Γιαν Φάιτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γιαν Φάιτ
Γέννηση
Αμβέρσα
Θάνατος
Αμβέρσα
Υπηκοότητα Νότιες Κάτω Χώρες και Βέλγιο
Ιδιότητα ζωγράφος
Καλλιτεχνικά ρεύματα Φλαμανδική ζωγραφική μπαρόκ
Σημαντικά έργα Still Life with Dead Birds, Cage and Net, χωρίς ετικέτα και Eagles on Rocks
Commons page Wikimedia Commons

Ο Γιαν Φάιτ (φλαμανδικά: Jan Fijt ή Johannes Fijt (ή και Fyt), 15 Μαρτίου 1611 - 11 Σεπτεμβρίου 1661) ήταν Φλαμανδός ζωγράφος της τεχνοτροπίας μπαρόκ, σχεδιαστής και χαράκτης. Ήταν ένας από τους κορυφαίους ζωγράφους ζώων του 17ου αιώνα και έγινε γνωστός για τις λεπτομερείς απεικονίσεις ζώων και τις πλούσιες κυνηγετικές σκηνές του.[1]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αετοί

Ο Γιαν Φάιτ γεννήθηκε στην Αμβέρσα, γιος εύπορου εμπόρου.[2] Βαπτίστηκε στις 15 Μαρτίου 1611.[3] Το 1621 καταγράφεται στη Συντεχνία του Αγίου Λουκά της Αμβέρσας ως μαθητής του Χανς φαν ντερ Μπεργκ, Ολλανδού ζωγράφου και σχεδιαστή, ο οποίος είχε σπουδάσει με τον Χέντρικ Χόλτζιους στο Χάαρλεμ και αργότερα με τον Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς στην Αμβέρσα.[4] Ο Φάιτ πιθανόν ολοκλήρωσε τις σπουδές του ως μαθητής του ζωγράφου ζώων Φρανς Σνάιντερς, από το 1629 ως το 1631. "Δάσκαλος" στη Συντεχνία του Αγίου Λουκά ονομάστηκε το 1630.[3]

Ύστερα ααπό ένα ταξίδι του στη νότια Ευρώπη το 1633, ο Φάιτ έκανε μια μικρή στάση στο Παρίσι. Το επόμενο έτος ταξίδεψε στην Ιταλία. Εργάστηκε στη Βενετία για τις εξέχουσες οικογένειες Σαγκρέντο και Κονταρίνι. Κατά την παραμονή του στην Ιταλία πιθανότατα επισκέφθηκε τη Νάπολη, τη Φλωρεντία και τη Γένοβα.[1] Από το 1635 εγκαταστάθηκε στη Ρώμη και έγινε μέλος των Bentvueghels, μιας οργάνωσης αποτελούμενης κυρίως από Ολλανδούς και Φλαμανδούς καλλιτέχνες που εργάζονταν στη Ρώμη. Συνήθεια της οργάνωσης ήταν να υιοθετεί για τα μέλη της ένα προσωνύμιο και αυτό που είχε αποδοθεί στον Φάιτ ήταν Goudvink (= κοκκινολαίμης).[3] Ο Ιταλός ιστορικός τέχνης Πελλεγκρίνο Αντόνιο Ορλάντι (Pellegrino Antonio Orlandi) ανέφερε στο έργο του Abecedario pittorico (αλφαβητάριο των ζωγράφων) του 1704 ότι ο Φάιτ πέρασε, επίσης, κάποιο χρονικό διάστημα σε Ισπανία και Λονδίνο.[5]

