνη την εποχή (1925-6) ήταν και το κέντρο του γερμανικού εργατικού κινήματος και τα αδέλφια του Άισλερ, η Ελφρίντε και ο Γκέρχαρτ, ήσαν εκείνη την εποχή, ήδη, σημαντικά στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος (KPD). Μετά το 1925, ο Άισλερ άρχισε να στρέφεται σοβαρά στους μουσικούς προσανατολισμούς που ονειρευόταν. Έγραψε κύκλους τραγουδιών, όπου «...διαφαίνεται ένα οριστικό αντίο στην λυρική αστική μουσική». Στο μουσικό φεστιβάλ του Μπάντεν-Μπάντεν, το 1927, ο Άισλερ συναντήθηκε για δεύτερη φορά με τον Μπρεχτ, ο οποίος πρωτοπαρουσίασε εκεί το έργο Άνοδος και πτώση της πόλης Μαχάγκονυ. Ωστόσο, θα πρέπει να περάσουν άλλα τρία χρόνια πριν συνεργαστούν. Ο Άισλερ, σε αυτή την περίοδο, γράφει όχι μόνον μουσική, αλλά και εξαιρετικά εκτεταμένα κείμενα. Το 1927 δημοσίευσε στην εφημερίδα του KPD, Die Rote Fahne, το πρώτο άρθρο του για την 100η επέτειο από τον θάνατο του Μπετόβεν. Περισσότερα από 30 άλλα κείμενα θα ακολουθήσουν μέχρι το 1929. Σε αυτά τα κείμενα καταγγέλλει την «στενομυαλιά» της αστικής τέχνης και περιγράφει την αρχή τής «αποσύνθεσής» της.

Αγωνιστική μουσική (Kampfmuzik)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου περισσότερα από 450.000 μέλη ενώθηκαν στην Χορωδιακή Κοινωνία των Γερμανών Εργατών (Deutsche Arbeiter-Sängerbund, DAS). Παντού, στην πόλη και στην ύπαιθρο, υπήρχαν χορωδίες, μερικές από τις οποίες σε υψηλό επίπεδο. Παράλληλα όμως, υπήρχαν πολύ λίγα πολιτικά τραγούδια, διότι το ρεπερτόριο δεν διέφερε ιδιαίτερα από εκείνο των «αστικών» χορωδιών. H Αγωνιστική μουσική του Άισλερ αρχίζει με τα Τέσσερα κομμάτια για μικτή χορωδία op. 13 (1928) σε δικούς του στίχους. Αυτά τα κομμάτια παρωδούσαν τα θέματα της θρησκείας, την φύση και την αγάπη, και τελειώνουν με ένα απόσπασμα από την Διεθνή. Για την εκτέλεση των έργων του, ο Άισλερ συνήθως ακολουθούσε την μέθοδο του Μπρεχτ, δίνοντας ακριβείς οδηγίες. Για παράδειγμα, στα Τέσσερα κομμάτια για μικτή χορωδία οp. 14.2, γράφει: «Αυτά τα τραγούδια παρουσιάζονται στην πραγματικότητα καλύτερα έτσι: τσιγάρο στο στόμα, τα χέρια στις τσέπες του, λίγο φασαρία, έτσι ώστε να μην ακούγεται πολύ καλό και κανείς να μην σοκάρεται». [7]

Ως εκ τούτου, τα έργα του Άισλερ δεν ήσαν «κατάλληλα» για αστική καταξίωση. Στη συνέχεια έγραψε κάποια τραγούδια, για τα οποία αναφέρεται ότι «πρέπει να τραγουδηθούν στους δρόμους». Ωστόσο, έκαναν πρεμιέρα το 1929 στο Μέγαρο Μουσικής της Ακαδημίας Μουσικής του Βερολίνου (Hochschule der Künste Berlin). Μεταξύ άλλων, ο Άισλερ έγραψε ένα έργο πάνω σε κείμενο του θρυλικού Αμερικανού ακτιβιστή και τραγουδιστή Τζο Χιλ (Joe Hill), ο οποίος είχε εκτελεστεί το 1915 με αμφίβολες κατηγορίες, για φόνο. Η επιτυχία ήταν συντριπτική. Τα τραγούδια θέλησαν να τα τραγουδήσουν οι χορωδίες των εργατών, αν και ήσαν ερασιτεχνικές και ο Άισλερ δεν μπορούσε να τα διδάξει εύκολα, παρόλο που κάθε χορωδία αποτελούσε μεγάλη πρόκληση γι’ αυτόν. Γράφει ο ίδιος, το 1933: «Ο χοράρχης δεν πρέπει να έχει υπαλληλικό και και καλλιτεχνικό ρόλο, αλλά και λειτουργικό. Είναι καθήκον της χορωδίας, να εκπαιδευτεί πολιτικά και να διακρίνει τα πολιτικά καθήκοντα της εργατικής τάξης από τις καλλιτεχνικές προθέσεις του διευθυντή χορωδίας. Γνωρίζουμε τι τεράστια επιρροή μπορεί να έχει ένας σκαιός χοράρχης στον εργάτη-τραγουδιστή». Και αλλού: «Μια χορωδία εργατών δεν θα πρέπει να υιοθετεί στις συναυλίες της την στάση ενός «ομαδικού Καρούζο» (!) τραγουδώντας για φίλους και συγγενείς ένα υπέροχο μικρό τραγούδι, και να τους μπάσει σε γλυκά όνειρα. Μια χορωδία εργατών έχει να αναλάβει την ευθύνη που τής αναλογεί μπροστά σε ένα προλεταριακό κοινό, λειτουργώντας όπως ο ομιλητής σε μια πολιτική συγκέντρωση». - ΧΑΝΣ ΆΙΣΛΕΡ: Mουσική και Πολιτική, Κείμενα 1924-1948 (– HANNS EISLER: Musik und Politik, Schriften 1924–1948) Σχετικά με την μουσική προλεταριακού αγώνα, σε αυτή την περίοδο, ο Άισλερ έγραψε την προγραμματική μουσική για τον επίλογο του έργου Οι τελευταίες μέρες της ανθρωπότητας (Die letzten Tage der Menschheit) από το έργο τού Αυστριακού λογοτέχνη Καρλ Κράους (Κarl Kraus) Το τελευταίο βράδυ. Η πρώτη και μοναδική παράσταση του έργου, ήταν στις 15 Ιανουαρίου 1930 στο θέατρο Theater am Schiffbauerdamm και ξεκίνησε τα μεσάνυχτα. Αυτή υπήρξε η μόνη συνεργασία του Άισλερ με τον Κράους.

Η συνεργασία με τον Μπους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1929 έγινε η πρώτη συνάντηση με τον Γερμανό ηθοποιό και τραγουδιστή Ερνστ Μπους (Ernst Busch, 1900 - 1980) στο θεατρικό έργο Ο Έμπορος του Βερολίνου του Walter Mehring, σε σκηνοθεσία Erwin Piscator. Αυτή ήταν η αρχή μιας πολύ μακράς και επιτυχημένης συνεργασίας, ιδίως με την συμμετοχή του Μπρεχτ. Η συνεργασία αυτή έφθασε μέχρι τον τελευταίο θεατρικό ρόλο του Μπους (Δεκέμβριος 1957), πριν αποσυρθεί για λόγους υγείας από τη σκηνή. Αμέτρητα τραγούδια γράφηκαν τότε, που συνετέλεσαν σε περαιτέρω αύξηση της δραστηριότητας του συνθέτη πάνω στην «αγωνιστική» μουσική. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ξεκίνησαν και οι πρώτες ηχογραφήσεις της μουσικής τού Άισλερ, κάποια τραγούδια με τον Μπους. Ειδικά το εργατικό τραγούδι Κόκκινο Γαμήλιο Δαχτυλίδι ήταν πολύ δημοφιλές ακόμη και πέρα από το Βερολίνο. Όμως, το 1931, το τραγούδι λογοκρίθηκε επειδή «παρακινούσε σε ταξικό μίσος» και «υποκινούσε σε βία και περιφρόνηση της δημοκρατικής μορφής διακυβέρνησης». Εκτός από την επιβολή προστίμου, τα αντίτυπα του βινυλίου έπρεπε να καταστραφούν.

Εκείνα τα χρόνια, τα αγωνιστικά τραγούδια των Άισλερ και Μπους ήσαν πολύ δημοφιλή. Οι λόγοι για την υψηλή δημοτικότητα αυτής της μορφής μουσικής μπορούν να εξηγηθούν από την κοινωνική κατάσταση του έτους 1929. Η Μεγάλη Ύφεση (Weltwirtschaftskrise) αποτελούσε ισχυρό χτύπημα, πρώτα απ 'όλα για τους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους, με την πείνα και έλλειψη στέγης να έχουν αυξηθεί δραματικά. Η αξίωση του Άισλερ ήταν ότι, τα τραγούδια πρέπει να έχουν σαφές περιεχόμενο και να μπορούν να τραγουδιούνται οποιαδήποτε στιγμή, οπουδήποτε. Παρά την επιτυχία, η οικονομική κατάσταση του συνθέτη παρέμενε στάσιμη. Θα βελτιωθεί αργότερα μόνο από τα έσοδα των κινηματογραφικών του συνθέσεων και, ιδιαίτερα, από το γεγονός ότι οι δισκογραφικές εταιρίες είδαν τους εργαζόμενους ως ευκαιρία να αυξήσουν τις πωλήσεις τους. Ως εκπρόσωπος του Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας των Εργαζομένων Πολιτισμού ταξίδεψε ο Άισλερ για πρώτη φορά στη Μόσχα, το 1930.

