Φρανς Σνάιντερς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φρανς Σνάιντερς
Frans Snyders - Van Dyck c. 1620.jpg
Γέννηση 21  Νοεμβρίου 1579
Αμβέρσα
Θάνατος 19  Αυγούστου 1657[1][2][3][4][5]
Αμβέρσα
Υπηκοότητα Ισπανικές Κάτω Χώρες
Ιδιότητα ζωγράφος
Καλλιτεχνικά ρεύματα Φλαμανδική ζωγραφική μπαρόκ
Σημαντικά έργα Still Life with Huntsman, Still Life with a Dead Stag και Still life with small game and fruits
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη

Ο Φρανς Σνάιντερς φλαμανδικά: Frans Snyders αναφερόμενος και ως Frans Snijders,[6] Αμβέρσα, 11 Νοεμβρίου 1579 - Αμβέρσα, 19 Αυγούστου 1657[7]) ήταν Φλαμανδός ζωγράφος, ο οποίος απεικόνιζε κυρίως ζώα, σκηνές κυνηγίου και νεκρές φύσεις[8]. Ήταν ο πρώτος ειδικευμένος ζωγράφος ζώων[9] και του αποδίδεται η έναρξη μιας ευρείας ποικιλίας νέων τύπων νεκρών φύσεων και θεμάτων με ζώα στην Αμβέρσα. Συχνά συνεργαζόταν με κορυφαίους ζωγράφους της πόλης, όπως οι Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, Άντονι φαν Ντάικ και Γιάκομπ Γιόρντενς.

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σνάιντερς γεννήθηκε στην Αμβέρσα και ήταν γιος του Γιαν Σνάιντερς, ιδιοκτήτη ενός οινοπωλείου (κρασοπουλειού), στο οποίο σύχναζαν καλλιτέχνες.[7] Σύμφωνα με τον θρύλο, ο διάσημος ζωγράφος του 16ου αιώνα Φρανς Φλόρις κατασπατάλησε την περιουσία του εκεί. Η μητέρα του Φρανς ονομαζόταν Μαρία Χάισμπρεχτς (Maria Gijsbrechts). Ο ζωγράφος είχε πέντε αδέλφια. Ο αδελφός του Μίχιελ έγινε επίσης ζωγράφος, αλλά δεν είναι γνωστό κανένα έργο του.

Ο Σνάιντερς καταγράφηκε ως μαθητής του Πίτερ Μπρίγκελ του νεότερου το 1593 και στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε με τον Χέντρικ φαν Μπάλεν, τον πρώτο δάσκαλο του Άντονι φαν Ντάικ. Έγινε "Δάσκαλος" στη Συντεχνία του Αγίου Λουκά της Αμβέρσας το 1602. Ταξίδεψε στην Ιταλία κατά το διάστημα 1608-1609, αρχικά διαμένοντας στη Ρώμη.[10] Στη συνέχεια μετέβη στο Μιλάνο, όπου, μέσω επιστολής, ο Γιαν Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος τον είχε συστήσει στον Καρδινάλιο Φεντερίκο Μπορρομέο, σημαντικό συλλέκτη έργων τέχνης. [11] Ο Μπρίγκελ ζήτησε από τον Σνάιντερς να ζωγραφίσει αντιγράφοντάς το ένα πορτρέτο που είχε ζωγραφίσει ο Τιτσιάνο και βρισκόταν στη συλλογή του Μπορρομέο. Αυτό θεωρείται απόδειξη ότι ο Σνάιντερς ήταν επιδέξιος ζωγράφος μορφών πριν στρέψει την προσοχή του στην απεικόνιση νεκρών φύσεων.[12]

Ο ζωγράφος επέστρεψε στην Αμβέρσα την άνοιξη του 1609.[10] το 1611 νυμφέυεται την Μαργκαρέτα, αδελφή των Κορνέλις ντε Φος και Πάουλ ντε Φος, κορυφαίων ζωγράφων της πόλης. Η συνεργασία του με τον Ρούμπενς ξεκινά το 1610.[11]

Ο Σνάιντερς με τη σύζυγό του. Έργο του Άντονι φαν Ντάικ, Museumslandschaft Hessen Kassel, Κάσσελ

