Φροντιστήριο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Φροντιστήριοπαραπαιδεία) είναι διαδεδομένο είδος ιδιωτικού σχολείου στην Ελλάδα, που έχει στόχο την στήριξη των μαθητών στην προετοιμασία τους σε διάφορες εξετάσεις ή τα σχολικά μαθήματα γενικά. Στην Ελλάδα τα φροντιστήρια διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, που είναι τα "ομαδικά" φροντιστήρια όπου διάφοροι μαθητές ομαδοποιούνται σε μια τάξη, και τα ιδιαίτερα μαθήματα.

Οι περισσότεροι μαθητές στην Ελληνική δευτεροβάθμια εκπαίδευση παρακολουθούν μαθήματα φροντιστηρίου, λόγω της χαμηλής ποιότητας της κρατικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Μια πιο δαπανηρή λύση είναι η πρόσληψη ιδιωτικών δασκάλων που κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα στο σπίτι (συνήθως ένας δάσκαλος ανά θέμα).

Παρομοίως υπάρχουν και φροντιστήρια που εξειδικεύονται σε μαθηματικά, φυσική, χημεία και βιολογία (θετική κατεύθυνση) και φροντιστήρια που εξειδικεύονται στα αρχαία, στα λατινικά, στην ιστορία (για τη θεωρητική κατεύθυνση). Ακόμη υπάρχουν τα φροντιστήρια (ή κέντρα) ξένων γλωσσών, που ασχολούνται με ξένες γλώσσες και ειδικά με αγγλικά, γερμανικά και γαλλικά, τα οποία έχουν και τη μεγαλύτερη συμμετοχή.

Τα φροντιστήρια δεν χρησιμοποιούνται μόνο για την προετοιμασία των μαθητών για τις πανελλαδικές, αλλά όπως γίνεται και σε άλλες χώρες όπως στη Νότια Κορέα, την Ιαπωνία και το Χονγκ Κονγκ, όπου μάλιστα υπάρχουν και αλυσίδες εισηγμένες στο χρηματιστήριο, πάρα πολλοί μαθητές του γυμνασίου και του λυκείου παρακολουθούν φροντιστηριακά μαθήματα λόγω της χαμηλής ποιότητας του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Σήμερα γίνονται όλο και πιο συνηθισμένα ακόμη και σε μαθητές δημοτικού.[1]

Στην εποχή μας η παρουσία τους είναι τόσο εκτεταμένη που υπάρχουν εταιρείες που διατηρούν ακόμη και δεκάδες παραρτήματα σε όλη τη χώρα. Σήμερα οι περισσότερες ελληνικές οικογένειες γράφουν τα παιδιά τους σε κάποιο φροντιστήριο, και ο τομέας των φροντιστηρίων έχει κύκλο εργασιών δεκάδων εκατομμυρίων το χρόνο.[2] Η προσδοκία εισαγωγής σε ένα πανεπιστήμιο στην ελληνική κοινωνία οδηγεί στη συμμετοχή ποσοστού άνω του 95% των μαθητών της τρίτης τάξης του λυκείου στις πανελλαδικές εξετάσεις, δημιουργώντας εντέλει έναν μεγάλο αριθμό αποφοίτων που δεν μπορεί να απορροφηθεί πλήρως από την αγορά εργασίας.

Ένας άλλος παράγοντας που τονώνει τον φροντιστηριακό τομέα είναι και η οικονομική κρίση, το κόστος ζωής και η υψηλή ανεργία των πτυχιούχων. Έτσι, τα φροντιστήρια αποτελούν το χώρο επαγγελματικής αποκατάστασης για πολλούς αδιόριστους εκπαιδευτικούς και πάρα πολλοί διορισμένοι εκπαιδευτικοί δίδασκαν σε φροντιστήρια πριν διοριστούν, και πολλοί εκπαιδευτικοί που εργάζονται σε δημόσιο σχολείο παραδίδουν και ιδιαίτερα μαθήματα (ή εργάζονται ακόμα σε φροντιστήριο.

Σήμερα, τα φροντιστήρια και ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί που απευθύνονται σε φοιτητές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αυξάνονται όλο και περισσότερο. Επίσης, έχουν επικριθεί για την ανεξέλεγκτη διάδοση τους.

Σύμφωνα με έρευνα μάλιστα, οι εννιά στους δέκα μαθητές αμφισβητούν το μάθημα που παραδίδουν οι καθηγητές στο σχολείο επειδή τους το έχει εξηγήσει αλλιώς ο αντίστοιχος καθηγητής σε φροντιστήριο.

Τύποι φροντιστηρίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλά είδη φροντιστηρίων, τα οποία καλύπτουν τις ανάγκες των μαθητών. Η εκτεταμένη διάδοση τους οφείλεται στον απαιτητικό χαρακτήρα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, στο βαθμοθηρικό κλίμα που υπάρχει στο ελληνικό σχολείο αλλά και στην έλλειψη ποιότητας.

  • Φροντιστήρια ξένων γλωσσών: Στην Ελλάδα υπάρχουν πάρα πολλά φροντιστήρια ξένων γλωσσών στα οποία τα περισσότερα παιδιά γράφονται από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Γίνονται τόσο σε ομαδική και ατομική μορφή, γνωστή ως ιδιαίτερο μάθημα. Είναι τόσο εκτεταμένα όσο και τα φροντιστήρια που ασχολούνται με τα σχολικά μαθήματα, και καλύπτουν κυρίως τα αγγλικά, τα γερμανικά, τα γαλλικά και σε μικρότερο βαθμό τα ιταλικά, τα ρωσικά και τα ισπανικά, προετοιμάζοντας τους μαθητές για κάποιο πιστοποιητικό γνώσης της γλώσσας (π.χ. Κέιμπριτζ). Φροντιστήρια που καλύπτουν άλλες γλώσσες, π.χ. κινεζικά, πορτογαλικά, κορεάτικα ή ιαπωνικά δεν είναι πολύ συνηθισμένα, αλλά υπάρχουν. Είναι η πιο διαδεδομένη μορφή φροντιστηρίων στην Ελλάδα.
  • Εξωσχολικά φροντιστήρια: Φροντιστήρια τα οποία εξειδικεύονται σε σχολικά μαθήματα. Άλλα μπορεί να εξειδικεύονται σε φιλολογικά και άλλα σε επιστημονικά μαθήματα (μαθηματικά, φυσική, χημεία) ή μπορεί να κάνουν και τα δύο. Είναι εξαιρετικά εκτεταμένα και δημοφιλή στους μαθητές, και υπάρχουν εκατοντάδες τέτοιες εγκαταστάσεις ανά την επικράτεια. Επίσης διαδεδομένα είναι και τα ιδιαίτερα μαθήματα. Μπορεί να ασχολούνται με την στήριξη των πιο αδύναμων μαθητών στη κάλυψη της ύλης, στη γενική στήριξη των μαθητών, ανεξαρτήτου βαθμολογίας, στη κάλυψη της ύλης αλλά και στη πιο εξειδικευμένη και λεπτομερή εκμάθηση της, αλλά και στην προετοιμασία για τις πανελλαδικές εξετάσεις.
  • Κέντρα μελέτης: Πρόκειται για φροντιστήρια που ασχολούνται με την στήριξη των μαθητών του δημοτικού. Λειτουργούν με ένα κάπως παρόμοιο τρόπο με αυτά της δευτεροβάθμιας (στήριξη των μαθητών στην ύλη και λύση των ασκήσεων). Έχουν διαδοθεί αρκετά στην Ελλάδα σήμερα. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας Θανάση Κικινή, η διάδοση τους οφείλεται στην υποβάθμιση του σχολείου, καθώς δεν επαρκεί ο χρόνος μελέτης των μαθητών. Ακόμη φροντιστήρια δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αρχίζουν να προσφέρουν και τμήματα για μαθητές δημοτικού.
  • Διαδικτυακά φροντιστήρια: Υπάρχουν επίσης διαδικτυακά φροντιστήρια στην Ελλάδα, τα οποία μάλιστα προσφέρουν ακόμη και τις λύσεις των ασκήσεων στα σχολικά βιβλία. Το 2020-21, λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, τα φροντιστήρια και οι περισσότεροι καθηγητές που κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα μετέβησαν σε διαδικτυακό τρόπο διδασκαλίας του μαθήματος.

Κατά καιρούς έχουν υπάρξει πρωτοβουλίες για ενισχυτική διδασκαλία των μαθητών που την έχουν ανάγκη (το 1982 και πιο πρόσφατα, το 2016) από το κράτος, με στόχο τη μείωση των φροντιστηρίων, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Από το 2016 η ενισχυτική διδασκαλία τρέχει σε πολλά δημόσια σχολεία κάθε χρόνο (γυμνάσια κυρίως).

Υπάρχει επίσης και το κοινωνικό φροντιστήριο, που απευθύνεται σε μαθητές οικογενειών με χαμηλότερο εισόδημα όπου οι οικογένειες δεν πληρώνουν δίδακτρα και είναι δωρεάν.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η «γέννηση» των φροντιστηρίων: Πρώτο μισό του 20ού αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ιδιωτικά σχολεία νομιμοποιήθηκαν στην Ελλάδα το 1844 με το άρθρο 11 του Συντάγματος. Τα πρώτα βήματα για τη θέσπιση εισαγωγικών εξετάσεων στα πανεπιστήμια έγιναν το 1924 με το τμήμα χημείας του φυσικομαθηματικού τμήματος του πανεπιστημίου Αθηνών και μετά επεκτάθηκε στις άλλες σχολές, και μέχρι τότε ένα απολυτήριο γυμνασίου ήταν αρκετό για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο. Το 1856 με διάταγμα είχαν τεθεί περιορισμοί στα ιδιαίτερα μαθήματα.[3]

Η εισαγωγή εξετάσεων στο πανεπιστήμιο Αθηνών αύξησε τον ανταγωνισμό οδηγώντας στη δημιουργία δομών ενισχυτικής διδασκαλίας για την αύξηση της πιθανότητας εισαγωγής στο πανεπιστήμιο.

Το 1940 τα φροντιστήρια νομιμοποιήθηκαν από το νόμο 2525/40 της κυβέρνησης Μεταξά. Υπήρχαν φροντιστήρια στοιχειώδους εκπαίδευσης για την προετοιμασία για τις εισαγωγικές εξετάσεις της μέσης εκπαίδευσης, φροντιστήρια μέσης εκπαίδευσης για την βελτίωση των επιδόσεων των μαθητών και φροντιστήρια ανώτατης εκπαίδευσης για τις πανεπιστημιακές εξετάσεις. Τότε η ύλη για τις εξετάσεις δεν ήταν καθορισμένη και συχνά έμπαιναν αδίδακτα θέματα, κάνοντας απαραίτητα τα φροντιστήρια στην Ελλάδα.

Το 1947, σύμφωνα με άρθρο των Νέων, το φαινόμενο είχε επεκταθεί αρκετά λόγω και της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί από την κατοχή και τη μεταπολεμική Ελλάδα. Τότε ήταν κατά κύριο λόγο θερινά.[3]

Η ανάπτυξη των φροντιστηρίων στη μεταπολεμική Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1964 ο Γεώργιος Παπανδρέου ανεδείχθη πρωθυπουργός. Η μεταρρύθμιση του 1964 έκανε δωρεάν την παιδεία σε όλες τις βαθμίδες και ιδρύθηκαν πανεπιστήμια σε πολλές ελληνικές επαρχίες. Η ύλη καθοριζόταν από μαθητές δημόσιας εκπαίδευσης με βάση την διδακτέα ύλη, σε μια προσπάθεια να μειωθεί ο τομέας των φροντιστηρίων και να ενισχυθεί η δημόσια εκπαίδευση. Η δημόσια εκπαίδευση έγινε πιο προσιτή και ο ανταγωνισμός για μια θέση στο πανεπιστήμιο πιο έντονος, με αποτέλεσμα το 1964 να υπάρχουν 27.000 υποψήφιοι για 12.350 θέσεις και το 1975 65.000 υποψήφιοι για 18.750 θέσεις. Αυτή η εκρηκτική αύξηση στους υποψηφίους έστειλε ακόμη πιο πολλούς μαθητές στα φροντιστήρια.

Η μεγάλη επέκταση και η καθιέρωση των φροντιστηρίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επί Χούντας το Υπουργείο Παιδείας απέδιδε την ύπαρξη των φροντιστηρίων στην επικρατούσα νοοτροπία της λιγότερης προσπάθειας, την πλημμελή οργάνωση και λειτουργία της σχολικής εκπαίδευσης και στις αριθμητικά περιορισμένες εκπαιδευτικές δυνατότητες των ΑΕΙ.

Το 1970 έγινε προσπάθεια μείωσης του φαινομένου χωρίς επιτυχία και υποστήριζε ότι δεν υπήρχε κάποιος ουσιαστικός έλεγχος του επιπέδου και των γνώσεων που παρείχαν. Υπήρχε μια πρόταση να αυστηροποιηθεί ο κανονισμός για την αδειοδότηση τους. Μια άλλη πλευρά υποστήριζε ότι είναι το αναγκαίο κακό λόγω των ελαττωμάτων που χαρακτήριζαν το εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας.

Ο παιδαγωγός Ευάγγελος Παπανούτσος, ο οποίος συνέβαλε στην μεταρρύθμιση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, έγραφε σε κείμενό του στα Νέα: «Η ιδιωτική παρασχολική εκπαίδευση έγινε ο αποδιοπομπαίος τράγος για τις αμαρτίες μας. Τα φροντιστήρια κάνουν χρυσές δουλειές αφού τα φώτα τους έχουν γίνει είδος πρώτης ανάγκης. Δεν μας αναγκάζουν αυτά να γίνουμε πελάτες τους. Εμείς προστρέχουμε στη βοήθειά τους για να σώσουμε από τον καταποντισμό τις οικογενειακές μας φιλοδοξίες. Η δικαιοσύνη απαιτεί να αναγνωρίσουμε τη βοήθειά τους. Αν έμπαιναν οι νέοι στις ακαδημαϊκές αίθουσες με τα χαρίσματα της γυμνασιακής μας παιδείας, το εκπαιδευτικό πρόβλημα της χώρας μας θα ήταν ακόμη πιο οξύ».

Κατά την περίοδο της δικτατορίας, το επίπεδο των φροντιστηρίων αυξήθηκε σημαντικά με την είσοδο χιλιάδων καθηγητών που απολύθηκαν από το δημόσιο σχολείο λόγω των πολιτικών τους απόψεων. Με την μεταπολίτευση έγιναν σημαντικές αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα και οι εξετάσεις εισαγωγής στα γυμνάσια καταργήθηκαν.

Αν και ο φόρτος εργασίας των μαθητών μειώθηκε, τα φροντιστήρια συνέχισαν να επεκτείνονται. Το 1979, σύμφωνα με το Βήμα, υπήρχαν 1.500 φροντιστήρια στην Ελλάδα με περίπου μισό εκατομμύριο μαθητές και εισπράξεις που ξεπερνούσαν τα 6 δισεκατομμύρια δραχμές. Το 1980 θεσπίστηκαν οι πανελλήνιες εξετάσεις στην Β΄ και Γ΄ Λυκείου, σύστημα που καταργήθηκε το 1982 και αντικαταστάθηκε με τις δέσμες, οι οποίες με τη σειρά τους αντικαταστάθηκαν το 1999 από τις σημερινές κατευθύνσεις.

