Φαράγγι του Νταριάλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 42°44′41″N 44°37′21″E / 42.74472°N 44.62250°E / 42.74472; 44.62250

Το πέρασμα στο βιβλίο του Luigi Villari, το 1906, με τίτλο: Fire and Sword in the Caucasus ("Δια Πυρός και Σιδήρου στον Καύκασο").
Κοιτάζοντας προς τα βόρεια, κατά μήκος του φαραγγιού, περίπου 8 χιλιόμετρα νοτιότερα από το ρωσικό σημείο ελέγχου με την Δημοκρατία της Βόρειας Οσετίας - Αλανίας.

Το φαράγγι Νταριάλ ή Νταριαλί (αγγλικά: Darial Gorge‎ ή Dariali Gorge), (γεωργιανά: დარიალის ხეობა, Darialis Kheoba), (ρωσικά: Дарьяльское ущелье‎), (οσσετικά: Арвыком, Arvykom) είναι φαράγγι, πέρασμα και σημείο ελέγχου, στα σύνορα μεταξύ της Ρωσίας και της Γεωργίας. Βρίσκεται ανατολικά, στο ύψος της βάσης, του βουνού Καζμπέκ και διασχίζεται από τον ποταμό Τάρεκ, σε μια απόσταση 15 περίπου χιλιομέτρων (8 μιλίων).[1] Το φαράγγι βρίσκεται νότια της σημερινής πόλης Βλαντικαβκάζ, πρωτεύουσας της Δημοκρατίας της Βόρειας Οσετίας - Αλανίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα Darial προέρχεται από το περσικό Dar-e Alan (در الان) , το οποίο σημαίνει Πύλη των Αλανών. Οι Αλανοί, κατείχαν τα εδάφη βόρεια του περάσματος κατά τον πρώτο αιώνα. Το φαράγγι, είναι γνωστό επίσης και ως “Ιβηρικές Πύλες” ή “Πύλες της Ιβηρίας” (Iberian Gates) ή “Καυκάσιες Πύλες” ή “Πύλες του Καυκάσου” (Caucasian Gates), αναφέρεται στα "Γεωργιανά Χρονικά" με τα ονόματα των Νταρι-Αλανών (Darialani). Ο Στράβων την αποκαλεί "Καυκάσια Πύλη" (Porta Caucasica) και "Πύλη Κουμάνα" (Porta Cumana), (από τους Κουμάνους) και ο Κλαύδιος Πτολεμαίος ως Φρούριο της Σαρματικής (Fortes Sarmatica), ενώ ήταν μερικές φορές γνωστή και ως Πύλη Καυκασίας ή Πύλη Καυκασικής (Porta Caucasica) και Κασπίες Πύλες (Portae Caspiae, αρχαία ελληνικά: Κασπίαι Πύλαι), όνομα με το οποίο αναφερόταν, όμως και η «πύλη» για να περάσει κάποιος δίπλα από την Κασπία Θάλασσα στην Ντερμπέντ (Derbent) ή/και σε άλλα μέρη της περιοχής αυτής. Επίσης οι Τάταροι, αποκαλούσαν το φαράγγι Νταριάλ, ως Νταριολύ ή Νταριολί (Darioly).[1]

Ο Ιώσηπος έγραψε ότι ο Μέγας Αλέξανδρος έχτισε σιδερένιες πύλες σε απροσδιόριστο πέρασμα,[2] το οποίο κάποιοι Λατίνοι και Έλληνες συγγραφείς ταυτίζουν με το Νταριάλ.[3]

Το πέρασμα αυτό, το οποίο ήλεγχαν οι Ίβηρες του Καυκάσου, κατέκτησαν οι Σασσανίδες, το 252-253, όταν η Αυτοκρατορία των Σασσανιδών κατέκτησε και προσάρτησε την Ιβηρία του Καυκάσου.[4]

Ο έλεγχος του περάσματος περιήλθε, το 628, στο Δυτικό Τουρκικό Χαγανάτο (διάρκεια του Χαγανάτου μεταξύ 593–659), όταν ο Χαν Τονγκ Γιαμπγού (Tong Yabghu Qaghan) υπέγραψε μια συνθήκη με την Ιβηρία, μεταφέροντας υπό το Χαγανάτο τον έλεγχο όλων των πόλεων και των φρουρίων της, καθώς και για την εδραίωση ελεύθερου εμπορίου στην περιοχή αυτή.[5]