Ο Σνάιντερς είχε αρκετούς προστάτες, μεταξύ των οποίων ο Επίσκοπος της Γάνδης Αντόνιους Τρίεστ (Antonius Triest), ο οποίος του ανέθεσε τη δημιουργία τεσσάρων πινάκων με σκηνές της αγοράς περί το 1615 (σήμερα στο Μουσείο Ερμιτάζ της Αγίας Πετρούπολης) Ήταν φίλος του φαν Ντάικ, ο οποίος ζωγράφισε το πορτρέτο του Σνάιντερς και της συζύγου του περισσότερες από μία φορές. Ήταν εμπορικά επιτυχημένος και μπόρεσε να αγοράσει ένα σπίτι στο αριστοκρατικό τμήμα της Keizerstraat της Αμβέρσας. Το 1628 έγινε ο επικεφαλής της Συντεχνίας του Αγίου Λουκά στην πόλη. [11]

Κατά την περίοδο 1636 - 1638 ήταν ένας από τους καλλιτέχνες της Αμβέρσας που βοήθησαν τον Ρούμπενς σε ένα μεγάλο έργο διακόσμησης του κυνηγετικού περιπτέρου Torre de la Parada του Φιλίππου Δ΄ της Ισπανίας. Οι δύο καλλιτέχνες συνεργάστηκαν επίσης στις διακοσμήσεις του Real Alcázar de Madrid (Βασιλικού Ανακτόρου της Μαδρίτης) και του Πάρκου Parque del Buen Retiro στη Μαδρίτη.[13]

Ο Σνάιντερς ζωγράφισε περίπου 60 πίνακες με σκηνές κυνηγίου που σχεδίασε ο Ρούμπενς. Το 1639 οι Ρούμπενς και Σνάιντερς έλαβαν παραγγελία για 18 ακόμη πίνακες για το κυνηγετικό περίπτερο. Μετά τον θάνατο του Ρούμπενς ο Σνάιντερς ήταν ένας από τους εκτιμητές της απογραφής της συλλογής του Ρούμπενς.

Κατά τα έτη 1641 και 1642 ο Σνάιντερς ταξίδεψε, μαζί με άλλους καλλιτέχνες, στην Ολλανδική Δημοκρατία. Το 1646 βρισκόταν, πιθανόν, στη Μπρέντα, εργαζόμενος σε κάποια ανάθεση.[11] Χήρεψε το 1647 και ο ίδιος απεβίωσε στην Αμβέρσα το 1657. Καθώς απεβίωσε χωρίς να έχει αποκτήσει παιδιά, άφησε όλη του την περιουσία στην αδελφή του, η οποία ήταν καλόγρια χωρίς μοναστικό όρκο (beguine). Ο έμπορος έργων τέχνης της Αμβέρσας Ματτάις Μούσσον (Matthijs Musson) απέκτησε όλη τη συλλογή του καλλιτέχνη, στην οποία περιλαμβάνονταν έργα κορυφαίων καλλιτεχνών του 16ου και του 17ου αιώνα, όπως των Ρούμπενς, φαν Ντάικ, Χέντρικ φαν Μπάλεν Γιαν Μπρίγκελ του πρεσβύτερου, Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου, Γιόος φαν Κλέφε, Χίλλις φαν Κόνινξλοο, Γιάκομπ Φόππενς φαν Ες, Βίλλεμ Κλέσοον Χέντα, Γιάκομπ Γιόρντενς, Λούκας φαν Λέιντεν, Γιαν Λίφενς, Λαμπέρ Λομπάρ, Γιαν Μασσάις, Γιοάχιμ Πατινίρ, Άντριεν φαν Ούτρεχτ και Φρανς Άικενς.[14]

Είχε πολλούς μαθητές, στους οποίους πιστεύεται ότι περιλαμβάνονται οι Νικάσιους Μπέρνερτς, Πέτερ φαν Μπάουκλε (Peter van Boucle), Γιούριεν Γιάκομπσε, Γιαν Ρόος και Πάουλ ντε Φος. ο Γιαν Φάιτ ήταν μαθητής του και, από το 1629, βοηθός του Σνάιντερς.[15] Ο Πέτερ φαν Μπάουκλε ισχυρίστηκε ότι ήταν μαθητής του Σνάιντερς αλλά δεν υπάρχουν γραπτές πηγές στην Αμβέρσα που να υποστηρίζουν τον ισχυρισμό του. Εν τούτοις, υπάρχουν ομοιότητες ύφους στις εργασίες του φαν Μπάουκλε που συντείνουν στην άποψη ότι ο φαν Μπάουκλε εργάστηκε στον κύκλο του Σνάιντερς.[16]