Άισλερ και Μπρεχτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μέτρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άισλερ και ο Μπρεχτ συναντήθηκαν για μια ακόμη φορά στο ετήσιο φεστιβάλ μουσικής δωματίου Neue Musik Berlin 1930. Οι συνομίληκοι καλλιτέχνες, πεπεισμένοι για τις ικανότητές τους και τόσο πρόθυμοι να επιβάλουν τις αντιλήψεις τους για την αισθητική και την πολιτική, αποφάσισαν να συνεργαστούν. Η αρχή έγινε, το 1930, με το έργο του Μπρεχτ Die Maßnahme (Το Μέτρο ή Η Απόφαση), ένα Lehrstücke, μια ριζική, πειραματική φόρμα μοντερνισμού στο θέατρο που, αρχικά, είχε απορριφθεί από το φεστιβάλ λόγω των πολιτικών του θέσεων. Ήταν το πρώτο ολοκληρωμένο μουσικό έργο για το εργατικό κίνημα που, μέχρι τότε, τού είχαν αφιερωθεί μόνο μεμονωμένα τραγούδια. Για την πρεμιέρα συνέπραξαν τρεις μεγάλες χορωδίες του Βερολίνου με την κύριο κορμό τους να απαρτίζεται, ως επί το πλείστον, από ανεκπαίδευτες φωνές, χωρίς γνώση τής μουσικής σημειογραφίας, συν τους σολίστες Anton Μαρία Topitz, Ernst Busch, Helene Weigel και Alexander Granach. Είναι χαρακτηριστικό ότι, οι χορωδοί ήσαν απασχολημένοι μέχρι αργά το βράδυ, διότι κατά τη διάρκεια της ημέρας, βρίσκονταν στις εργασίες τους. Η πρεμιέρα έγινε στο παλιό Berliner Philharmonie, στις 13 Δεκεμβρίου 1930. [8] Η παράσταση ξεκίνησε - ασυνήθιστα - στις 23:30, με τον ίδιο τον Άισλερ να συμμετέχει στην χορωδία. Το έργο έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τους εργαζομένους, αλλά επικρίθηκε από την πολιτεία, καθότι προκαλούσε υποκίνηση σε ταξική πάλη. Το φυλλάδιο του προγράμματος συνοδευόταν από μια λίστα ερωτήσεων που θα έπρεπε να υποβάλει το κοινό σχετικά με το περιεχόμενο του έργου. Μια εβδομάδα αργότερα, διεξήχθη συζήτηση σε ένα σχολείο για αλλαγές στο κείμενο. Ο Άισλερ, όντως, το επέκτεινε και άλλαξε την παρτιτούρα. Μέχρι το 1932, είχε παρουσιαστεί πάμπολλες φορές στην Γερμανία, μάλιστα στην Λειψία υπήρχαν 300 χορωδοί επί σκηνής.

Ο Άισλερ το 1950 με τον Μπέρτολτ Μπρεχτ

Το έργο είναι σημαντικό ακόμη και μέχρι σήμερα, όχι μόνο γιατί ήταν ο καρπός της πρώτης συνεργασίας Άισλερ-Μπρεχτ, αλλά και επειδή λόγω της απαγόρευσης των έργων του Μπρεχτ το 1945, δεν έγινε ποτέ γνωστό στο ευρύ κοινό. Ο Μπρεχτ θεωρούσε ότι το κείμενο του έργου είχε παρεξηγηθεί και, δικαίως, φοβόταν ότι στην ερχόμενη περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη της σκληρότητας του κομμουνιστικού ζητήματος. Η τελευταία παράσταση στην Γερμανία δόθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1932, στην Ερφούρτη. Η αστυνομία διέκοψε την παράσταση, με αιτία την «υποκίνηση κατά του κράτους». Την βίαιη εκκένωση της αίθουσας του θεάτρου ακολούθησαν ταραχές και συλλήψεις. Έτσι, τελείωσε το ιστορικό παρουσίασης του έργου στην Γερμανία. Η πρώτη αναβίωσή του έγινε στο Λονδίνο το 1987, η δε πρώτη γερμανική παρουσίαση μετά τα γεγονότα του 1932, το 1997 από το Berliner Ensemble. Στις αρχές του 2002, παίχτηκε στη Βιέννη για δύο παραστάσεις, αλλά παρά τις καλές επιδόσεις των συντελεστών και την επιτυχή παραγωγή, παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητο λόγω της -σημερινής- μη αναγνωρισιμότητας του έργου. Το ίδιο το έργο, από μουσική άποψη, είναι πολύ σημαντικό, με αναφορές στον Μπαχ και τον Χαίντελ. Η χρήση της χορωδίας στην εισαγωγή, οι άριες, τα ρετσιτατίβα, τα κοράλ και οι τονικές ανατροπές είναι μοναδικά σε σύγκριση με τα άλλα έργα που γράφηκαν για τον Μπρεχτ.

Πολιτική και καλλιτεχνική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1931, ο Άισλερ πήρε τις δύο πρώτες παραγγελίες για σύνθεση κινηματογραφικής μουσικής, συγκεκριμένα για τις ταινίες Το τραγούδι της ζωής (Das Lied vom Leben ) και Η γη κανενός ανθρώπου (Niemandsland). Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1931, ο Άισλερ άρχισε να γράφει την μουσική για δύο άλλα έργα του Μπρεχτ, το θεατρικό Η Μάνα ( Die Mutter) και την, φημισμένη σήμερα, κινηματογραφική δημιουργία Kuhle Wampe: Σε Ποιον Ανήκει ο Κόσμος; (Kuhle Wampe oder: Wem gehört die Welt? Wampe), σε σκηνοθεσία Ζλάταν Ντούντοφ. Και οι δύο δημιουργίες, με έμμεση κριτική στον επερχόμενο Ναζισμό, γνώρισαν τεράστια απήχηση στην Γερμανία. Μετά από ένα ταξίδι του στην Μόσχα, ο Άισλερ επανήλθε στο τέλος τού 1932 στο Βερολίνο, για να συνεργαστεί με τον Μπρεχτ, λίγους μήνες πριν την έλευση του Χίτλερ στην εξουσία. Το 1933, οι Ναζί διέταξαν την καταστροφή όλης της έντυπης ή/και ηχογραφημένης μουσικής του, αναγκάζοντάς τον να εκπατρισθεί. [9]Ο Μπρεχτ μετανάστευσε μία ημέρα μετά την πυρκαγιά στο Reichstag, ο Κουρτ Βάιλ έναν μήνα αργότερα, ενώ ο Μπους έφυγε στις 9 Μαρτίου για την Ολλανδία.

Στα μέσα Ιανουαρίου του 1933, ο Άισλερ πήγε στη Βιέννη, τον πρώτο σταθμός της εξορίας του, αφού είχε φτάσει η είδηση της επικείμενης εισβολής του Χίτλερ. Τον Φεβρουάριο πήγε πάλι στο Βερολίνο, προφανώς στο διαμέρισμά του, για να μεταφέρει τα πράγματά του στη Βιέννη. Κατόπιν, αποφάσισε να χωρίσει με την σύζυγό του που, άλλωστε, είχε να την δει πολλά χρόνια. Ωστόσο, η κατάσταση στην Αυστρία ήταν δραματική, προετοιμαζόταν η διάλυση του Κοινοβουλίου, ενώ 6 μήνες αργότερα, όλα τα κόμματα κηρύχθηκαν παράνομα. Αμέσως μετά, ταξίδεψε στην Τσεχοσλοβακία, όπου ανέλαβε την σύνθεση μουσικής για μια ταινία. Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης, ο Άισλερ γνώρισε μια νεαρή γυναίκα, την Louise (Lou) Jolesch. Σο τέλος του 1933 τον επισκέφθηκε στο Παρίσι και, από το 1934, τον συνόδευε συνεχώς. Στις 7 Δεκεμβρίου του 1937 παντρεύτηκαν στην Πράγα.

Αλλάζοντας χώρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άισλερ έφτασε στο τέλος Μαρτίου του 1933 στο Παρίσι. Είχε αναλάβει πολλά έργα (κυρίως μουσική για τον κινηματογράφο), ενώ προσκλήθηκε στην Αμβέρσα από τον Μπους. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Άισλερ αναγκάστηκε να συνθέσει, λόγω οικονομικών προβλημάτων, μουσική για έργα που ο ίδιος δεν ενέκρινε. Το 1934, ο Μπρεχτ ζούσε στη Δανία και είχε στείλει, επανειλημμένως, κείμενα στον Άισλερ για επεξεργασία. Έτσι, ταξίδεψε μαζί με την γυναίκα του από το Παρίσι για να τον συναντήσει. Το κλίμα ήταν καταθλιπτικό, με τα νέα σχετικά με την έξαρση της εξέγερσης του Φεβρουαρίου στην Αυστρία. Στους επόμενους δύο μήνες, πριν ο Άισλερ επιστρέψει για τρεις μήνες στο Παρίσι, συνεργάστηκε εντατικά με τον Μπρεχτ πάνω σε διάφορα έργα. Συναντήθηκαν και πάλι τον Ιούλιο στη Δανία, και συνέθεσαν πολλά τραγούδια και μπαλάντες.

