Γιαν Μπούκχορστ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γιαν Μπούκχορστ
Γέννηση  ή 
Μύνστερ
Θάνατος
Αμβέρσα
Υπηκοότητα Γερμανία και Νότιες Κάτω Χώρες
Ιδιότητα ζωγράφος
Είδος τέχνης έργο ιστορικής θεματολογίας
Καλλιτεχνικά ρεύματα Μπαρόκ
Commons page Wikimedia Commons
Αλληγορία της Αφρικής

Ο Γιαν Μπούκχορστ (φλαμανδικά: Jan Boeckhorst ή Johann Bockhorst[1], περ. 1604 - 21 Απριλίου 1668) ήταν Φλαμανδός, γεννημένος στη Γερμανία μπαρόκ ζωγράφος και σχεδιαστής. Ήταν παραγωγικός καλλιτέχνης, που δημιούργησε πίνακες με ιστορικό περιεχόμενο, ρωπογραφίες και πορτρέτα σε ύφος επηρεασμένο από την τριάδα των κορυφαίων μπαρόκ ζωγράφων της Αμβέρσας, Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, Άντονι βαν Ντάικ και Γιάκομπ Γιόρντενς.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γιαν Μπούκχορστ γεννήθηκε στο Μίνστερ της Βεστφαλίας,[2] δευτερότοκος γιος της οικογένειας από δώδεκα παιδιά. Η οικογένειά του ανήκε στους ιδιαίτερα σεβαστούς πολίτες του Μίνστερ (Honoratioren) και ο πατέρας του, Χάινριχ, διετέλεσε επ' ολίγον δήμαρχος της πόλης.[3]

Ο Γιαν Μπούκχορστ έγινε "κανονικός" (canon) στο Τάγμα των Ιησουιτών σε ηλικία 17 ετών. Άρχισε τις καλλιτεχνικές του σπουδές όταν ήταν σε ηλικία εικοσιδύο ετών.

Δήμητρα, Αλληγορία του καλοκαιριού

Στα μέσα της δεκαετίας του 1620 ο Μπούκχορστ μετοίκησε στην Αμβέρσα, προφανώς για να σπουδάσει με τον Ρούμπενς. Δεν υπάρχουν σαφείς αποδείξεις ότι ο Μπούκχορστ όντως σπούδασε με τον Ρούμπενς, μόνο μια δήλωση του ανεψιού του καλλιτέχνη, Φίλιπ, ότι κάτι τέτοιο συνέβη. Εν τούτοις, τεκμηριώνεται μια στενή σχέση ανάμεσα στους δύο καλλιτέχνες κατά τη δεκαετία του 1630. Είναι, επίσης, πιθανό να διετέλεσε μαθητής και του Γιόρντενς, όσο ο Ρούμπενς απουσίαζε στο Λονδίνο κατά τη δεκαετία του 1620. Στην Αμβέρσα ο Μπούκχορστ ήταν γνωστός ως ο Lange Jan (ο ψηλός Γιαν) λόγω της ψηλής κορμοστασιάς του.[3]

Από το 1626 ως το 1635 ο Μπούκχορστ εργάστηκε σε μια παραγγελία του ευκατάστατου εμπόρου Λοντεβάικ ντε Ρόομερ, για να ολοκληρώσει 26 έργα για το παρεκκλήσιο της μονής Falcon στην κεντρική Αμβέρσα (ή για το παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωσήφ στη μονή του Αγίου Αυγουστίνου στην Αμβέρσα).[3][4] Τα έργα αυτά, τα οποία φιλοτέχνησε σε συνεργασία με τον Γιαν Βίλντενς σήμερα θεωρούνται χαμένα.[3]

Μεταξύ 1627 και 1632 πιθανότατα συνεργάστηκε με τον Άντονι βαν Ντάικ, ο οποίος είχε εκείνη την περίοδο επιστρέψει στην Αμβέρσα ύστερα από μακρά παραμονή στο εξωτερικό. Οι δύο καλλιτέχνες συνεργάστηκαν σε συγκεκριμένα έργα, ενώ ο Μπούκχορστ δημιούργησε αντίγραφα έργων του βαν Ντάικ.[5]