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σνάιντερς αρχικά είχε αφοσιωθεί στη ζωγραφική λουλουδιών, φρούτων και νεκρών φύσεων. Αργότερα στράφηκε στην απεικόνιση ζώων. Ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να ζωγραφίζει άγρια ζώα, τα οποία απεικόνιζε σε ζωηρές κυνηγετικές σκηνές και άγριες συμπλοκές. Ήταν από τους πρώτους εξειδικευμένους "animalier" (ζωγράφοι που απεικονίζουν ζώα). Η εργασία του ως ζωγράφου ζώων επηρέασε ισχυρά τους συγχρόνους του καθώς και τους Γάλλους "animaliers" του 18ου αιώνα, όπως οι Ζαν-Μπατίστ Ουντρύ (Jean-Baptiste Oudry) και Φρανσουά Ντεπόρτ (François Desportes).

Σαρντέν Το σαλάχι

Το αριστούργημα του Ζαν-Μπατίστ Σιμεόν Σαρντέν (Jean-Baptiste Siméon Chardin) "Το σαλάχι" (σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου έχει την απεικονιστική δύναμη του Σνάιντερς.[17]

Η διαμονή του στην Ιταλία πιστεύεται ότι επηρέασε σημαντικά το ύφος του στη ζωγραφική φρούτων. Είναι πιθανό να είδε το "καλάθι με τα φρούτα" του Καραβάτζιο που τότε βρισκόταν στη συλλογή του Μπορρομέο στο Μιλάνο.[13]

Σκηνές από την αγορά και το κελάρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζωγράφισε πολλές σκηνές από την αγορά και οι πρώτες του εργασίες στον τομέα αυτόν άντλησαν την έμπνευσή τους από τον Πιέτερ Άαρτσεν και τον Γιοάχιμ Μπεκελάερ, που υπήρξε πρωτοπόρος και διεύρυνε αυτό το είδος κατά τον 16ο αιώνα στην Αμβέρσα.[12] Ενώ οι Άαρτσεν και Μπέκελααρ συχνά περιλάμβαναν και μια θρησκευτικού περιεχομένου σκηνή ως φόντο στις σκηνές της αγοράς, ο Σνάιντερς δεν το έπραξε. Αρχικά εργάστηκε με το μανιεριστικό ιδίωμα. Το ύφος του βαθμιαία ωρίμαζε, υπό την επίδραση της ιταλικής τέχνης που γνώρισε επισκεπτόμενος την Ιταλία και υπό την επίδραση του Ρούμπενς, όταν επέστρεψε στην Αμβέρσα. Ως αποτέλεσμα, το σκοτεινό περιθώριο των πρώτων του νεκρών φύσεων εξαφανίζεται και γίνεται ένας εξαίρετος "κολορίστας" με πολύ μεγάλες σχεδιαστικές ικανότητες, που του επιτρέπουν να δομεί συνοχή των ετερόκλιτων αντικειμένων που απεικονίζει.

Δεν δημιούργησε μόνο μεγάλες σκηνές από αγορές και κελάρια ή νεκρές φύσεις, στις οποίες συνήθως περιλάμβανε και νεκρά ελάφια, αλλά και μικρότερους πίνακες που θυμίζουν σκηνές από πρωινό και νεκρές φύσεις που προέρχονται από τη "βόρεια" τέχνη της εποχής του 1600. Αντί να συνεχίσει το "περιγραφικό" ύφος του επίσης από την Αμβέρσα ζωγράφου Οσίας Μπέερτ, οι καινοτόμες νεκρές φύσεις του Σνάιντερς συνδυάζουν αντικείμενα σε ομάδες για να σχηματίσουν μια γεωμετρικά δομημένη σύνθεση. Επαναλαμβανόμενα μοτίβα είναι νεκροί λαγοί και πτηνά, σκεύη "tazze" (ιταλ. φλιτζάνια, εδώ πιάτα στηριζόμενα σε ψηλό "κολωνάκι"), καλάθια με σταφύλια και άλλα φρούτα, πορσελάνινες στάμνες και κινέζικες πορσελάνες τύπου "Kraak".[14]

Συνήθως απεικόνιζε λεία κυνηγιού στα στάδια πριν προετοιμαστεί για τροφή. Τα νεκρά αυτά ζώα θυμίζουν κυνηγετικά τρόπαια, που συχνά δεν προορίζονταν να γίνουν τροφή αλλά μάλλον για να βαλσαμωθούν. Συχνά τοποθετούσε και ζωντανά ζώα, όπως γάτες, για να τονίσει την αντίθεση μεταξύ ζώντων και νεκρών ζώων. [18] Οι μεγάλου μεγέθους κυνηγετικές σκηνές είχαν σημαντική επίδραση στον ζωγράφο από την Αμβέρσα Γιαν Ντάβιντσον ντε Χέιμ, ο οποίος επί σημαντικό χρονικό διάστημα εμπνεόταν από τις δημιουργίες του Σνάιντερς για να ζωγραφίσει τους δικούς του, μεγάλου μεγέθους, πίνακες.[19]