Το κυνήγι της Αρτέμιδας, συνεργασία με τον Τόμας Βιλλεμπόιρτς Μπόσχερτ

Το 1642 ο Φάιτ καταγράφεται να έχει επιστρέψει στην Αμβέρσα, όπου παρέμεινε ενεργός ως το τέλος της ζωής του, με εξαίρεση ένα σύντομο ταξίδι στην Ολλανδική Δημοκρατία, που πιστεύεται ότι πραγματοποίησε το ίδιο έτος. Ο Φάιτ δημιούργησε επιτυχημένο εργαστήριο στην Αμβέρσα, στο οποίο κατασκευάστηκαν πολλά αντίγραφα των έργων του. Έγινε ευκατάστατος και διατηρούσε ένα δίκτυο επαφών με πάτρονες και εμπόρους έργων τέχνης, τόσο στη χώρα του όσο και στο εξωτερικό.[1] Αναφέρεται συχνά σε δικαστικά έγγραφα της Αμβέρσας, σχετικά με διαμάχες και δικαστικές υποθέσεις μεταξύ άλλων ζωγράφων και μελών της οικογενείας του σχετικά με χρηματικά ζητήματα.[5]

Ο Φάιτ έγινε μέλος της Συντεχνίας των Ρομανιστών το 1650. Η Συντεχνία αυτή αποτελούνταν από προύχοντες και καλλιτέχνες που δραστηριοποιούνταν στην Αμβέρσα από τον 16ο ως τον 18ο αιώνα. Απαραίτητη προϋπόθεση ήταν το μέλος σε αυτήν να έχει επισκεφθεί τη Ρώμη. Το 1652 η Συντεχνία εξέλεξε ως "Πρύτανι" τον Φάιτ.[1]

Ο Φάιτ νυμφεύθηκε την Φρανσουάζ φαν ντε Σάντε (Françoise van de Sande) στις 22 Μαρτίου 1654 και το ζευγάρι απέκτησε τέσσερα παιδιά. Απεβίωσε στην Αμβέρσα στις 11 Σεπτεμβρίου 1661.[1]

Ανάμεσα στους μαθητές του συγκαταλέγονται οι Πίτερ Μπουλ και Ζακ φαν ντε Κέρκχοφ[3]. Το ύφος του Μπουλ ήταν σχεδόν όμοιο με αυτό του Φάιτ.[1]

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κυνηγετικά λάφυρα φυλάσσονται από σκύλο

Ο Φάιτ ήταν πολύπλευρος καλλιτέχνης νεκρών φύσεων. Αν και είναι περισσότερο γνωστός για τις σκηνές κυνηγίου, θηραμάτων και ζώων, ζωγράφισε επίσης όμορφες συνθέσεις νεκρών φύσεων με άνθη και φρούτα. Ήταν πολύ παραγωγικός και υπολογίζεται ότι δημιούργησε περί τους 280 πίνακες, πολλοί από τους οποίους είναι χρονολογημένοι και υπογεγραμμένοι. Τα έργα του ζητούνταν πολύ από σημαντικούς συλλέκτες έργων τέχνης της εποχής του και σήμερα βρίσκονται σε συλλογές πολλών σημαντικών μουσείων ανά τον κόσμο.[5]

Οι νεκρές φύσεις με ζώα του Φάιτ είναι εν γένει περισσότερο εκλεπτυσμένες σε σχέση με αυτές του Φρανς Σνάιντερς, καθώς ο Φάιτ φρόντιζε περισσότερο να ευθυγραμμίζεται με τις προτιμήσεις της αριστοκρατικής του πελατείας. Η παλέτα του είναι πιθανότατα επηρεασμένη από τη γνώση του επί της ιταλικής τέχνης και περισσότερο έντονη από αυτήν του Σνάιντερς. Τα έργα του σταδιακά επιδεικνύουν μεγαλύτερη δυναμική κίνηση και ασυμμετρία.[1] Οι φρενιτιώδεις και νευρικές πινελιές του Φάιτ και το πιο ελεύθερο και περισσότερο μπαρόκ συνθετικό ύφος του διαφέρουν, επίσης, από αυτές του Σνάιντερς.[6] Ο Φάιτ ήταν ιδιαίτερα επιδέξιος στην αποτύπωση των λεπτεπίλεπτων υφών του τριχώματος των ζώων και του πτερώματος των πτηνών που απεικόνιζε.[7]