Ο Μπούκχορστ έγινε "Δάσκαλος" στη Συντεχνία του Αγίου Λουκά της Αμβέρσας το 1633-1634. Ήταν τακτικός συνεργάτης του Ρούμπενς στα μέσα της δεκαετίας του 1640. Αρχικά εργάστηκε στις διακοσμήσεις της θριαμβευτικής εισόδου {Pompa Introitus) στην Αμβέρσα του νέου κυβερνήτη των αψβουργιανών Κάτω Χωρών Καρδιναλίου Ινφάντη Φερδινάνδου, των οποίων ο Ρούμπενς είχε τη γενική επίβλεψη.[4] Ο Μπούκχορστ συμμετείχε στην Pompa Introitus με αρχιτεκτονικά στοιχεία στην "Αψίδα της Ισαβέλλας" και στις μορφές της Securitas και της Salus publica σε συνεργασία με τους Χέραρντ Σέγκερς και Γιαν Μπόρχρεφ.[3]

Achilles amongst the Daughters of Lycomedes

Το 1635 ο Μπούκχορστ ταξίδεψε στην Ιταλία. Επέστρεψε στην Αμβέρσα και την περίοδο 1636-1638 συνεργάστηκε με το εργαστήριο του Ρούμπενς στη μεγάλη παραγγελία της δημιουργίας μυθολογικών διακοσμήσεων στο κυνηγετικό περίπτερο Torre de la Parada του βασιλέα Φιλίππου Δ΄ της Ισπανίας κοντά στη Μαδρίτη. Για το έργο αυτό ο Μπούκχορστ δημιούργησε έγχρωμα διακοσμητικά σε σχέδια του Ρούμπενς.[4]

Νέο ταξίδι στην Ιταλία πραγματοποίησε το 1639, διαμένοντας στη Ρώμη. Εκεί πιθανόν προσχώρησε στον κύκλο Φλαμανδών και Ολλανδών καλλιτεχνών που δραστηριοποιούνταν στην πόλη και ήταν γνωστοί ως Bentvueghels. Εκεί φαίνεται ότι, κατά τη συνήθεια που επικρατούσε στους Bentvueghels, έλαβε το προσωνύμιο Doctor Faustus.[3]

Η χρονολογία επιστροφής του στην Αμβέρσα δεν είναι επακριβώς γνωστή και εκτιμάται κατά την περίοδο 1639 - 1649.[6] Είναι γνωστό ότι ολοκλήρωσε μερικά ημιτελή έργα του Ρούμπενς, ύστερα από τον θάνατο του τελευταίου το 1640. Μετά την επιστροφή του στην Αμβέρσα έλαβε πολυάριθμες παραγγελίες από θρησκευτικά ιδρύματα στη Φλάνδρα, όπως από την εκκλησία του Αγίου Ιακώβου στη Μπρυζ και των Αγίων Μιχαήλ και Αγίου Ιακώβου στη Γάνδη.

Ο Μπούκχορστ απεβίωσε στις 21 Απριλίου 1668 στην Αμβέρσα και τάφηκε στην εκκλησία του Αγίου Ιακώβου της πόλης.[4] Μετά τον θάνατό του η μεγάλη του συλλογή βγήκε σε δημοπρασία η οποία διήρκεσε έξι ημέρες και συγκέντρωσε το καθόλου ευκαταφρόνητο ποσόν των 6.026 γκίλντερς. Η συλλογή του περιλάμβανε ένα πλήρες σετ πρώιμων σχεδίων του Ρούμπενς.[7]

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπούκχορστ ήταν παραγωγικός καλλιτέχνης που δημιούργησε ιστορικούς πίνακες με θρησκευτικά και μυθολογικά θέματα, αλληγορικές σκηνές, σκηνές καθημερινότητας και προσωπογραφίες. Εργάστηκε, επίσης, ως σχεδιαστής "χαρτονιών" για ταπισερί. Είναι γνωστό ότι σχεδίασε οκτώ ταπισερί με τους μύθους του Απόλλωνα.[8] Το Μουσείο Mont-de-Piété στη Μπεργκ διατηρεί οκτώ προκαταρκτικά σχεδιάσματα αυτών των οκτώ ταπισερί.

Χωρικοί πηγαίνουν στην αγορά

Ο Μπούκχορστ δημιούργησε, επίσης, σχέδια για τους εκδότες της Αμβέρσας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1650 δημιούργησε σχέδια για το Breviarium Romanum καθώς και εννέα διακοσμητικά σχέδια περιθωρίων για το Missale Romanum. Όλα έγιναν χαρακτικά από τον Κορνέλιους Χάλλε τον νεότερο και εκδόθηκαν από τον εκδοτικό οίκο του Κριστόφ Πλαντέν στην Αμβέρσα.[3]

Υπάρχουν μόνον τρία υπογεγραμμένα και χρονολογημένα έργα του (χρονολογούμενα μεταξύ 1646 και 1660) και πέντε χρονολογημένα την περίοδο 1659-1666. Ο πρώτος υπογεγραμμένος του πίνακας, Η Παναγία με το Βρέφος και τον Άγιο Ιωάννη χρονολογείται το 1646, περίπου 20 χρόνια μετά την άφιξή του στην Αμβέρσα. Λόγω του μικρού αριθμού των υπογεγραμμένων πινάκων, είναι δύσκολο να αποδοθούν έργα σε αυτόν με βεβαιότητα και ορισμένες αποδόσεις είναι υπό αμφισβήτηση μεταξύ των ιστορικών τέχνης.[3]

Συνεργασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως ήταν κοινή πρακτική ανάμεσα στους ζωγράφους της Αμβέρσας, ο Μπούκχορστ συνεργάστηκε συχνά ως ζωγράφος μορφών σε συνθέσεις με τοπιογράφους, όπως οι Γιαν Βίλντενς και Γιαν Μπρίγκελ ο νεότερος και ζωγράφους νεκρών φύσεων όπως ο Φρανς Σνάιντερς.[9] Παράδειγμα τέτοιας συνεργασίας είναι ο πίνακας Χωρικοί που πηγαίνουν στην αγορά (σήμερα στην Οικία - Μουσείο Ρούμπενς στην Αμβέρσα), στον οποίο συνεργάστηκε με τον Σνάιντερς. Αυτή η ρωπογραφία, η οποία διαδραματίζει, επίσης, και ρόλο αλληγορίας των τεσσάρων στοιχείων, είναι μνημειωδώς μεγάλων διαστάσεων (217,5 x 272,5 εκ.).[4] Στο έργο είναι εμφανής η επιρροή των ρωπογραφιών του Γιόρντενς.[10]

Είναι πιθανόν να συνεργάστηκε σε αναθηματικούς πίνακες (πίνακες με γιρλάντες). Αυτός είναι ειδικός τύπος νεκρής φύσης που αναπτύχθηκε στην Αμβέρσα από τον Γιαν Μπρίγκελ τον πρεσβύτερο σε συνεργασία με τον Ιταλό Καρδινάλιο Φεντερίκο Μπορρομέο στις αρχές του 17ου αιώνα.[11] Το είδος συνδέθηκε αρχικά με την εικονογραφία του κινήματος της Αντιμεταρρύθμισης και τυπικά περιλάμβανε συνεργασία μεταξύ ζωγράφου μορφών και ζωγράφου νεκρών φύσεων.[11] Καμία συνεργασία του Μπούκχορστ σε αυτό τον τύπο έργου δεν του έχει αποδοθεί με βεβαιότητα.

Πιστεύεται ότι ο Μπούκχορστ έκανε αλλαγές σε έργα του Ρούμπενς. Αυτό το έκανε σε πίνακα ενός tronie του 1613 (ονομάζονται έτσι τα πορτρέτα με υπερβολικές εκφράσεις προσώπου), το Ο βασιλέας Δαβίδ παίζει άρπα (Städel, Φρανκφούρτη). Το δεύτερο tronie του Ρούμπενς, του 1616/17, που μετασχημάτισε ο Μπούκχορστ το 1640/41 σε μορφή μεγέθους μπούστου ήταν η Κεφαλή γενειοφόρου άνδρα σε προφίλ που κρατά μπρούτζινη φιγούρα (Christie’s, Λονδίνο, 2 Ιουλίου 2013, lot 30). Πιθανόν επίσης να μεγένθυνε την Ανάσταση των Ευλογημένων του Ρούμπενς, ύστερα από αίτημα του Γιαν Βίλντενς για να ταιριάξει με τηνΠτώση των Καταραμένων, που τότε ο Βίλντενς είχε στη συλλογή του. Μετά τη δεκαετία του 1630, οι συνεργασίες του Μπούκχορστ σταματούν.[3]

Πορτρέτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Helena Fourment

Τα πορτρέτα του Μπούκχορστ είναι επηρεασμένα από τους Άντονι βαν Ντάικ και Κορνέλις ντε Φος, τους δύο κορυφαίους προσωπογράφους του πρώτου ημίσεος του 17ου αιώνα.[4] Ευκαιριακά ζωγράφιζε ομαδικά πορτρέτα εκ του φυσικού. Μερικά από τα μεγάλα ομαδικά πορτρέτα του, όπως το Πορτρέτο μιας οικογένειας (σήμερα στην Alte Pinakothek, Μόναχο), είναι στο ύφος του ντε Φος αλλά με περισσότερη ζωντάνια και αυθορμητισμό.[12]

Κεντρικό σημείο στα ομαδικά του πορτρέτα είναι η έμφαση στην αρετή των ισχυρών οικογενειακών δεσμών (της αποκαλουμένης Concordia familiae). Ο Μπούκχορστ ήταν επιδέξιος στο να αποτυπώνει τα μοντέλα του με αυθορμητισμό και ζωντάνια. Τα πορτρέτα του δεν έχουν τυπικό χαρακτήρα. Χρησιμοποιούσε βαριές κουρτίνες ως παρασκήνιο, οι οποίες, σε μίμηση του Γιόρντενς, απεικονίζονται πολύ ζωντανά.[4]

Τελευταία έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα τελευταία του έργα, των δεκαετιών 1650 και 1660 περιλαμβάνουν πολυάριθμες εικόνες για Αγία Τράπεζα για ναούς σε ολόκληρη τη Φλάνδρα και σχέδια για ταπισερί (χαρτόνια). Η εκφραστικότητα των μορφών του βαν Ντάικ και η χρήση των χρωμάτων, όπως στο έργο Ο Οδυσσέας ανακαλύπτει τον Αχιλλέα ντυμένο γυναικεία (σήμερα στην Παλαιά Πινακοθήκη του Μονάχου) είναι επίσης ένα από τα αξιοπρόσεκτα έργα του αυτής της περιόδου.[13]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αναφέρεται επίσης και ως: Johan Boekhorst, Johan Boeckhorst, Johann Boeckhorst, Boichorst, Bronckhorst, van Boeckhorst, προσωνύμια: Lange Jan, Langen Jan, Langhiano και Langian καθώς και Doctor Faustus
  2. Στο παρελθόν πιστευόταν ότι ήταν πιθανόν να είχε γεννηθεί στο Ρέες της Γερμανίας
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 3,7 3,8 Anne-Marie Logan, Review of: Maria Galen, Johann Boeckhorst. Gemälde und Zeichnungen. Hamburg: Baar-Verlag 2012 at historian of netherlandish art
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 4,6 Matthias Depoorter, ' Jan Boeckhorst at Barok in Vlaanderen
  5. Jan Boeckhorst at National Gallery of Art
  6. Jan Boeckhorst στο Ολλανδικό Ίδρυμα Ιστορίας της Τέχνης (Dutch)
  7. Anne-Marie S. Logan, Sir Peter Paul Rubens, Michiel Plomp, Peter Paul Rubens: The Drawings, Metropolitan Museum of Art (New York, N.Y.), Metropolitan Museum of Art, 2005, p. 40
  8. Guy Delmarcel, Flemish Tapestry from the 15th to the 18th Century, Lannoo Uitgeverij, 1999, p. 240
  9. Jan Brueghel II (Antwerp 1601–1678) and Jan Boeckhorst (Münster/Rees 1604–1668 Antwerp), Sleeping Nymphs observed by Satyrs, at Dorotheum
  10. Vlieghe (1998); pp. 76; 171.
  11. 11,0 11,1 David Freedberg, "The Origins and Rise of the Flemish Madonnas in Flower Garlands, Decoration and Devotion", Münchener Jahrbuch der bildenden Kunst, xxxii, 1981, pp. 115–150.
  12. Hans Vlieghe. "Boeckhorst, Jan." Grove Art Online. Oxford Art Online. Oxford University Press. Web. 1 Oct. 2014
  13. Vlieghe (1998), pp. 95–97.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Galen, Maria (2012). Johann Boeckhorst: Gemälde und Zeichnungen. Hamburg: Baar. (catalogue raisonné)
  • Vlieghe, Hans (1998). Flemish art and architecture, 1585-1700. Pelican history of art. New Haven: Yale University Press. ISBN 0-300-07038-1

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]