Κατόπιν, ο έλεγχος πέρασε, το 644, στο αραβικό Χαλιφάτο του Ρασιντούν (διάρκεια του Χαλιφάτου μεταξύ 632–661).[6] Στη συνέχεια τον έλεγχο της περιοχής είχε το Βασίλειο της Γεωργίας (1008–1490). Στην περιοχή αυτή έγινε και μάχη μεταξύ του Ιλχανάτου (διάρκεια: 1256–1335/1353) και της Χρυσής Ορδής (διάρκεια: 1240–1502), όπου ελεγχόταν έμμεσα από τους Σαφαβίδες (διάρκεια: 1501–1736) και τη Δυναστεία Καζάρ (διάρκεια: 1789–1925), έως ότου κατελήφθη από την Ρωσική Αυτοκρατορία, μετά την προσάρτηση του Βασιλείου της Γεωργίας, μεταξύ 1801-1830. Το φαράγγι παρέμεινε στρατηγικό συνοριακό σημείο, υπό ρωσικό έλεγχο, μέχρι κυρίως το διαμελισμό της Σοβιετικής Ένωσης.

Σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φαράγγι του Νταριάλ και το πέρασμά του ήταν, διαχρονικά στην ιστορία, σημαντικό ως ένα από τα μόλις δύο βασικά σημεία διέλευσης της οροσειράς του Καυκάσου (το άλλο είναι το Πέρασμα του Ντερμπέντ, στο Ντερμπέντ), το οποίο διέθετε μεγάλη οχύρωση, τουλάχιστον από το 150 ΠΚΕ.[1] Τα ερείπια του αρχαίου φρουρίου είναι ακόμη και σήμερα ορατά. Το πέρασμα αυτό χρησίμευσε ως κομβικό σημείο ελέγχου για πολλούς δρόμους, οι οποίοι συνδέουν το Βόρειο Καύκασο και τον Νότιο Καύκασο, στη ευρύτερη περιοχή της Καυκασίας και παρέμεινε ανοικτό προς κυκλοφορία, στο μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξής του.

Το ρωσικό φρούριο, στο Νταριάλ, το οποίο φρουρούσε το τμήμα αυτό της γεωργιανής στρατιωτικής οδού (Georgian Military Road) χτίστηκε στο βόρειο άκρο του φαραγγιού, σε υψόμετρο 1.447 μέτρα.

Το φαράγγι έχει αποθανατιστεί στη ρωσική ποίηση, ιδίως στο έργο του Μιχαήλ Λέρμοντοφ, με το ποίημά του “Δαίμων” (“The Demon”) και έχει γίνει γνωστό ως ένα από τα πιο ρομαντικά μέρη στον Καύκασο.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Public Domain Μία ή περισσότερες προτάσεις από το προηγούμενο κείμενο ενσωματώνει κείμενο από έκδοση που είναι πλέον κοινό κτήμαChisholm, Hugh, επιμ.. (1911) «Darial» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 7 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σελ. 832 https://archive.org/stream/encyclopaediabrit07chisrich#page/832/mode/1up 
  2. Van Donzel, Emeri. Andrea Schmidt (2010). Gog and Magog in Early Syriac and Islamic Sources: Sallam's Quest for Alexander's Wall. Brill Academic Publishers, σελ. 11. ISBN 978-9004174160. 
  3. Reynolds, Gabriel Said (2007). The Qur'an in its Historical Context. Routledge, σελ. 186. ISBN 978-0415428996. 
  4. Ehsan Yarshater. The Cambridge history of Iran, Volume 1. Cambridge University Press, 1983. ISBN 0-521-20092-X, 9780521200929, p. 141
  5. Movses Kagankatvatsi, History of Agvans (Russian trans. and ed. by Patkanov). St. Petersburg, 1861, pp. 121
  6. Akram A.I. The Muslim Conquest of Persia, Ch:16 ISBN 978-0-19-597713-4


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Darial Gorge της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).