Σκηνές κυνηγίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φάιτ ανανέωσε το είδος της ζωγραφικής με σκηνές κυνηγίου, μετακινώντας τη σκηνή στην οποία απεικονίζονται τα κυνηγετικά λάφυρα από το πάνω μέρος ενός τραπεζιού σε εσωτερικό σε ανοικτό τοπίο.[8]

Νεκρά θηράματα με σκύλο

Ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης που απεικόνισε θηράματα ως θέμα του κυνηγίου αντί ως μελλοντικά φαγώσιμα σε οικία ή κουζίνα. Δεν τοποθετούσε φρούτα και λαχανικά στις σκηνές θηραμάτων, αλλά αντίθετα απεικόνιζε σκύλους ως τμήμα της κυνηγετικής σκηνής σε εξωτερικό τοπίο.[2] Καθώς τα θηράματα δεν απεικονίζονταν πλέον ως τροφή αλλά περισσότερο ως τρόπαια, τα έργα του αυτά αναφέρονται ως "πίνακες τροπαίων". Η νέα αυτή απεικόνιση θηραμάτων ως τμήματος του κυνηγίου ανάγκασε τον Φάιτ να περιλάβει κυνηγετικό εξοπλισμό και εργαλεία στα έργα αυτά.[9] Τα κυνηγετικά σκυλιά διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στις σκηνές αυτές και μαζί με τον κυνηγετικό εξοπλισμό επισημαίνουν την εγγύτητα του αυθέντη. Ο Φάιτ ορισμένες φορές περιλάμβανε και ατομικά ή οικογενειακά πορτρέτα στις σκηνές αυτές.[2] Καθώς το κυνήγι εκείνη την εποχή ήταν απασχόληση αποκλειστικά για τους αριστοκράτες, η ευκατάστατη αστική ελίτ ανυπομονούσε να αποκτήσει έργα με κυνηγετικές σκηνές του Φάιτ για να διακοσμήσει τα σπίτια της με αυτά, καθώς καταδείκνυαν έναν τρόπο ζωής ανοικτό μόνον στους αριστοκράτες.[10]

Ορισμένοι από τους πίνακες με σκηνές θηραμάτων παρουσιάζονται σαν μέσα από τα μάτια ενός ζώου που παρακολουθεί τη σκηνή. Παράδειγμα τέτοιας απεικόνισης είναι ο πίνακας Νεκρά θηράματα και νυφίτσες (περ. 1642, Ινστιτούτο Τέχνης του Ντιτρόιτ). Η υιοθέτηση της θέασης σαν από ζώο ερμηνεύτηκε ως προβληματισμός του Φάιτ για με τις νέες φιλοσοφικές και επιστημονικές ιδέες σχετικά με τις διαφορές και τις ομοιότητες μεταξύ των ζώων και την ανθρώπινη συνείδηση, που αναπτύχθηκε στην Ευρώπη του 17ου αιώνα.[11]

Οι πρωτοποριακοί πίνακες του Φάιτ με κυνηγετικές σκηνές επηρέασαν τους καλλιτέχνες του είδους τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ολλανδική Δημοκρατία.[2]

Συνεργασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πορτρέτο αγοριού, συνεργασία με τον Εράσμους Κουελλίνους ΙΙ

Όπως ήταν συνήθεια στην Αμβέρσα εκείνη την εποχή, ο Φάτι συνεργάστηκε τακτικά με άλλους ζωγράφους, που ειδικεύονταν σε άλλες μορφές ζωγραφικής, όπως μορφών, τοπίων ή αρχιτεκτονημάτων. Στηριζόταν, συνεπώς, σε ζωγράφους μορφών, όπως οι Κορνέλις Σχουτ, Τόμας Βιλλεμπόιρτς Μπόσχερτ και πιθανόν, ευκαιριακά, ο Γιάκομπ Γιόρντενς και σε ζωγράφους μορφών και αρχιτεκτονημάτων, όπως ο Εράσμους Κουελλίνους ΙΙ.[1]

Σχέδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φάιτ δημιούργησε πολλά σχέδια ζώων βασιζόμενος κυρίως σε μελέτες του εκ του φυσικού. Το Μουσείο Ερμιτάζ διαθέτει ένα μεγάλο σχέδιο σε γκουάς με θέμα Το κυνήγι της αλεπούς. Είναι χρωματικά πλούσιο και έχει εκτελεστεί προσεκτικά και πιθανόν προοριζόταν ως μοντέλο για "χαρτόνι" ταπισερί.[12]

Χαρακτικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φάιτ ήταν ικανότατος χαράκτης και δημιούργησε σειρά εγκαυστικών χαρακτικών που απεικονίζουν κυρίως ζώα και σκύλους. Εκδόθηκαν εν όσω ζούσε σε δύο ομάδες, που αναφέρονται ως Σειρά σκύλων και Σειρά ζώων. Η ομάδα των οκτώ χαρακτικών της σειράς των σκύλων εκδόθηκε το 1642. Η εικόνα του τίτλου απεικονίζει δύο κυνηγετικούς σκύλους μπροστά σε ένα βάθρο με αφιέρωση στον Ισπανό Ντον Κάρλο Γκουάσκο, Μαρκήσιο του Σολένο, ο οποίος ήταν και ο πάτρονας της έκδοσης. Τα άλλα χαρακτικά δείχνουν σκύλους σε διάφορες δραστηριότητες και καταστάσεις.[13]

Η Σειρά ζώων απαρτιζόταν επίσης από οκτώ χαρακτικά, που απεικονίζουν τράγους, ένα βόδι, ένα άλογο, έναν ξαπλωμένο σκύλο, μια ξαπλωμένη αγελάδα, ένα κάρο κοντά σ' ένα δένδρο, μια ξαπλωμένη αγελάδα με δύο αλεπούδες.[14]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βάζο με άνθη
  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 Matthias Depoorter, Joannes Fijt at Barok in Vlaanderen
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Liechtenstein, the Princely Collections, Metropolitan Museum of Art, 1985, p. 295-296
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Joannes Fijt στο Ολλανδικό Ίδρυμα Ιστορίας της Τέχνης (Dutch)
  4. Jan van den Bergh at the Netherlands Institute for Art History (Dutch)
  5. 5,0 5,1 5,2 Jan Fyt at the Thyssen-Bornemisza Museum
  6. Jan Fyt, The spoils of the chase being guarded by a dog, a landscape beyond at Sotheby's
  7. Jan Fyt, Hunting dogs and wild rabbits at the Liechtenstein Museum
  8. The Collector's Cabinet: Flemish Paintings from New England Private Collections, Univ of Massachusetts Press, 1983, pp. 54–55
  9. Linda Kalof, Looking at Animals in Human History, London, UK: Reaktion Books, p. 105
  10. Jan Fyt, Still Life with a Red Curtain at the Norton Museum of Art
  11. Sarah R. Cohen, Life and Death in the Northern European Game Piece], in Early Modern Zoology, vol. 7, no. 1, 2007, pp. 603–640
  12. Jan Fyt, Fox Hunt at the Hermitage
  13. The Set of the Dogs at the British Museum
  14. Jan Fyt (1611-1661), The Set of Animals (set of 8)]

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Keyes, G. 'Salerooms Discoveries: Still Life Drawings by Fyt and Snyders', The Burlington Magazine 119 (1977), p. 310-312
  • Martin, Gregory, The Flemish School, 1600–1900, National Gallery Catalogues, 1970, National Gallery, London, ISBN 0-901791-02-4

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]