Για τις μεγάλες και "φορτωμένες" νεκρές φύσεις του Σνάιντερς έχουν δοθεί πολλές ερμηνείες. Μερικοί διαβλέπουν κάποιο προπαγανδιστικό μήνυμα σε αυτούς τους πίνακες. Η απεικόνιση πολυτέλειας και αφθονίας που υπήρχε στην Αμβέρσα, που εκείνη την εποχή βρισκόταν υπό ισπανική διοίκηση, πιθανόν να εξυπηρετούσε προπαγανδιστικούς σκοπούς, για να καταδειχτεί η υπεροχή της ισπανικής κυριαρχίας στη Φλάνδρα, συγκρινόμενη με την προτεσταντική διοίκηση υπό την οποία τελούσε η επαναστατημένη βόρεια Ολλανδία. [20]

Ανήκοντας στην παράδοση του μπαρόκ, πολλές συνθέσεις του είναι πολύπλοκες και έχουν δυναμική, ορισμένες όμως είναι πιο συγκεντρωμένες και ήρεμες. Παράδειγμα η σύνθεση "Σταφύλια, αχλάδια και κυδώνια σε μια εσοχή" (βλ. φωτοθήκη), όπου οι πινελιές του είναι πιο σκιαγραφικές απ' ό,τι συνήθως.[21]

Συνεργασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σνάιντερς θεωρείται ως επιδέξιος ζωγράφος μορφών, όπως πιστοποιείται από την παράκληση του Γιαν Μπρίγκελ του πρεσβύτερου να αντιγράψει πορτρέτο του Τιτσιάνο από τη συλλογή Μπορρομέο κατά τη διαμονή του στο Μιλάνο.[11][12] Παρά ταύτα, συχνά συνεργαζόταν με ζωγράφους επιδέξιους στη δημιουργία μορφών, όπως ο Ρούμπενς, ο κουνιάδος του Κορνέλις ντε Φος και ο Γιαν Μπούκχορστ, ο οποίος ζωγράφιζε τις μορφές σε συνθέσεις όπου ο ίδιος προσέθετε στοιχεία νεκρής φύσης.

Η εκφραστικότητά του και η ικανότητά του να δημιουργεί διαφορετικές υφές από γούνες και δέρματα, προκαλούσε το θαυμασμό του Ρούμπενς, ο οποίος συχνά του ανέθετε να ζωγραφίζει ζώα, φρούτα και στοιχεία από νεκρές φύσεις σε δικές του δημιουργίες. Ο Σνάιντερς ανέπτυξε ιδιαίτερα στενή σχέση συνεργασίας με τον Ρούμπενς κατά την περίοδο 1610 - 1640. Οι συνεργατικές τους προσπάθειες είναι καλά τεκμηριωμένες. Στην πρώτη περίοδο της συνεργασίας τους, ο Ρούμπενς έφτιαχνε ένα σχεδίασμα με λάδι της τελικής σύνθεσης και σαφώς επισήμαινε τα σημεία στα οποία ο Σνάιντερς θα επενέβαινε. Αυτό σαφώς τεκμηριώνεται στον πίνακα "Η αναγνώριση του Φιλοποίμενος" (βλ. φωτοθήκη). Είναι πιθανόν ότι, σε αυτή την πρώιμη περίοδο, ο Ρούμπενς δεν ήταν απόλυτα σίγουρος για τις συνθετικές ικανότητες του Σνάιντερς και είχε την πρόθεση να του "δείχνει τον δρόμο". Στον "Προμηθέα Δεσμώτη", στην ώριμη περίοδο συνεργασίας τους, οι ρόλοι αντιστρέφονται: Ο Σνάιντερς έφτιαξε το σχεδίασμα, αφήνοντας τον χώρο για τη μορφή στον Ρούμπενς. [22] Η "Αναγνώριση του Φιλοποίμενος" θεωρείται ως ο πρώτος πίνακας νεκρής φύσης σε ύφος μπαρόκ που περιλαμβάνει και ανθρώπινες μορφές.[23] Η πλέον διάσημη συνεργασία Ρούμπενς - Σνάιντερς είναι στον πίνακα "Μέδουσα" (βλ. φωτοθήκη). Ζωγραφισμένος γύρω στα 1613 - 1617/8 αυτός ο μικρού σχετικά μεγέθους πίνακας δείχνει ότι ο τρόπος του Σνάιντερς ταίριαζε όχι μόνο στους μεγάλου μεγέθους πίνακες του Ρούμπενς, αλλά και στα μικρότερης κλίμακας έργα του.[24] Ο Ρούμπενς βασίστηκε στον Σνάιντερς για τη δημιουργία του οπτικού πλούτου, που συμβάδιζε με το μπαρόκ ύφος του, που τόνιζε την αφθονία και τη γενναιοδωρία. Οι πινελιές των δύο καλλιτεχνών είναι τόσο κοντινές, ώστε σήμερα είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τι έφτιαξε καθένας στις συνεργατικές τους δημιουργίες.[13]

