Φρανσουά Λεμουάν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Φρανσουά Λεμουάν
FrancoisLemoyne.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
François Lemoyne (Γαλλικά)
Γέννηση1688
Παρίσι
Θάνατος4 Ιουνίου 1737
Παρίσι
Αιτία θανάτουαπώλεια αίματος
Συνθήκες θανάτουαυτοκτονία
Χώρα πολιτογράφησηςΓαλλία[1]
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΓαλλικά[2]
ΣπουδέςΒασιλική Ακαδημία ζωγραφικής και γλυπτικής του Παρισιού
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταζωγράφος[3]
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΕπίσημος ζωγράφος του βασιλιά (1736–1737)
Βραβεύσειςβραβείο της Ρώμης (1711)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

O Φρανσουά Λεμουάν (γαλλικά: François Lemoyne ή Le Moine), γεννήθηκε το 1688 στο Παρίσι όπου και πέθανε στις 4 Ιουνίου 1737, ήταν Γάλλος ζωγράφος, καθηγητής της Βασιλικής Ακαδημίας Ζωγραφικής και Γλυπτικής και Πρώτος ζωγράφος του βασιλιά από το 1736. Είναι ένας από τους εισηγητές του στυλ ροκοκό και υπήρξε δάσκαλος και φίλος των Σαρλ-Ζοζέφ Νατουάρ και Φρανσουά Μπουσέ.[4]

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Φρανσουά Λεμουάν γεννήθηκε στο Παρίσι το 1688 και σπούδασε υπό τον Λουί Γκαλός μέχρι το 1713. Το 1711, ο Λεμουάν κέρδισε το βραβείο της Ρώμης και ταξίδεψε στην Ιταλία για να συνεχίσει τις σπουδές του. Μετά την επιστροφή του στο Παρίσι, έγινε δεκτός ως πλήρες μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Ζωγραφικής και Γλυπτικής το 1718 και αργότερα εξελέγη ως καθηγητής το 1733. Το 1723, επέστρεψε στην Ιταλία για ένα δεύτερο ταξίδι. [5]

Το 1727 πραγματοποιήθηκε νέος διαγωνισμός τέχνης με την ελπίδα να αναβιώσει η ιστορική ζωγραφική μεταξύ των μελών της Ακαδημίας. Μόνο ένα Σαλόν είχε πραγματοποιηθεί από το 1704 (το 1725), οπότε αυτό προσέφερε μια σπάνια ευκαιρία για δημόσια έκθεση ζωγραφικής. Δώδεκα πίνακες υποβλήθηκαν συνολικά, από καλλιτέχνες μεταξύ των οποίων οι Σαρλ Αντουάν Κουαπέλ, Νοέλ-Νικολά Κουαπέλ και Ζαν-Φρανσουά ντε Τρουά. Οι γνώμες ήταν διαιρεμένες, με την κριτική άποψη να ευνοεί τους πίνακες των δύο Κουαπέλ, αλλά τελικά το βραβείο της πρώτης θέσης των 5.000 λιβρών απονεμήθηκε από κοινού στους Λεμουάν και Ζαν-Φρανσουά ντε Τρουά, συμβιβασμός που απογοήτευσε και τους δύο.[6]

Το 1728 ο Λεμουάν έλαβε μια βασιλική παραγγελία να ζωγραφίσει την οροφή του Σαλονιού του Ηρακλή στις Βερσαλλίες, στο οποίο εργάστηκε από το 1733 έως το 1736. Είχε δει παρόμοια έργα στην Ιταλία (όπως του Πιέτρο ντα Κορτόνα στο παλάτσο Μπαρμπερίνι) και προσπάθησε να αποδείξει ότι οι Γάλλοι μπορούσαν να διαπρέψουν στο είδος όσο και οι Ιταλοί. Όταν το έργο ολοκληρώθηκε, έλαβε «ομόφωνους επαίνους», συμπεριλαμβανομένων διακρίσεων από τον Βολταίρο και τον καρδινάλιο Φλερί. Η καριέρα του έφθασε στο αποκορύφωμά της το 1736, όταν διορίστηκε Πρώτος ζωγράφος του βασιλιά.

Αυτοκτονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χρόνος σώζοντας την Αλήθεια από το Ψέμα και τον Φθόνο, 1737

Το επόμενο έτος, 1737, ο Λεμουάν αυτοκτόνησε στο Παρίσι. Οι λόγοι για αυτό δεν είναι γνωστοί, αν και η αυτοκτονία του έχει αποδοθεί στην υπερβολική δουλειά, τις αυλικές μηχανορραφίες στις Βερσαλλίες, τον θάνατο της συζύγου του, την ιδιοσυγκρασιακή του αστάθεια και την απογοήτευση για την αδυναμία του να επιτύχει καλλιτεχνική τελειότητα. Επέλεξε τον θάνατο με σπαθί, μαχαιρώθηκε συνολικά εννέα φορές στο στήθος και στο λαιμό. Αυτό έγινε έξι μήνες μετά την ολοκλήρωση της ζωγραφικής Η αποθέωση του Ηρακλή στην οροφή του Σαλονιού του Ηρακλή στις Βερσαλλίες στα διαμερίσματα του βασιλιά και την επόμενη ημέρα μετά την ολοκλήρωση του αλληγορικού πίνακα Ο Χρόνος σώζοντας την Αλήθεια από το Ψέμα και τον Φθόνο για τον φίλο και προστάτη του Φρανσουά Μπερζέ.[7]

Με τον θάνατό του, η μόδα των μεγάλων αλληγορικών παραστάσεων στις οροφές εξαφανίστηκε. [8]

Τεχνοτροπία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτες σπουδές του Λεμουάν στη Ρώμη τον έφεραν σε επαφή με τα έργα των Παλαιών Δασκάλων, του Ραφαήλ, του Κορρέτζο και του Τιτσιάνο, αν και η ισχυρότερη επιρροή του ήταν αναμφίβολα ο Ρούμπενς, ιδιαίτερα στη χρήση του χρώματος. Κατά το δεύτερο ταξίδι του το 1723, ο Λεμουάν θαύμασε την οροφή στο παλάτσο Μπαρμπερίνι και βρήκε έμπνευση στα έργα των Βενετών, ιδιαίτερα του Πάολο Βερονέζε. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, η τεχνοτροπία του άλλαξε περισσότερο υπέρ της ιταλικής επιρροής.

Ο ιστορικός τέχνης και διευθυντής του Λούβρου στο Παρίσι Πιερ Ρόζενμπεργκ περιγράφει το στιλ του Λεμουάν ως «εκλεπτυσμένο και εσωστρεφές». [9]Ο Βρετανοαμερικανός επιμελητής της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουάσιγκτον Φίλιπ Κόνισμπι αναφέρεται στους πίνακες του Λεμουάν ως «αισθησιακής ομορφιάς» παρόμοιας με τα έργα του Κορρέτζο.[10]

Επιλογή έργων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. artist list of the National Museum of Sweden. 12  Φεβρουαρίου 2016. kulturnav.org/e9c90fa6-a2f9-401e-b5b9-b76b730c21bc. Ανακτήθηκε στις 28  Φεβρουαρίου 2016.
  2. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. data.bnf.fr/ark:/12148/cb11987363x. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  3. The Fine Art Archive. cs.isabart.org/person/58683. Ανακτήθηκε στις 1  Απριλίου 2021.
  4. . «wikiart.org/en/francois-lemoyne». 
  5. . «stephenongpin.com/artist/francois-lemoyne». 
  6. . «getty.edu/art/collection/artists/francois-le-moyne-french-1688-1737/». 
  7. . «academic.oup.com/oaj/The Mysterious Suicide of François Lemoyne». 
  8. . «hellenicaworld.com/Art/Paintings/en/FrancoisLemoyne.html». 
  9. Rosenberg, Pierre (1975). The Age of Louis XV: French Painting 1710-1774. Toledo: The Toledo Museum of Art. p. 13.
  10. Conisbee, Philip. Review of François Le Moyne and His Generation, 1688-1737, by Jean-Luc Bordeaux, The Burlington Magazine 127, no. 993 (1985): 908-09.