Το 1982 θεσπίστηκε ενισχυτική διδασκαλία για τη Α΄ και Β΄ Λυκείου χωρίς επιτυχία, λόγω της επικράτησης των ιδιωτικών. Βέβαια, ενδεικτικό της περαιτέρω επέκτασης των φροντιστηρίων ήταν το γεγονός ότι μεταξύ των μαθητών των λυκείων της Αθήνας, το 64% πήγαινε φροντιστήριο το 1984 και το 1993 το ποσοστό είχε αυξηθεί στο συντριπτικό 95%.[4]

Στην δεκαετία του 1990 άλλαξε η διδασκόμενη ύλη, αυξήθηκε η εξεταστέα ύλη και τα θέματα διατυπώνονταν με πιο πολύπλοκο τρόπο στις εξετάσεις. Τα φροντιστήρια συνέχισαν να έχουν ένα μεγάλο κύκλο εργασιών. Σε αυτό συμβάλλει η άποψη της ελληνικής οικογένειας που περιφρονεί την χειρονακτική εργασία υπέρ της εργασίας στο δημόσιο, αλλά και στις ιδέες για την αξία του πανεπιστημιακού πτυχίου.

Οι μεταρρυθμίσεις του Γεράσιμου Αρσένη, οι οποίες θέσπισαν εξετάσεις σε όλα τα μαθήματα ακόμη και στις πανελλαδικές, έχουν παγιώσει το ποσοστό σε αριθμό πάνω από το 95%. Από τότε η απαιτητικότητα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος έχει μειωθεί. Το 2006 καταργήθηκαν οι πανελλήνιες εξετάσεις στην Β΄ Λυκείου και το 2016 τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα μειώθηκαν σε 4 από 6, μετά από άλλες σταδιακές μειώσεις των μαθημάτων. Το ίδιο έτος τα μαθήματα για τις προαγωγικές εξετάσεις στο γυμνάσιο μειώθηκαν από 12 σε 4, η σχολική χρονιά επεκτάθηκε μέχρι τις 31 Μαΐου και τα τρία τρίμηνα συγχωνεύθηκαν σε δύο τετράμηνα μειώνοντας το φόρτο εργασίας των μαθητών, ενώ τα διαγωνίσματα στο μάθημα της ημέρας έχουν σε μεγάλο βαθμό καταργηθεί έκτοτε. Δύο χρόνια αργότερα μειώθηκαν τα εξεταζόμενα μαθήματα στις προαγωγικές εξετάσεις σε 8 στην Α' Λυκείου και 6 στη Β' Λυκείου και οι ώρες μαθημάτων στο Γυμνάσιο μειώθηκαν από 35 σε 32, αλλά στις πανελλαδικές εξετάσεις η δυσκολία των θεμάτων αυξάνεται. Παρά τις σημαντικές μειώσεις στην απαιτητικότητα του ελληνικού σχολείου, τα φροντιστήρια συνεχίζουν να έχουν μεγάλους κύκλους εργασίας όπως τα παλαιότερα χρόνια, και μάλιστα επεκτείνονται ολοένα και περισσότερο στους μαθητές του δημοτικού.

Οικονομικά στοιχεία για τα φρονιστήρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2016, σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ οι δαπάνες των οικογενειών για τα φροντιστήρια πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αυξήθηκαν από 3 εκατομμύρια ευρώ το 2008 σε 11.3 εκατομμύρια το 2016. Η δαπάνη για ιδιαίτερα μαθήματα έχει μειωθεί από τα 48 εκατομμύρια ευρώ το 2008 σε 22.6 εκατομμύεια το 2016. Στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, την ίδια περίοδο η δαπάνη για φροντιστήρια είναι γενικά σταθερή.

Σύμφωνα με έρευνα της εταιρείας Palmos Analysis το 2015 τα φροντιστήρια έχουν κύκλο εργασιών 670.000.000 ευρώ τον χρόνο, με το 66% των μαθητών Λυκείου να συμμετέχει σε τέτοια μαθήματα, όπως και το 30% του γυμνασίου.[5] Η μέση ελληνική οικογένεια δαπανά εκατοντάδες ευρώ για τα φροντιστήρια των παιδιών της κάθε χρόνο. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, 250.000.000 ευρώ δαπανούνται ετησίως για τα ιδιαίτερα και 420.000.000 ευρώ για τα φροντιστήρια μέσης εκπαίδευσης. Στα γυμνάσια είναι πιο δημοφιλή τα ιδιαίτερα μαθήματα και στα λύκεια τα φροντιστήρια, αλλά κάποιοι μαθητές κάνουν και τα δύο. Ως προς τα ιδιαίτερα οι περισσότεροι καθηγητές είναι αδιόριστοι, αν και κάποιοι επιλέγουν δασκάλους δημοσίων σχολείων, φοιτητές ή συγγενικά πρόσωπα που κατέχουν το θέμα.[5] Η οικονομική δυσχέρεια είναι ο βασικός λόγος που ορισμένοι μαθητές δεν κάνουν κάποιο φροντιστήριο. Τέλος, το εύρος των τιμών στα ιδιαίτερα ποικίλει πάρα πολύ, ξεκινώντας από τα 3.5 ευρώ και φτάνοντας μέχρι και στα 60 ευρώ, με μέση τιμή τα 13.1 ευρώ.[5]

Σύμφωνα με άρθρο της εφημερίδας «Καθημερινή» του ίδιου έτους ο τζίρος των ιδιωτικών εκπαιδευτικών μονάδων (ιδιωτικά σχολεία, φροντιστήρια, κ.ο.κ.) φτάνει τα 986.1 εκατομμύρια ευρώ, ενώ τα ιδιαίτερα μαθήματα έχουν κύκλο εργασιών τουλάχιστον 256.7 εκατομμυρίων ευρώ.[4] Το 2015 υπήρχαν 6.619 κέντρα ξένων γλωσσών με 472.423 μαθητές και 20.019 εκπαιδευτικούς, 2.348 φροντιστήρια δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με 130.683 μαθητές και 16.826 εκπαιδευτικούς και 28 φροντιστήρια τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με 1.268 σπουδαστές και 171 εκπαιδευτικούς. Αυτό σημαίνει ότι το 2015 υπήρχαν λίγο παραπάνω από 600.000 μαθητές που παρακολουθούν μάθημα σε φροντιστήρια, και αν προσθέσουμε αυτούς που κάνουν ιδιαίτερα, το νούμερο είναι ακόμη μεγαλύτερο.

Γενικά, ο εξετασιοκεντρικός χαρακτήρας του ελληνικού σχολείου ενισχύει τον τομέα των φροντιστηρίων, ο οποίος είναι εξαιρετικά ανεπτυγμένος σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες και τον πληθυσμό. Η πολύ μεγάλη συμμετοχή στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών οφείλεται στην αδυναμία του σχολείου να προετοιμάσει τους μαθητές κατάλληλα ώστε να έχουν επαρκή και πιστοποιημένη γνώση των ξένων γλωσσών.

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Λακασάς, Απόστολος. «Φροντιστήριο από το… Δημοτικό | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ». www.kathimerini.gr. Ανακτήθηκε στις 27 Ιουνίου 2021. 
  2. «Στο φροντιστήριο από το... δημοτικό σχολείο!». Economistas.gr. Ανακτήθηκε στις 27 Ιουνίου 2021. 
  3. 3,0 3,1 Samioti, Argiro (15 Ιουνίου 2019). «Η ιστορία των φροντιστηρίων. Τα νομιμοποίησε ο Μεταξάς και απογειώθηκαν επί χούντας, λόγω των διώξεων των εκπαιδευτικών. Πότε ο τζίρος τους ξεπέρασε τον προϋπολογισμό του υπουργείου Παιδείας». ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ. Ανακτήθηκε στις 27 Ιουνίου 2021. 
  4. 4,0 4,1 Λακασάς, Απόστολος. «1,2 δισ. ευρώ για την ιδιωτική παιδεία | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ». www.kathimerini.gr. Ανακτήθηκε στις 27 Ιουνίου 2021. 
  5. 5,0 5,1 5,2 «Δίνουμε 670 εκατ. ευρώ το χρόνο σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα». TVXS - TV Χωρίς Σύνορα. Ανακτήθηκε στις 27 Ιουνίου 2021.