Ο κουνιάδος και μαθητής του Πάουλ ντε Φος ήταν, επίσης, τακτικός συνεργάτης του Ρούμπενς. Ένας ιστορικός τέχνης, συγκρίνοντας τις συμβολές του ντε Φος σε σκηνές κυνηγίου πινάκων του Ρούμπενς με αυτές του Σνάιντερς, διαπίστωσε ότι ο ντε Φος ήταν λιγότερο ακριβής ως προς τη ζωική ανατομία και λιγότερο εξοικειωμένος με την ψυχολογική έκφραση των ζώων. Άλλοι ιστορικοί τέχνης θεωρούν τις κυνηγετικές σκηνές του ντε Φος πιο δυναμικές, που μαρτυρούν ένα πιο προσωπικό ύφος συγκρινόμενες με αυτές του Σνάιντερς, που ήταν περισσότερο ζωγράφος νεκρών φύσεων. Το εκφραστικό ύφος και τα μοτίβα των απεικονίσεων ζώων του Ρούμπενς είχε σημαντική επιρροή τόσο στον Σνάιντερς όσο και στον ντε Φος.[25]

Ο Σνάιντερς ζωγράφισε επίσης στοιχεία νεκρών φύσεων και για άλλους ζωγράφους της Αμβέρσας, όπως οι Γιάκομπ Γιόρντενς, Τόμας Μπόσχερτ, Γιαν Γιάνσσενς και άλλους. Συνεργάστηκε, επίσης και με τον άλλο του κουνιάδο, Κορνέλις ντε Φος. Παράδειγμα αυτής της συνεργασίας είναι η "Νεκρή φύση με φρούτα και λαχανικά" (βλ. φωτοθήκη), που μάλλον αντιπροσωπεύει το κελάρι ενός κομψού σπιτιού. Η εντύπωση που δίνει αυτή η σύνθεση είναι αυτή της αφθονίας, αλλά παράλληλα και του χάους. Μια πιο προσεκτική εξέταση δείχνει ότι τα διάφορα προϊόντα είναι διαταγμένα ιεραρχικά, ανάλογα με την τιμή και τη σπανιότητά τους. Τα "φθηνά" λαχανικά - ρίζες είναι στο έδαφος, ενώ τα ακριβότερα σπαράγγια και μπιζέλια βρίσκονται τοποθετημένα στο καλάθι δεξιά.[26]

Πίνακες με πιθήκους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σνάιντερς ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης που επικεντρώθηκε αποκλειστικά σε στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής, στα οποία εμπλέκονται ζώα. Στις δημιουργίες αυτές ζώα όπως σκύλοι, γάτες και πίθηκοι είναι οι μοναδικοί "πρωταγωνιστές". Οι συνθέσεις του με πιθήκους να σπέρνουν τον όλεθρο σε ένα κελάρι έγιναν πολύ δημοφιλείς. Στο Μουσείο του Λούβρου υπάρχουν δύο από αυτές τις συνθέσεις του, στις οποίες δυο πίθηκοι της υποοικογένειας των κηβίνων σε κάποιο κελάρι λεηλατούν ένα καλάθι με φρούτα και αναποδογυρίζουν πιάτα. Οι πίθηκοι απεικονίζονται με φυσικότητα, χωρίς να εξιδανικεύονται αλλά ούτε και να διακωμωδούνται.