Από το τέλος Αυγούστου ο Άισλερ έζησε με την γυναίκα του στο Λονδίνο, όπου ηχογράφησε την Καλιφορνέζικη Μπαλάντα, με τον Μπους, αλλά για την παραγωγή του έργου πήγαν μαζί το 1935, στην Ολλανδία. Από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Μάιο του 1935, ο Άισλερ ανέλαβε μια περιοδεία στις ΗΠΑ, που περιελάμβανε συναυλία και διάλεξη υπέρ των απόρων παιδιών των προσφύγων του Σάαρ. Η εναρκτήρια συναυλία στη Νέα Υόρκη με χορωδία 1.000 (!) τραγουδιστών έπρεπε να επαναληφθεί λόγω της μεγάλης ζήτησης δέκα ημέρες αργότερα. Συνολικά, ο Άισλερ έδωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες περισσότερες από 30 συναυλίες με διαφορετικούς τραγουδιστές. Έδινε διαλέξεις μιλώντας για τον γερμανικό φασισμό, την κρίση της σύγχρονης αστικής μουσικής και τα νέα καθήκοντα του εργατικού μουσικού κινήματος. Μετά από την ομιλία ακολουθούσε πάντα το μουσικό μέρος. Τα κείμενα είχαν μεταφραστεί στα αγγλικά, ενώ σε αυτή την περιοδεία, υπήρχαν περίπου 60.000 ακροατές και 8.000, περίπου, συμμετέχοντες τραγουδιστές. Ο Άισλερ και η σύζυγός του επέστρεψαν τον Μάιο του 1935 στο Παρίσι, αλλά δεν έμειναν εκεί για πολύ.

Μετά από αρκετές ομιλίες και ραδιοφωνικές παρουσιάσεις στο Βέλγιο, τη Γαλλία και την Ολλανδία, στα τέλη του 1937, ο Άισλερ βρέθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1938 στην πολιορκημένη Μαδρίτη. [10] Λόγω της διεθνούς φήμης του, οι Διεθνείς Ταξιαρχίες (Interbrigades) τον υποδέχθηκαν θερμά. Το μουσικό υπόβαθρο και η ικανότητα στο τραγούδι των μελών των ταξιαρχιών ήταν τόσο μεγάλη που, ο Άισλερ ήταν σε θέση να συνθέσει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μερικά νέα τραγούδια και να τα παρουσιάσει σε ενοικιαζόμενες αίθουσες. Μερικοί από τους τραγουδιστές στην σκηνή ήσαν τραυματίες σε μάχες. Οι φωνές ήταν βραχνές από τα κρυολογήματα, αλλά οι στρατιώτες τραγουδούσαν με μεγάλο ενθουσιασμό. Μετά από δύο εβδομάδες, ο Άισλερ αναχώρησε από την Ισπανία.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άισλερ και η σύζυγός του Λου, στις 20 Ιανουαρίου 1938, πάτησαν αμερικανικό έδαφος για τρίτη φορά. Είχαν μόνο ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα έξι μηνών, λόγω βίζας, που είχε εκδοθεί από την Αμερικανική Πρεσβεία στην Πράγα. Ωστόσο, επειδή ο Άισλερ είχε πρόσληση ως Επισκέπτης Καθηγητής, μπορούσε να διεκδικήσει αύξηση του χρόνου παραμονής, κάτι που θα τον έσωζε από πολλή γραφειοκρατία. Παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε να αρχίσει, αμέσως, να διδάσκει στη Νέα Σχολή Κοινωνικών Ερευνών (New School for Social Research) της Νέας Υόρκης, εξαρτιόταν από την οικονομική βοήθεια από φίλους και οργανώσεις λόγω του χαμηλού μισθού του. Έτσι, μοιράστηκε τη μοίρα πολλών μεταναστών, μερικοί από τους οποίους αυτοκτόνησαν εκείνη την εποχή. Νοίκιασε ένα μικρό διαμέρισμα στο Greenwich Village, στο οποίο έμεινε μέχρι το 1939. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Άισλερ προσπάθησε να μάθει αγγλικά, χωρίς μεγάλη επιτυχία, ωστόσο.

Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1938, διοργανώθηκε συναυλία καλωσορίσματος για τον Άισλερ, στη Νέα Σχολή Κοινωνικών Ερευνών. Ομοίως, υπήρχαν ήδη μέσα στους επόμενους μήνες διάφορες συναυλίες, ενώ ο συνθέτης είχε επαφές με το αμερικανικό μουσικό εργατικό κίνημα. Ωστόσο, έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικός, διότι κάθε επαφή των μεταναστών με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Αμερικής ήταν αυστηρά απαγορευμένη, και απειλούνταν με απέλαση. Για τον λόγο αυτό, ο Άισλερ υιοθέτησε το ψευδώνυμο John Garden, όταν κλήθηκε να συνεργαστεί σε ένα καλλιτεχνικό πρόγραμμα για τον εορτασμό επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης. Το τραγούδι του, Γλυκειά Χώρα της Ελευθερίας (Sweet Liberty Land), έγινε ο εθνικός ύμνος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Αμερικής (H. R. Hays). Τέλος του 1938, ο Άισλερ έγραψε την αυστηρά δωδεκαφθογγική μουσική για την ταινία του Τζόζεφ Λόζεϊ (Joseph Losey) Τα 400 εκατομμύρια (The 400 Millions) που είχε θέμα τον Σινο-ιαπωνικό πόλεμο του 1937. Ήταν η πρώτη φορά που εφήρμοσε το συγκεκριμένο σύστημα για μια ταινία.

Τους επόμενους μήνες, ο Άισλερ αντιμετώπισε πολύ σοβαρά προβλήματα παραμονής στις ΗΠΑ, δεδομένου ότι έληξε η βίζα του. Προσπάθησε να την ανανεώσει μέσω της Πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αβάνα, αλλά απέτυχε καθώς ο συνθέτης είχε δηλώσει ότι ήταν κομμουνιστής, οπότε βρισκόταν υπό την παρακολούθηση των αρχών. Τελικά, η απέλαση από τις Ηνωμένες Πολιτείες τού ανακοινώθηκε επίσημα στις 2 Μαρτίου 1939 και ο Άισλερ κατέφυγε με προσωρινό άσυλο στο Μεξικό, που την εποχή εκείνη είχε πρόεδρο τον Lázaro Cárdenas del Río, ο οποίος τον στήριξε, όπως και πολλοί φίλοι του. Εκεί, στην Πόλη του Μεξικού, έγραψε πολλά κομμάτια μουσικής δωματίου και άρχισε να μελοποιεί κάποια ποιήματα του Μπρεχτ. Από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο του 1939, δίδαξε Αρμονία και Σύγχρονη Ενορχήστρωση στο Ωδείο της πόλης.

Τον Αύγουστο του 1939, ο Άισλερ έμαθε για το Σύμφωνο Χίτλερ-Στάλιν, ενώ στις αρχές Σεπτεμβρίου έγινε η εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία. Η χορήγηση βίζας για τις Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούσε να απορρίπτεται. Με μια περιορισμένη βίζα δύο μηνών, ο Άισλερ επέστρεψε στις ΗΠΑ, στις 11 Σεπτεμβρίου 1939. Η σύζυγός του πήγε στη Νέα Υόρκη. Παρά την προσωρινή άδεια ο Άισλερ παρέμεινε περισσότερο από το επιτρεπόμενο στις ΗΠΑ και, στις 17 Ιουλίου 1940, οι αμερικανικές αρχές μετανάστευσης εξέδωσαν επίσημο ένταλμα σύλληψης εναντίον του, που τότε βρισκόταν για μια κινηματογραφική ταινία στο Χόλιγουντ. Δραπέτευσε αμέσως στο Μεξικό, στην Μπάχα Καλιφόρνια στα σύνορα με την Καλιφόρνια, όπου έκανε αίτηση για μόνιμη διαμονή, μέσω του γερουσιαστή Μέγιερ (Willis Meyer). Ο Μέγιερ, προφανώς αγνοώντας το θέμα, προώθησε το αίτημα, και μετά από τρεις ημέρες, ήρθε προσωρινή βίζα παραμονής, η οποία προσβλήθηκε χρόνια αργότερα από την διαβόητη HUAC (Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων). Ακόμη κι έτσι, η επιστροφή στις ΗΠΑ αποδείχθηκε δύσκολη, επειδή ο Άισλερ παρά την ισχύουσα προσωρινή βίζα, βρισκόταν υπό το στάτους απαγόρευσης εισόδου. Μόνο μετά από καταγγελία στην Επιτροπή Προσφυγών των Ανώτατων Αρχών Μετανάστευσης (Appeals Committee of the Supreme immigration authorities), στις 22 Οκτωβρίου 1940, τού επετράπη η είσοδος και, αμέσως, επέστρεψε στη Νέα Υόρκη.

Καινούργιο ξεκίνημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά το γεγονός ότι ο Άισλερ είχε κάποια φήμη ως συνθέτης μη-συνηθισμένης κινηματογραφικής μουσικής, ήταν πολύ δύσκολο γι 'αυτόν, να βγάλει κάποια χρήματα. Η διδασκαλία του στη Νέα Σχολή Κοινωνικών Ερευνών απλώς τού κάλυπτε το ενοίκιο για το διαμέρισμά του και, ευτυχώς γι’ αυτόν, υπήρχαν κάποιες ευκαιρίες για να γράψει σκηνική μουσική (με πρεμιέρες στη Νέα Υόρκη, το 1940). Έτσι, είχε την ιδέα να δημοσιεύσει συγγράματα για την κινηματογραφική μουσική. Για την χρηματοδότηση αυτού του έργου, χρησιμοποιήθηκε το Ίδρυμα Ροκφέλερ που, στην πραγματικότητα, έδωσε χρήματα στη Νέα Σχολή Κοινωνικών Ερευνών γι’ αυτή τη δουλειά, υπό την εποπτεία του Άισλερ. Συγκεκριμένα,η υποτροφία δόθηκε για «Πειραματικές Επιδείξεις Μουσικής στην Κινηματογραφική Παραγωγή» (όπως ήταν η επίσημη επιστολή από το Ίδρυμα) για μια περίοδο δύο ετών, ύψους 20.160 δολλαρίων, που θα περιελάμβανε την δημιουργία ενός υγειούς κινηματογραφικού αρχείου. Έτσι, ο Άισλερ βρέθηκε με τα 3.000 δολάρια το χρόνο που τού αναλογούσαν, κάτι που τού εξασφάλιζε μια καλή διαβίωση και προσωρινή ελάφρυνση από τα οικονομικά προβλήματα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Άισλερ συνέθεσε μουσική για διάφορες ταινίες, παιδικά τραγούδια, και τη δωδεκαφθογγικη, πενταμερή Συμφωνία Δωματίου, (1940), την οποία περιέγραψε ως «το πιο προηγμένο μουσικό υλικό του αυστηρού δωδεκαφθογγισμού, που εφαρμόζεται σε μεγάλο μουσικό σχήμα». [11]

Αργότερα, ο Άισλερ κλήθηκε από τον σκηνοθέτη Herbert Kline να γράψει την μουσική για ένα ντοκιμαντέρ που περιέγραφε τις άθλιες συνθήκες σε κάποιο ορεινό χωριό ινδιάνων στο Μεξικό, αλλά το υλικό θεωρείται χαμένο σήμερα. Το καλοκαίρι του 1941 πήγε στο Κονέκτικατ ως προσκεκλημένος του Joachim Schumacher. Εκεί, συνέθεσε το Woodbury Songbook, ενώ ο Χίτλερ είχε ήδη εισβάλει στη Σοβιετική Ένωση. Πίσω στη Νέα Υόρκη, συνέχισε τις συνθέσεις για τον κινηματογράφο. Στο μεταξύ, ζήτησε παράταση της υποτροφίας, που τού χορηγήθηκε από το Ίδρυμα Ροκφέλερ για ακόμη εννέα μήνες.

Στο Χόλυγουντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι συνθήκες εργασίας στη Νέα Υόρκη, ήταν πολύ δύσκολες για τον Άισλερ, διότι οι πειραματισμοί του είχαν ανάγκη από μουσικά στούντιο που ενοικιάζονταν με την ώρα, ενώ το τέλος της υποτροφίας του πλησίαζε και πάλι. Έτσι, σκέφθηκε να δεχτεί μια καλύτερα αμειβόμενη θέση διδασκαλίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας και να βρει καλύτερες συνθήκες εργασίας. Πάντως, καθοριστικός παράγοντας ήταν η άφιξη του Μπρεχτ στο Λος Άντζελες που, ο Άισλερ δεν είχε δει για τέσσερα χρόνια και με τον οποίο βρισκόταν σε συνεχή επαφή με αλληλογραφία. Ο Μπρεχτ είχε καταφύγει μετά την εισβολή της γερμανικής Βέρμαχτ, στη Δανία, τη Σουηδία και, στη συνέχεια, στη Φινλανδία, ενώ μέσω Μόσχας, έφθασε με τον υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο μέχρι το Βλαδιβοστόκ. Στη συνέχεια, πήγε με πλοίο μέσω Μανίλας στο Λος Άντζελες, όπου έφτασε στις 21 Ιουλίου 1941 και διέμεινε σε ένα μικρό σπίτι στη Σάντα Μόνικα. Ο Άισλερ και σύζυγός του Λου, έφθασαν στο Λος Άντζελες στις 20 Απριλίου 1942.

Μεταξύ 1942 και 1945 το Χόλυγουντ παρήγαγε πάνω από 300 ταινίες που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, είχαν αντι-ναζιστικό θέμα, μέρος της προσπάθειας για την κινητοποίηση του αμερικανικού πληθυσμού για τον πόλεμο. Η δολοφονία του Ράινχαρντ Χάιντριχ στις 27 Μαΐου, 1942, ενέπνευσε τον Μπρεχτ να γράψει το σενάριο για μια ταινία. Συγκεκριμένα, ο διάσημος σκηνοθέτης Φριτς Λανγκ ο οποίος εργάστηκε με επιτυχία στο Χόλιγουντ μετά το 1936, ενθουσιάστηκε με το σενάριο, οπότε οι τρεις τους, δημιούργησαν μόλις σε δέκα μήνες το Auch Henker sterben (Και οι Δήμιοι Πεθαίνουν). Η ταινία, ήταν η μόνη για την οποία ο Μπρεχτ έγραψε σενάριο στο Χόλυγουντ. Η μουσική του Άισλερ έγινε δεκτή με ενθουσιασμό και ήταν υποψήφια για το Όσκαρ (1943). Με την ταινία αυτή, η θέση του Άισλερ στο Χόλυγουντ ισχυροποιήθηκε. Τον Μάρτιο του 1943 αγόρασε ένα σπίτι στα Pacific Palisades, σε άμεση γειτνίαση με τον Τόμας Μαν. Εδώ, συνέθεσε πολλά από τα έργα του, κυρίως κύκλους τραγουδιών, μουσική για δύο ντοκιμαντέρ, εννέα ταινίες μεγάλου μήκους, αλλά και λογοτεχνικά κείμενα.

Με τον Τσάρλι Τσάπλιν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τον Άισλερ η περίοδος στα Pacific Palisades ήταν μια καλή ευκαιρία για να διευρύνει τον καλλιτεχνικό του κύκλο. Ανάμεσα σε αυτούς που τον επισκέπτονταν, ήταν ο Τόμας Μαν, ο κοινωνιολόγος Τέοντορ Αντόρνο, οι ηθοποιοί Fritz Kortner, Oskar Homolka, Helene Weigel και Πίτερ Λόρε, οι θεατρικοί συγγραφείς Μπρεχτ και Lion Feuchtwanger και, ιδιαίτερα, ο Τσάρλι Τσάπλιν, με τον οποίο ανέπτυξε σημαντική φιλία. Ο Άισλερ έφερε σε επαφή τον Τσάπλιν με τον Μαν, ενώ είχε, το 1946, μερίδιο στην μουσική της ταινίας του Τσάπλιν Ο Κύριος Βερντού, κάτι το οποίο αποδείχτηκε πολύ δύσκολο, όπως έγραψε ο Άισλερ, επειδή ο Τσάπλιν έγραφε μόνος την μουσική στις ταινίες του. Πάντως βοηθούσε τον μεγάλο κωμικό στις συνθέσεις του, όπως έγινε στην ταινία Το τσίρκο.

Πάντως, η ζωή του Άισλερ, βρισκόταν -στην κυριολεξία- υπό παρακολούθηση, από το FBI, με περισσότερες από 600 σελίδες αναφορών, παρακολουθήσεις τηλεφώνων, παραβίαση αλληλογραφίας, κ.ο.κ. Ωστόσο, η εργασιακή κατάστασή του, τόν ικανοποιούσε σε αντίθεση με πολλούς άλλους μετανάστες. Συνέθεσε πολλή μουσική για τον κινηματογράφο και, το 1944, ήταν και πάλι υποψήφιος για Όσκαρ Καλύτερης Μουσικής Επένδυσης για την ταινία Στο Διάβα της Ζωής (None but the Lonely Heart), σε σκηνοθεσία Clifford Odets, με πρωταγωνιστή τον Κάρι Γκραντ. Ωστόσο, έχασε από τον Μαξ Στάινερ, στον οποίο απονεμήθηκε το βραβείο για τη μουσική για την ταινία Απ 'όταν έφυγες (Since you Went Away). Με την υποστήριξη του Σένμπεργκ, ο Άισλερ, έλαβε το 1944 μια πρόσκληση επισκέπτη καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια (UCLA), όπου ο Σένμπεργκ δίδασκε εκεί από το 1936. Οι διαλέξεις είχαν μεγάλη επιτυχία, συχνά του Μπρεχτ παρόντος. Ειδικά, ο τρόπος ομιλίας του, η αντιμετώπιση των ελλείψεων που είχε στην αγγλική γλώσσα και οι εκφράσεις του σαγήνευαν το κοινό. Μαζί με τον Αντόρνο έγραψε το βιβλίο Σύνθεση για τις ταινίες (Komposition für den Film), που τυπώθηκε το 1947. Θέμα του βιβλίου αυτού ήταν η δραματική λειτουργία και η χρήση διαφόρων νέου μουσικού υλικού στις ταινίες.

Η καμπάνια εναντίον της «κομμουνιστικής απειλής»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άισλερ συνέχισε την συνεργασία του με τον Μπρεχτ (Τρόμος και Αθλιότητα του Γ’ Ράιχ, Η ιστορία της Σιμόνης Μασάρ), αλλά και τη σύνθεση μουσικής για τον κινηματογράφο. Τον Οκτώβριο του 1945, μετακόμισε σε ένα μικρότερο σπίτι στην παραλία του Μαλιμπού. Λίγους μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1946, πήρε θέση Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας (USC) στην αντίστιξη και σύνθεση. Ωστόσο, η 13η Οκτωβρίου 1946 υπήρξε το σημείο καμπής της αμερικανικής εσωτερικής πολιτικής, η οποία εκδηλώθηκε κυρίως ως «σταυροφορία κατά του κομμουνισμού». Την ημέρα αυτή διέρρευσε η είδηση οτι υπήρχε «κύριος κατάσκοπος της Μόσχας στις ΗΠΑ, με το ψευδώνυμο Hans Berger». Στον απόηχο της έντονης αντικομμουνιστικής εκστρατεία του προέδρου Χάρι Τρούμαν, χρειαζόταν ένας αποδιοπομπαίος τράγος, που δεν ήταν άλλος από τον Γκέρχαρτ Άισλερ, αδελφό τού Χανς, ο οποίος είχε καταφύγει στις ΗΠΑ από το 1940. [12] Όμως, βασικό ρόλο σε αυτήν την υπόθεση είχε η αδελφή τους η οποία, άγνωστο γιατί, με σειρά δελτίων τύπου και ανακοινώσεων, κατηγόρησε τον αδελφό της, Γκέρχαρτ, ως τρομοκράτη και ως υπεύθυνο για την εκτέλεση του Μπουχάριν. Οι κατηγορίες, αν και αστήρικτες, έδωσαν πάτημα στην αμείλικτη HUAC και, τελικά, οδήγησαν στην απέλαση των Χανς και Γκέρχαρτ. Ο Γκέρχαρτ καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλάκιση, αλλά η εγγύηση πληρώθηκε από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και δεν φυλακίστηκε. Σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα Daily Worker, (Νέα Υόρκη, 19 Μαΐου 1947), ο Άισλερ είπε, «νομίζω ότι η εκστρατεία κατά του Γκέρχαρτ κι εμένα είναι η αρχή μιας εκστρατείας εναντίον όλων των φιλελεύθερων και προοδευτικών δυνάμεων σε αυτή την χώρα».

Το καλοκαίρι του 1947, έγινε δεύτερη δίκη του Γκέρχαρτ στην Ουάσιγκτον, με την αδελφή του ως μάρτυρα κατηγορίας και τον Χανς μάρτυρα υπεράσπισης. Ο Γκέρχαρτ καταδικάστηκε για τρία χρόνια στη φυλακή επειδή δεν είχε αναφέρει την συμμετοχή του στο Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (KPD) όταν μπήκε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όλο αυτό το διάστημα, ο Χανς δεν έπαψε να στηρίζει τον αδελφό του και έκανε ταξίδια στη Νέα Υόρκη και Ουάσινγκτον για να βρει τρόπους υπεράσπισης. Παρά τις δυσκολίες, συνέχισε το καλλιτεχνικό του έργο. Ο Μπρεχτ είχε επεξεργασθεί το έργο Η Ζωή του Γαλιλαίου σε μακρά συνεργασία με τον Τσαρλς Λότον, το οποίο είχε γραφεί ξανά, στον απόηχο των ατομικών βομβαρδισμών στην Ιαπωνία. Η πρεμιέρα του έργου με τον Λότον στον πρωταγωνιστικό ρόλο, σκηνοθεσία Τζόζεφ Λόουζι και μουσική από τον Χανς Άιντλερ, έγινε στις 30 Ιουλίου 1947 στο Θέατρο Coronet του Χόλυγουντ Στα δύο χρόνια που ο Άισλερ συνέθετε την μουσική, ένα από τα καλύτερα έργα του, νοίκιασε ένα διαμέρισμα έξω από το Μαλιμπού για να εργάζεται με ησυχία, αφού συνεχώς παρακολουθείτο από το FBI. Η πρεμιέρα ήταν το γεγονός της σεζόν και οι επόμενες 17 παραστάσεις ήταν sold-out. Ο Ιγκόρ Στραβίνσκι ήταν παρών στην πρεμιέρα και συνεχάρη τον Άισλερ για την εξαιρετική μουσική του. Ο Λόουζι ήθελε να κινηματογραφήσει το έργο, αλλά δεν βρέθηκε παραγωγός στο Χόλιγουντ για να το αναλάβει. Μόνο χρόνια αργότερα, το 1974, η ταινία γυρίστηκε στην Αγγλία με τον Τοπόλ στον καθοδηγητικό ρόλο, ωστόσο, ήταν στη Γερμανία και την Αυστρία δεν υπήρξε διανομέας και ως εκ τούτου παρέμεινε σχεδόν εντελώς άγνωστη. Ακολούθησε η τελευταία ταινία μεγάλου μήκους, με μουσική του Άισλερ. Ήταν το φιλμ So Well Remembered, σε σκηνοθεσία Έντουαρντ Ντμίτρικ, ένα κοινωνικά κριτικό έργο που γυρίστηκε κυρίως στην Αγγλία. Η πρεμιέρα στη Νέα Υόρκη ήταν στις 27 Οκτωβρίου 1947. Ένα μήνα νωρίτερα (24-26 Σεπτεμβρίου, 1947), ο Άισλερ βρέθηκε ξανά στην Ουάσιγκτον για ανάκριση, Ο στόχος ήταν, όπως ακριβώς με τον Γκέρχαρτ, να αποδειχθεί ότι ήταν μέλος του κομμουνιστικού κόμματος και είχε, έτσι, παραβιάσει τους όρους εισόδου στην χώρα. Τού είχε υποβληθεί τότε η «ιστορική» ερώτηση: «Είστε τώρα ή είχατε υπάρξει ποτέ μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος;». Τελικά, και παρά το γεγονός ότι κανένας από τους ισχυρισμούς δεν μπορούσε να αποδειχθεί, η υπόθεση Άισλερ μεταφέρθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, με το αίτημα να κινηθεί η διαδικασία απέλασης.

Τον Σεπτέμβριο του 1947 στη Νέα Υόρκη, εκδόθηκε τελικά το βιβλίο που ο Άισλερ είχε γράψει μαζί με τον Αντόρνο για τον κινηματογράφο. Ωστόσο, ο Αντόρνο απέσυρε την πατρότητα του ονόματός του, λίγο πριν τυπωθεί το βιβλίο, αφού έγραψε ότι δεν είχε σχέση με τους αδελφούς Άισλερ και τις δραστηριότητές τους. Μόνο το 1969, αυτό το έργο θα δημοσιευθεί και πάλι με τα δύο ονόματα. [13] Τον Οκτώβριο του 1947 συστάθηκε υπό την καθοδήγηση των Ααρόν Κόπλαντ και Λέοναρντ Μπερνστάιν, η Εθνική Επιτροπή Δικαιοσύνης για τον Χανς Άισλερ (National Committee for Justice for Hanns Eisler), με αντικείμενο οργανωμένες συναντήσεις και διαδηλώσεις κατά τής επικείμενης απέλασης του Άισλερ. Λίγο αργότερα, ήρθε η και ανάκριση του Μπρεχτ - διήρκεσε μόλις μία ώρα- (30 Οκτωβρίου) και η διαβόητη δίωξη Hollywood Ten. Την επόμενη ημέρα, ο Μπρεχτ άφησε τις Ηνωμένες Πολιτείες και πέταξε στη Ζυρίχη.

Παρά τις εκφράσεις αλληλοσυμπαράστασης, μεταξύ άλλων, του Άλμπερτ Αϊνστάιν και του Τόμας Μαν, το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ διέταξε στις 12 Φεβρουαρίου 1948, την επίσημη απέλαση του Χανς και της Λου. Μετά από μια τελευταία συναυλία στο Δημαρχείο της Νέας Υόρκης, που ξεκίνησε ο Μπερνστάιν και χρηματοδότησαν οι Κόπλαντ, David Diamond, Roy Harris, Walter Piston, Roger Sessions, και Randall Thompson, [14], το ζευγέρι πέταξε στις 26 Μαρτίου 1948, μέσω Λονδίνου και Πράγας, στη Βιέννη. Ένα αντίγραφο αρχείου του FBI πέρασε, με επιστολή του διευθυντή του J. Edgar Hoover, σε όλους τους εμπλεκομένους για περαιτέρω παρακολούθηση από την CIA. Έτσι, δεκαπέντε χρόνια εξορίας, εκ των οποίων δέκα στις Ηνωμένες Πολιτείες, πήραν τέλος. Ο περίφημος Αμερικανός τροβαδούρος Γούντι Γκάθρι έγραψε μετά την απέλαση του Άισλερ, τους στίχους Eisler on the Go οι οποίοι, ωστόσο, μόλις 50 χρόνια αργότερα (1998) μελοποιήθηκαν και κυκλοφόρησαν ως ολοκληρωμένο τραγούδι από τους Billy Bragg και Wilco. [15]

Πίσω στη Βιέννη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άισλερ αντιμετώπισε στην Βιέννη, έναν κόσμο που διέφερε δραματικά από εκείνον στην εξορία. Εκεί ζούσε μια ζωή ανάμεσα σε μετανάστες, πολιτικούς στοχαστές και καλλιτέχνες. Στην αυστριακή πρωτεύουσα συνάντησε μια διαφορετική πραγματικότητα, καθώς ήταν πλέον ένας «εχθρός», σε πολιτική σκέψη και καλλιτεχνική δράση, οπότε έζησε μιαν αυξανόμενη πολιτική απομόνωση. [16] Ωστόσο, σε επιστολή της 27ης Απριλίου προς τον Lion Feuchtwanger, ο ΄Άισλερ Eisler έγραφε ότι ένιωθε να έχει κίνητρο, και δεν τον πειράζει για την μίζερη ζωή του. Τον Μάιο, πήγε στην Πράγα, για το Διεθνές Μουσικό Φεστιβάλ Άνοιξης της Πράγας (Pražské jaro)και το Διεθνές Συνέδριο Συνθετών και Κριτικών Μουσικής.

Πίσω στη Βιέννη, η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη, παρόλο που η μουσική του συζητήθηκε πολύ, αλλά χωρίς κάποια πραγματική επιτυχία. Για να επιβιώσει σε αυτή την πόλη, ο Άισλερ χρειαζόταν μια μόνιμη εργασία που, όμως, δεν ήρθε. Έπαιξε, μάλιστα πρώτη φορά για κάποια χρήματα ως συνοδός μουσικός σε ένα κινηματογράφο της Βιέννης. Για την τότε μουσική σκηνή της Βιέννης, ο Άισλερ ήταν πρακτικά ανύπαρκτος, και βρισκόταν στην ίδια κατάσταση με εκείνην του 1925, χωρίςδυνατότητα εργασίας. Μαζί με τον Μπρεχτ, πήρε μέρος στις 25 Οκτωβρίου 1948 σε συλλαλητήριο ειρήνης στη γερμανική κρατική όπερα, όπου συναντήθηκε μετά από έντεκα χρόνια με τον Ερνστ Μπους. Ο Άισλερ, τότε, άρχισε συνομιλίες με το κρατικό κινηματογραφικό στούντιο της νεοσύστατης Ανατολικής Γερμανίας (ΛΔΓ) για μελλοντικές ταινίες, καθώς και με εκπροσώπους από τον ακαδημαϊκό κόσμο, σχετικά με μια πιθανή θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Humboldt. Αυτές οι προοπτικές, έπεισαν τον Άισλερ για να αποφασίσει την οριστική μετεγκατάστασή του στο Βερολίνο. Ωστόσο, ο Χανς και η Λου κράτησαν μέχρι το θάνατό τους την αυστριακή υπηκοότητα.

Στην Ανατολική Γερμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησε ο Άισλερ, κατά την άφιξή του στις 22 Ιουνίου, 1949 στην ΛΔΓ, ήταν ο πολιτικός και ποιητής Γ. Μπέχερ (Johannes R. Becher), ο οποίος αμέσως μετά, υπήρξε ο πρώτος Υπουργός Πολιτισμού του νεοσύστατου -όχι ακόμη επισήμως- κράτους. Χάρη σ 'αυτόν, πολλοί πολιτικοί πρόσφυγες είχαν γενναιόδωρη υποστήριξη για ένα νέο ξεκίνημα, με τη μορφή κατοικιών και την έκδοση απαραίτητων εγγράφων. Η ΛΔΓ ήθελε και χρειαζόταν αυτή την πολιτική για τους εξόριστους. Στην αρχή ο Άισλερ δεν είχε εργασία, λόγω των πολιτικών εξελίξεων. Δύο μήνες μετά, έγινε η επίσημη διαίρεση της Γερμανίας και στις 7 Οκτωβρίου 1949, ιδρύθηκε η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Στα τέλη Οκτωβρίου, ο Μπέχερ, προσκάλεσε τον Άισλερ στην Βαρσοβία, σε μια γιορτή για τον Γκαίτε. Του έδωσε ένα ποίημα γραμμένο από αυτόν, με το αίτημα να συνθέσει μια μελωδία. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας οδήγησαν μαζί στην Żelazowa Wola, γενέτειρα του Σοπέν, όπου ο Άισλερ συνέθεσε τη μελωδία. Αυτή ήταν η γέννηση του Auferstanden aus Ruinen, του εθνικού ύμνος της ΛΔΓ, αρχικά a cappella και, αργότερα, για μικτή χορωδία και ορχήστρα. Η πρεμιέρα ήταν για την 32η επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης στις 7 Νοεμβρίου 1949 στην Κρατική Γερμανική Όπερα (Deutsche Staatsoper). Τον Φεβρουάριο του 1950, ανακηρύχθηκε επίσημα από το Λαϊκό Κόμμα (Volkskammer) ως επίσημος ύμνος του κράτους. Ο Αισλερ τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο, στις 7 Οκτωβρίου 1950.

Το νεοσύστατο κράτος δεν ζητούσε, πλέον, μαχητικά εμβατήρια, αλλά τραγούδια που πρέπει να συνοδεύουν την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη νέα κατάσταση. Χαρούμενα ήχοι, μακριά από το τέλμα των παλιών τραγουδιών-εμβατηρίων. Ο Άισλερ είχε επεξεργασθεί συμφωνικές εκδόσεις των δύο πιο διάσημων τραγουδιών του, το Τραγούδι της Αλληλεγγύης (Solidaritätslied) και το τραγούδι Ενωμένοι Μπροστά (Einheitsfrontlied), σε ποίηση Μπρεχτ. Μαζί με το Τραγούδι της Γαλάζιας Σημαίας (Lied von der blauen Fahne) και, στη συνέχεια, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα δεκατέσσερα ακόμη τραγούδια, δημιουργήθηκε ο κύκλος Νέα Γερμανικά Λαϊκά Τραγούδια (Neue deutsche Volkslieder), καθώς και τέσσερις άλλοι, το φθινόπωρο του 1950. Είναι πλέον, σαφής η αλλαγή στο μουσικό ύφος του Άισλερ, ο οποίος έπρεπε να προσαρμοστεί στις νέες κοινωνικές συνθήκες.

Από το τέλος του 1949, ο Άισλερ εργάστηκε στην προπαρασκευαστική επιτροπή της Ακαδημίας Τεχνών της Γερμανίας, που θεωρείτο από το καθεστώς ως διάδοχος της Πρωσικής Ακαδημία των Τεχνών, που ιδρύθηκε το 1696. Ο Άισλερ εξελέγη τακτικό μέλος και ήταν επίσης συν-ιδρυτής του τμήματος μουσικής. Έναν μήνα μετά την έναρξη της Ακαδημίας, άρχισε να διδάσκει ως καθηγητής στο Κρατικό Ωδείο του Βερολίνου, πρόδρομο του σημερινού Πανεπιστημίου Μουσικής (Hochschule für Musik Hanns Eisler), που μετονομάστηκε το 1964, προς τιμήν του Άισλερ. Ωστόσο, τα πράγματα δεν ήταν πάντοτε «ρόδινα».

Η υπόθεση της όπερας Faustus[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πλέον φιλόδοξο έργο του Άισλερ αυτής της περιόδου ήταν η όπερα Johannes Faustus. Το λιμπρέτο, γραμμένο από τον ίδιο τον συνθέτη, δημοσιεύθηκε το φθινόπωρο του 1952. Απεικόνιζε τον Φάουστ ως αναποφάσιστο πρόσωπο που πρόδωσε τον σκοπό της εργατικής τάξης με την μη-ένταξή του στον περίφημο Πόλεμο των Χωρικών (1524-5). Τον Μάιο του 1953, το λιμπρέτο του Άισλερ δέχθηκε ευθεία επίθεση από ένα μεγάλο άρθρο στην εφημερίδα «Νέα Γερμανία» (Neues Deutschland), και το κυβερνητικό κόμμα (SED). [17] Επέκριναν την αρνητική απεικόνιση του Φάουστ ως αποστάτη και κατηγόρησαν το έργο του Άισλερ ως «ένα χαστούκι στο πρόσωπο του γερμανικού εθνικού συναισθήματος» και ότι έχει «χάριν της φόρμας, παραμορφωθεί ένα από τα μεγαλύτερα έργα του Γερμανού ποιητή μας, Γκαίτε». Το πρότζεκτ της όπερας συζητήθηκε σε τρεις από τις δισεβδομαδιαίες συναντήσεις (Mittwochsgesellschaft) ενός κύκλου διανοουμένων, υπό την αιγίδα της Ακαδημίας Τεχνών του Βερολίνου, που άρχισαν στις 13 Μαΐου 1953. [18] Μια εβδομάδα αργότερα η εξέγερση των εργατών της 17ης Ιουνίου 1953 μετέθεσε αυτές τις συζητήσεις από την ημερήσια διάταξη. Ο Άισλερ δεν είχε διάθεση, και δεν έγραψε την μουσική για την όπερα. Σε μελλοντική του έμμεση αναφορά υποστήριξε ότι ήλπιζε σε ένα μέλλον χωρίς φόβο. Παρά το γεγονός ότι συνέχισε να εργάζεται ως συνθέτης και να διδάσκει στο Κρατικό Ωδείο του Βερολίνου, το χάσμα μεταξύ αυτού και των πολιτιστικών λειτουργών της Ανατολικής Γερμανίας διευρύνθηκε κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του.

Ο Άισλερ πηγαινοερχόταν στην Αυστρία για να αναλάβει διάφορα μουσικά πρότζεκτς. Για όλα τα ταξίδια του, έπρεπε να υποβάλει νέα αίτηση κάθε φορά για την αυστριακή βίζα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο συνθέτης δεν ήταν ποτέ μέλος του SED. Μετά από δύο χρόνια διάστασης, ο Άισλερ χώρισε με την Λου, τον Μάρτιο του 1955 στη Βιέννη. Το 1955 έλαβε μια πρόσκληση από τον Αλέν Ρενέ από το Παρίσι, για να συνθέσει τη μουσική για ένα ντοκιμαντέρ με θέμα το Άουσβιτς. Ο Άισλερ ταξίδεψε στο Παρίσι τον Δεκέμβριο και συνέθεσε τη μουσική για την ταινία Nuit et brouillard, από τις καλύτερες και μεγαλύτερες σε διάρκεια του συνθέτη (δεκαέξι λεπτά κινηματογραφικής μουσικής σε μια ταινία μόλις 34 λεπτών).

Το 1956 ήταν πολύ άσχημη χρονιά για τον Άισλερ. Ο επιστήθιος φίλος του Μπρεχτ ήταν σοβαρά άρρωστος. Συναντήθηκαν στο σπίτι του στο Buckow για να συζητήσουν, μεταξύ άλλων, μια παράσταση στην τότε πόλη Karl-Marx-Stadt. Ο Άισλερ διαπίστωσε ότι ο Μπρεχτ ήταν σοβαρά άρρωστος και τού έγραψε στις 9 Ιουνίου ότι θα ήταν αναντικατάστατος. [19] Πέντε ημέρες αργότερα, ο Μπρεχτ πέθανε σε ηλικία 58 ετών. O θάνατος του Μπρεχτ προκάλεσε στον Άισλερ αφενός μια βαθιά, προσωπική απελπισία, από την άλλη όμως τού δημιούργησε την υποχρέωση να συνεχίσει τα έργα που είχαν αφήσει ανολοκλήρωτα. Στο ίδιο και το επόμενο έτος θα τελειώσει τέσσερα μεγάλα έργα, το σημαντικότερο από τα οποία ήταν το Ο Σβέικ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (Schwejk im Zweiten Weltkrieg), που γράφτηκε το 1943 στην εξορία στην Αμερική.

Τα τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τάφος του Άισλερ

Στις χρονιές 1956 και 1957 ο Άισλερ εξακολούθησε να συνθέτει μουσική για κινηματογραφικές ταινίες, αλλά και για τηλεοπτικά δράματα της νεοσύστατης ανατολικογερμανικής τηλεόρασης. Στις 26 Ιουνίου 1958, λίγο πριν από τα 60ά γενέθλιά του, νυμφεύτηκε την Στεφανί Βολφ στο Βερολίνο. Το σπίτι του στην Pfeilgasse γέμισε και πάλι με φίλους, ενώ η πολιτική αποκατάσταση του αδελφού του, Γκέρχαρτ, είχε ήδη πραγματοποιηθεί το 1956. Ο Άισλερ ήταν βαρύς καπνιστής, αλλά η επιβαρυμένη υγεία του δεν τον εμπόδιζε να συνεχίσει τα ταξίδια του.Ένα από αυτά έγινε στο Παρίσι και το Βεβέ, το 1959. Ωστόσο, το επόμενο έτος, υπέστη στη Βιέννη καρδιακή προσβολή, που τον κράτησε για τρεις μήνες στο κρεβάτι. Τον Ιούνιο, επέστρεψε με την Στεφανί πίσω στο Βερολίνο. Ωστόσο, εξακολουθούσε να εργάζεται και, νωρίς το 1961, αναγκάστηκε να κάνει ένα ταξίδι ανάρρωσης στην Ελβετία και την Ιταλία. Τον Αύγουστο του ιδίου έτους πήγε στο Παρίσι και την Λυών για να παραστεί στην γαλλική πρεμιέρα του Σβέικ. Επέστρεψε στο Βερολίνο κα, το 1962, συνέθεσε το τελευταίο έργο του, τον κύκλο τραγουδιών Σοβαρά τραγούδια για βαρύτονο και ορχήστρα εγχόρδων. Πέθανε πριν την πρεμιέρα του έργου, τον Σεπτέμβριο του 1962, από καρδιακή προσβολή. Ενταφιάστηκε στο Κοιμητήριο Dorotheenstadt, δίπλα στον Μπρεχτ.

Κυριότερα έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θέατρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

(σε κείμενα Μπρεχτ)

  • Το Μέτρο (Die Massnahme, 1930)
  • Γερμανική Συμφωνία (Deutsche Sinfonie, 1935-9)
  • Ρέκβιεμ για τον Λένιν (Lenin Requiem, 1937)
  • Οι Υφαντές Χαλιών του Κούγιαν-Μπούλακ (Die Teppichweber von Kujan-Bulak, 1957)
  • Τραγούδι της Αλληλεγγύης (Solidaritätslied, 1930)
  • Τραγούδια για Παιδιά (Kinderlieder, 1951)
  • Η Μάνα (Die Mutter, 1931) (Γκόρκι και Μπρεχτ)
  • Οι Στρογγυλοκέφαλοι και οι Σουβλεροκέφαλοι (Die Rundköpfe und die Spitzköpfe, 1930)
  • Ο Σβέικ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (Schwejk im Zweiten Weltkrieg, 1957)
  • Η Ιστορία της Σιμόν Μασάρ (Die Gesichte der Simone Machard, 1946)

Πολιτικά τραγούδια και μελοποιημένα ποιήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εθνικός Ύμνος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Auferstanden aus Ruinen), στίχοι Γιοχάνες Μπέχερ
  • Kinderhymne, στίχοι Μπέρτολτ Μπρεχτ
  • Ύμνος της Ελεύθερης Γερμανικής Νεολαίας FDJ (Marsch der Freien Deutschen Jugend), στίχοι Γιοχάνες Μπέχερ
  • Ύμνος της Γ' Διεθνούς (Το Προσκλητήριο της Διεθνούς), στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Einheitsfrontlied (Το τραγούδι της Ενότητας), στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Solidaritatslied, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Der Heimliche Aufmarsch (Arbeiter, Bauern), στίχοι Έριχ Βάινερτ
  • Auf, auf zum Kampf (τραγούδι για τους Λίμπκνεχτ και Λούξεμπουργκ, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Bruder, zur Sonne, zur Freiheit, στίχοι Χέρμαν Σέρχεν
  • Bankenlied, στίχοι Βάλτερ Μέρινγκ
  • Büxensteinlied (In Januar, um Mitternacht)
  • Bürgerlied
  • Bundeslied für den Allgemeinen Deutschen Arbeiterverein
  • Das Lied vom Klassenfeind, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Linker Marsch, στίχοι Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
  • Λένιν, στίχοι Β. Μαγιακόφσκι
  • Lied von der Moldau (Ποτάμι ο Μολδάβας), στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Κampflied gegen den Faschismus
  • Alle waffen gegen Hitler, στίχοι Ε. Βάινερτ
  • Die Partei, στίχοι Λ. Φύρνμπεργκ
  • Hans Beimler-Lied (Hans Beimler, Kamerad)
  • Halt stand, Rotes Madrid, στίχοι Λ. Φύρνμπεργκ
  • Ernst Thaelmann-Lied (Die Thaelmann Kolonne), στίχοι Ε. Βάινερτ
  • Stalin, Freund, Genosse
  • Die Rote Front marschiert (ύμνος RFB)
  • Vorwaerts Bolschewik, στίχοι Β. Μαγιακόφσκι
  • Rote Wedding, στίχοι Ε. Βάινερτ
  • Florian Geyer Lied (wir sind des Geyers Schwarzen Haufen), στίχοι Χάινριχ Ρέντερ
  • Lied der Zeit
  • Marsch der Antifaschisten
  • Lob des Kommunismus, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Die Moorsoldaten
  • Der Kleine Trompeter
  • Jungs aus Moskau und Berlin
  • Die Grenzerkompanie
  • Revolution (Hört ihr es grollen durch Straßen und Gassen)
  • Neuestes Streiklied 1903
  • Ami go home, στίχοι Ερνστ Μπους
  • An den kleinen Radioapparat
  • Lied von der belebenden Wirkung des Geldes
  • Vom Sprengen des Gartens
  • Der Kirschdieb
  • Verfehlte Liebe
  • Die Stadt ist nach den Engeln genannt
  • Deutschland erwache, στίχοι Κουρτ Τουχόλσκυ
  • Der Marsch ins Dritte Reich, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Der Fuehrer, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Lenin-Requiem
  • Song of a German Mother
  • Kaelbermarsch
  • Ballade der XI Brigade
  • Die Fürstenjagd
  • Spaniens Himmel
  • Arbeiter-Reveille
  • Der junge Tambour
  • Hamburgs Jung-Spartäkus-Lied
  • Lied der Roten Matrosen
  • Lied der Arbeiterkinder, στίχοι Λ. Φύρνμπεργκ
  • Kampflied für die lAH, στίχοι Λ. Φύρνμπεργκ
  • Stempellied
  • Dank euch ihr Sowjetsoldaten. στίχοι Γ. Μπέχερ
  • Keiner oder alle, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Resolution der Kommunarden, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Das Lied vom 7. Januar (Am Rio Jarama)
  • Marsch des fünften Regiments
  • Als das Kraftwerk wurde Volkes eigen, στίχοι Γ. Μπέχερ
  • Die Welt verändern wir, στίχοι Γ. Μπέχερ
  • Mailied, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Lied von der blauen Fahne, στίχοι Γ. Μπέχερ
  • Αuf, auf zum Angriff, Tankbrigaden (Lied der Tankisten), στίχοι Ε. Βάινερτ
  • Brüder, seid Bereit, Brüder es ist Zeit (Lied der Werktätigen)
  • Der Schlimmste Feind den die Menschheit hat, στίχοι Κ. Τουχόλσκυ
  • Deutsche Heimat, sei gepriesen, στίχοι Γ. Μπέχερ
  • Friede auf unsrer Erde, Friede auf unserem Feld, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Gustav-Kulke-Lied, στίχοι Ε. Βάινερτ
  • Ηeimat, meine Τrauer, Land im Dämmerschein, στίχοι Γ. Μπέχερ
  • Sklave, wer wird dich befreien, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Wenn der Frühling läßt empor. Hoch den Himmel steigen, στίχοι Γ. Μπέχερ
  • Wir sind des Friedens Soldaten, keiner Nation und keiner Rasse feind
  • Dem Morgenrot entgegen
  • An die Nachgeborenen, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Anna-Luise, στίχοι Κ. Τουχόλσκυ
  • Ballad of the Soldier, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Ballade des Vergessens
  • Ballade von den Baumwollpflückern
  • Ballade von den Säckeschmeißern
  • Ballade von der Wohltätigkeit, στίχοι Κ. Τουχόλσκυ
  • Das Leben des Galilei, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Das Lied vom SA-Mann, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Der Graben Transhei, στίχοι Κ. Τουχόλσκυ
  • Die Krüppelgarde, στίχοι Ρόμπερτ Γκίλμπερτ
  • Hammer und Sichel, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Lied der Bergarbeiter
  • Lied der Roten Flieger
  • Lied der Werktätigen
  • Lied vom Fünfjahresplan
  • Lob der Dialektik
  • Magnitka-Komsomolzenlied
  • Marie, weine nicht In Sturmesnacht, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Marsh Pyatogo polka
  • Roter Raketenmarsch
  • Sputnik Sputnik
  • Subbotnik, στίχοι Β. Μαγιακόφσκι
  • Präsentiermarsch der Nationalen Volksarmee
  • Wenn die Soldaten, στίχοι Ερνστ Μπους
  • Μοskauer Abende
  • Es Kommt der Tag
  • Frieden der Welt
  • Kämpfen wie Lenin
  • Sehnsucht nach der Heimat
  • Trotz alledem
  • Peter, Mein Kamerad
  • Lied der Internationalen Brigaden
  • Marburger Studentenlied
  • Es klappert der Huf am Stege
  • Wann wir schreiten Seit' an Seit'
  • Marsch der Kampfgruppen
  • Spartakus in Berlin
  • Parademarsch der NVA
  • Ich bin Soldat, doch ich bin es nicht gerne
  • Elegie 1943
  • Und Endlich Stirbt
  • The Love Market
  • On the Sprinkling of Gardens
  • Berlin 1919
  • Das Lied vom Trockenbrot
  • Ballad of Marie Sanders
  • A German Soldier at Stalingrad
  • German Miserere
  • Homecoming 1944
  • The Poplar on Karlsplatz
  • Keiner Oder Alle!
  • To τραγούδι της απεργίας, στίχοι Μπ. Μπρεχτ
  • Friedenslied (Το τραγούδι της ειρήνης, Peace Song), στίχοι Μπ. Μπρεχτ

Moυσική για ταινίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χανς Άισλερ υπέγραψε τη μουσική στις παρακάτω ταινίες (μεταξύ άλλων):

  • Έργο ΙΙΙ (Οpus III), 1925
  • Το τραγούδι της ζωής (Das Lied vom Leben), 1931
  • Hell on Earth (Niemandsland), 1931
  • Kuhle Wampe: Σε Ποιον Ανήκει ο Κόσμος;, 1931
  • Τραγούδι των δρόμων (Dans les rues), 1933
  • Le Grand Jeu, 1934
  • Aμπντούλ ο Καταραμένος (Abdul the Damned), 1935
  • The Forgotten Village, 1941
  • Και οι Δήμιοι Πεθαίνουν (Hangmen Also Die), 1943
  • Στο Διάβα της Ζωής (None But the Lonely Heart), 1944
  • H Ζωή του Γαλιλαίου (Life of Galileo), 1947
  • So Well Remembered, 1947
  • Νύχτα και Καταχνιά (Nuit et Brouillard), 1955

Η μουσική του επίσης χρησιμοποιήθηκε σε σκηνές της ταινίας Τα σταφύλια της Οργής (The Grapes of Wrath) του Τζον Φορντ.

Άλλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το Τραγούδι των Αποδημησάντων (Gesang des Abgeschiedenen, 1918)
  • Τρία Τραγούδια (Drei Lieder, 1919)
  • Allegro moderato and Waltzes; Allegretto and Andante for Piano, 1922
  • Divertimento; Four Piano Pieces, 1923
  • Ντιβερτιμέντο για κουιντέτο πνευστών, έργο 4, 1923
  • Οκτώ Κομμάτια για πιάνο, 1925
  • Τέμπο του Χρόνου (Tempo der Zeit, 1929), για χορωδία και μικρή ορχήστρα, έργο 16
  • Εναντίον του Πολέμου (Gegen den Krieg, 1936) καντάτα
  • 7 Καντάτες πάνω σε κείμενα του Ινιάτσιο Σιλόνε, για σόλο φωνή, έγχορδα και πνευστά, 1937
  • Κουαρτέτο εγχόρδων, 1937
  • 5 Ορχηστρικά Κομμάτια, 1938
  • Νονέτο αρ. 1, 1939
  • Συμφωνία Δωματίου (Kammersinfonie, 1940)
  • Σεπτέτο αρ 1, 1940
  • Θέμα και Παραλλαγές, για πιάνο, 1940
  • Νονέτο αρ. 2, 1940-1
  • Woodbury-Liederbüchlein, 20 παιδικά τραγούδια για γυναικεία χορωδία, 1941
  • Σεπτέτο αρ. 2, 1947
  • 14 Τρόποι Περιγραφής της Βροχής (1947) για φλάουτο, κλαρινέτο, βιολί, βιολοντσέλο και πιάνο
  • Σοβαρά Τραγούδια (Ernste Gesänge, 1962), για βαρύτονο και ορχήστρα

Μουσικολογικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άισλερ ήταν πολυγραφότατος συνθέτης, με επιβλητικότατη σε όγκο δημιουργία. Δημιούργησε μια σειρά από συνθέσεις μουσικής δωματίου, όπου επεξεργάζεται μουσική βασισμένη στην παράδοση της κλασικής και ρομαντικής εποχής, χωρίς να είναι ρομαντικός. Αυτές οι παρωχημένες [20] τεχνικές σύνθεσης, εναλλάσσονται με σύγχρονες. Αφιερώθηκε στη μουσική για το εργατικό κίνημα, με «αγωνιστικές» σελίδες που περιέχουν, συχνά, τροπικά (modal) και τζαζ στοιχεία. Η αρμονία είναι σχεδόν τονική αλλά με ανορθόδοξες διαδοχές συγχορδιών, ενώ ακόμη και τα παραδοσιακά στοιχεία της μουσικής του μοιάζουν ασυνήθιστα, επειδή δεν ακολουθούνται τα συνβατικά πρότυπα. Σε άλλα έργα του χρησιμοποιεί διάφωνη χρωματική γραφή και δωδεκάφθογγες τεχνικές. [21]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Αρκετές πηγές, κυρίως νεότερες, αναφέρουν τον συνθέτη ως Αυστριακό. [22][23] Ωστόσο, οι παλιότερες πηγές τον αναφέρουν ως Γερμανό [24][25], ενώ αλλού αναφέρεται ως Γερμανοαυστριακός. [26]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Sprigge
  2. Λεωτσάκος, 5:117
  3. Kennedy, p. 264
  4. Schebera
  5. Sprigge
  6. Wolff
  7. EH2, 102
  8. In einem Interview mit Eisler, übertitelt mit: Das Lied, im Kampf geboren des Berliner Rundfunks im Dezember 1957 spricht Eisler von 1928.
  9. Λεωτσάκος, 5:117
  10. HEGW III/1, p. 395
  11. HEGW III, 3, p. 326
  12. ΠΛΜ, 5:116
  13. Nachwort zu: Theodor W. Adorno/Hanns Eisler, Komposition für den Film, München 1969, S. 213.
  14. Virgil Thomson, New York Herald Tribune, 11. März 1948.
  15. Woody Guthrie: Eisler on the Go. woodyguthrie.org (lyrics). Woody Guthrie Publications, Inc. administered by Bug Music.
  16. Georg Eisler, Skizzen
  17. Redaktionskollegium "Neues Deutschland" (14 May 1953). "Das "Faust"-Problem und die deutsche Geschichte. Bemerkungen aus Anlaß des Erscheinens des Operntextes "Johann Faustus" von Hanns Eisler" [The "Faust"-Problem and the German History. Remarks occasioned by the publication of the opera text "Johannes Faustus" by Hanns Eisler]. Neues Deutschland (in German).
  18. ranscript of those sessions together with related documents in Bunge, Hans (1991). Brecht-Zentrum Berlin, ed. Die Debatte um Hanns Eislers "Johann Faustus": eine Dokumentation [The debate on Hanns Eisler's "Johann Faustus": a documentation] (in German). pp. 45–248.ISBN 978-3-86163-019-7
  19. handschriftlicher Briefentwurf HEW.
  20. Λεωτσάκος, 5:117
  21. Λεωτσάκος, 5:117
  22. https://en.wikipedia.org/wiki/Hanns_Eisler#In_East_Germany
  23. https://de.wikipedia.org/wiki/Hanns_Eisler
  24. Blom, p. 210
  25. Kennedy, p. 264
  26. http://www.visitberlin.de/en/spot/musikhochschule-quothanns-eislerquot

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Λεξικό Μουσικής και Μουσικών» (Dictionary of Music and Musicians) του George Grove, D.C.L (Oxford, 1880)
  • Kennedy, Michael Λεξικό Μουσικής της Οξφόρδης (Oxford University Press Αθήνα: Γιαλλέλης, 1989) ISBN 960-85226-1-7
  • Γ. Λεωτσάκος σε Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1981, 1996 (ΠΛΜ)
  • Eric Blom The New Everyman Dictionary of Music (Grove Weidenfeld, N. York, 1988)
  • Jürgen Schebera: Eisler – eine Biographie in Texten, Bildern und Dokumenten. Schott-Verlag, Mainz 1998, ISBN 3-7957-2383-3
  • Martha Sprigge: Hanns Eisler’s Funeral and Cultures of Commemoration in the GDR
  • Eisler, Hanns (ΕΗ2). In: Brockhaus-Riemann Musiklexikon. CD-Rom, Directmedia Publishing, Berlin 2004, ISBN 3-89853-438-3, S. 3034 ff.
  • Hanns Eisler: Gesammelte Werke. Begründet von Nathan Notowicz, herausgegeben von Stephanie Eisler und Manfred Grabs im Auftrag der Akademie der Künste der Deutschen Demokratischen Republik. VEB Deutscher Verlag für Musik, Leipzig 1982.
  • Hanns Eisler: Musik und Politik, Schriften 1924–1948. Textkritische Ausgabe von Günter Mayer, VEB Deutscher Verlag für Musik, Leipzig 1985,
  • Hanns Eisler: Musik und Politik, Schriften 1948–1962. Textkritische Ausgabe von Günter Mayer. VEB Deutscher Verlag für Musik, Leipzig 1982.
  • Hanns Eisler: Gespräche mit Hans Bunge „Fragen Sie mehr über Brecht.“ Gesammelte Werke, Serie III, Band 7. VEB Deutscher Verlag für Musik, Leipzig 1975.
  • C. A. Hermann Wolff (1858–1915, Kapellmeister, Musiklehrer, Komponist): Kurzgefaßte Allgemeine Musiklehre.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Hanns Eisler της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).