Ο πίθηκος κατά τον Μεσαίωνα συμβόλιζε τον αμαρτωλό, ένα άπληστο και ακόλαστο πλάσμα που καθοδηγείται μόνον από τις αισθήσεις του. Κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα έγινε το σύμβολο της βλακείας. Μέσω της ανεξέλεγκτης αρπαγής και κατανάλωσης τροφής οι πίθηκοι αποκαλύπτουν τη βάρβαρη φύση τους, που καθοδηγείται αποκλειστικά από ζωικά ένστικτα και επιθυμίες. Οι συνθέσεις του Λούβρου μπορούν επιπλέον να ερμηνευτούν ως πίνακες "ματαιότητας": Τα φρούτα σε αυτές τις νεκρές φύσεις είναι ορεκτικά αλλά και βέβαιο ότι θα "χαθούν". Οι συνθέσεις, επιπλέον, μπορούν να θεωρηθούν ως απεικονίσεις των κινδύνων κακής διαχείρισης ενός νοικοκυριού, που αναζητά μόνον την ικανοποίηση των αισθήσεων.[17]

Φωτοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (γαλλική γλώσσα) data.bnf.fr. data.bnf.fr/ark:/12148/cb13168612k. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  2. «Frans Snijders». RKDartists. 73723.
  3. «Frans Snyders». Biografisch Portaal. 43543767.
  4. (αγγλικά) Benezit Dictionary of Artists. 2006. B00171416. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  5. SNAC. w6p854p9. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  6. Ο καλλιτέχνης υπέγραφε σε έγγραφα ως "Franchoijs Snijders"
  7. 7,0 7,1 Encyclopedia Britannica
  8. Μουσείο του Λούβρου
  9. J.P Getty Museum
  10. 10,0 10,1 Frans Jozef Peter Van den Branden, Geschiedenis der Antwerpsche schilderschool, Antwerpen, 1883, p. 1132-1133 (Dutch)
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 11,4 Frans Snijders at barokinvlaanderen
  12. 12,0 12,1 12,2 Frans Snyders, The game dealer στον Οίκο Christie’s
  13. 13,0 13,1 13,2 Anne T. Woollett, Ariane van Suchtelen, et al., Rubens & Brueghel: A Working Friendship, Los Angeles: J. Paul Getty Museum, 2006. ISBN 978-0-89236-847-1
  14. 14,0 14,1 Frans Snyders στο Sphinx Fine Arts
  15. Frans Snijders at the Netherlands Institute for Art History (Dutch)
  16. Peter van Boucle at the Netherlands Institute for Art History (Dutch)
  17. 17,0 17,1 Two Monkeys Stealing Fruit from a Basket at the Louvre
  18. Norbert Schneider, Still Life, Taschen, 2003
  19. Sheila D. Muller, Dutch Art: An Encyclopedia, Routledge, 2013, p. 366
  20. Frans Snyders and Workshop, Market Scene on a Quay στο artnc.org
  21. Peaches and Quinces in a Niche Μουσείο Καλών Τεχνών Βοστώνης
  22. Susan Merriam, Seventeenth-Century Flemish Garland Paintings. Still Life, Vision and the Devotional Image, Ashgate Publishing, Ltd., 2012, σελ. 53
  23. Hella Robels. "Snyders, Frans." Grove Art Online. Oxford Art Online. Oxford University Press. Web. 20 July 2015
  24. Susan Koslow, How looked the Gorgon then . . . The Science and Poetics of 'The Head of Medusa' by Rubens and Snyders, στο: Shop Talk: Studies in Honor of Seymour Slive, Cambridge, Mass., 1995, σσ.147-149
  25. Arnout Balis, Rubens’ hunting scenes, Part 18, Harvey Miller, 5 Mar, 1987, σσ. 70-87
  26. Frans Snyders, Still Life with Fruit and Vegetables, 1625-35 στο Μουσείο Σάιμον Νόρτον

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ingamells, John, The Wallace Collection, Catalogue of Pictures, Vol IV, Dutch and Flemish, Wallace Collection, 1992, ISBN 0-900785-37-3
  • Koslow, Susan, Frans Snyders, The noble estate. Seventeenth-century still-life and animal painting in the southern Netherlands, Antwerp, Fonds Mercator Paribas, 1995, ISBN 9061533430
  • Martin, Gregory, The Flemish School, 1600–1900, National Gallery Catalogues, 1970, National Gallery, London, ISBN 0-901791-02-4
  • Robels Hella, Frans SNYDERS Stilleben und Tiermaler 1579-1657, n°136, p. 80, p. 266, München : Deutscher Kunstverlag, 1989.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα