Τελ Χαρίρι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αρχαιολογικά κατάλοιπα του Μάρι της Συρίας.Συντεταγμένες: 34°32′58″N 40°53′24″E

Το Τελ Χαρίρι της Συρίας είναι η σημερινή ονομασία του αρχαίου Μάρι (σφηνοειδής γραφή: 𒈠𒌷𒆠, ma-riki, αραβική γλώσσα: تل حريري‎) που ανακαλύφθηκε το 1933 από τον Γάλλο αρχαιολόγο Αντρέ Παρρότ.[1] Βρίσκεται κοντά στο Αμπού Καμάλ και υπάγεται διοικητικά στο Ντέιρ αλ-Ζορ. Στην αρχαιολογική θέση του Μάρι έχουν αποκαλυφθεί αρχαιότητες που χρονολογούνται από το 3100 π.Χ. έως τον 7ο αιώνα μ.Χ.[2]

Σύντομο ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μάρι υπήρξε κατά την αρχαιότητα μία σημαντική πόλη και βασίλειο της Μεσοποταμίας, στη δυτική όχθη του ποταμού Ευφράτη. Από το Μάρι σώζονται σημαντικά αρχαιολογικά κατάλοιπα. Ιδρύθηκε στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. και κατά την πρώιμη δυναστική περίοδο αποτελούσε μία εξέχουσα πόλη-κράτος ώστε οι ηγεμόνες της να συμπεριλαμβάνονται στον Κατάλογο των Σουμέριων Βασιλέων. Στο ναό της θεάς Ιστάρ στο Μάρι έχουν βρεθεί πολλά εξαίρετα αγάλματα σουμεριακής τεχνοτροπίας όπως το άγαλμα του Έμπι-Ιλ, το άγαλμα του Ιστούπ-Ιλούμ και το άγαλμα της θεάς με το αγγείο.[3]

Δορυφορικός χάρτης του Μάρι στη Συρία, όπου φαίνονται τα σημαντικότερα μνημεία in situ

Η διάρκεια της ιστορίας του Μάρι τοποθετείται χρονολογικά στην περίοδο από την 3η χιλιετία π.Χ. μέχρι το 1760 π.Χ. περίπου, οπότε καταστράφηκε από τον βασιλιά της Βαβυλώνας Χαμμουραμπί. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου αναγνωρίζονται οι εξής χρονολογικές φάσεις: η Σουμεριακή (πρώιμη δυναστική), η περίοδος της Ακκαδικής δυναστείας, η περίοδος της τρίτης δυναστείας της Ουρ, η Παλαιο-Ασσυριακή περίοδος, και μία σύντομη φάση κατά την οποία το Μάρι ήταν ανεξάρτητο. Στη διάρκεια της 3ης χιλιετίας το Μάρι έγινε μία πλούσια πόλη λόγω της γεωγραφικής θέσης που έχει σε μία εύφορη ζώνη γης κατά μήκος του Ευφράτη και του ενεργού ρόλου που είχε στο διεθνές εμπορικό δίκτυο που διερχόταν μεταξύ Βαβυλώνας και Συρίας.[4]

Δείγμα από τις εξαιρετικές τοιχογραφίες του ανακτόρου του Ζίμρι-Λιμ στο Μάρι.

Ζίμρι-Λιμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εποχή που το Μάρι βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Αμοριτικής δυναστείας (19ος αιώνας π.Χ.) ταυτίζεται με την περίοδο της μεγαλύτερης ακμής του βασιλείου, ιδιαίτερα την εποχή που βασιλιάς του Μάρι ήταν ο Ζίμρι-Λιμ. Ο Ζίμρι-Λιμ αποκατέστησε τις σχέσεις του βασιλείου με την Βαβυλώνα και με το Αλέππο. Πήρε μάλιστα για σύζυγό του μία πριγκίπισσα από το Αλέππο, η οποία ονομαζόταν Σίπτου. Το παλάτι του Ζίμρι-Λιμ αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά μνημεία που σώζονται από την εποχή αυτή.[5]

Ο Ζίμρι-Λιμ, βασίλευσε την περίοδο περίπου μεταξύ 1774-1762 π.Χ. και κατείχε σημαντική πολιτική επιρροή στην Εγγύς Ανατολή, καθιστώντας το βασίλειό του ιδιαίτερα πλούσιο. Με αυτά τα πλούτη μπόρεσε να οικοδομήσει το ασύγκριτο αυτό διαστάσεων και μεγαλείου παλάτι του.[4]

Αγάλματα λατρευτών από το Μάρι που φορούν καυνάκη (Εθνικό Μουσείο Χαλεπίου)
Το άγαλμα του διοικητή Ιστούπ-Ιλούμ όταν ανακαλύφθηκε στις ανασκαφές του Μάρι.

Το ανάκτορο και οι πήλινες πινακίδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το ανάκτορο του βασιλιά Ζίμρι-Λιμ σώζονται σημαντικά αρχαιολογικά κατάλοιπα. Είναι διακοσμημένο με εξαίρετης τέχνης τοιχογραφίες.[3]

Στο ανάκτορο αυτό βρέθηκε ένα εκτενές αρχείο πήλινων πινακίδων, που αποτελούν μία πολύτιμη πηγή γραπτών κειμένων της εποχής, γραμμένα στην Ακκαδική σφηνοειδή γραφή.[3] Οι πινακίδες είναι στον αριθμό περισσότερες από 22.000, και βρέθηκαν κυρίως στο εσωτερικό του παλατιού και στην περιοχή γύρω από αυτό. Στην πλειοψηφία τους περιορίζονται χρονικά σε μία περίοδο 250 χρόνων περίπου, από την εποχή του Αμορίτη βασιλιά Γιασμάχ-Αντού (Yasmah-Addu) μέχρι την κατάκτηση του βασιλείου από τον Χαμμουραμπί (1761 π.Χ.). Περιέχουν διαφόρων ειδών πληροφορίες για το Μάρι. Είναι επιστολές, διοικητικά κείμενα, και λίγα κείμενα νομικού και θρησκευτικού περεχομένου. Αφορούν την καθημερινή ζωή, τις πολιτιστικές και εμπορικές δραστηριότητες, τις συμμαχίες και την γεμάτη διακυμάνσεις πολιτική και στρατιωτική τύχη του βασιλείου.[4]

Από τις πινακίδες γίνονται γνωστές οι εμπορικές σχέσεις που ο Ζίμρι-Λιμ διατηρούσε με την Αλασία και το Καπτάρ. Κατά την εποχή αυτή, Αλασία ονομαζόταν η Κύπρος και Καπτάρ η Κρήτη. H Αλασία προμήθευε με χαλκό το Μάρι, ενώ το Καπτάρ προμήθευε το βασίλειο αυτό με αγγεία και άλλα αγαθά, αλλά προμηθευόταν από το Μάρι και πολύτιμες πρώτες ύλες όπως ο κασσίτερος, μία από τις περιοχές προέλευσης του οποίου ήταν το Αφγανιστάν.[6] Η Αλασία, όπως μας πληροφορούν τα αρχεία των πήλινων πινακίδων που έχουν βρεθεί στο Μάρι, καθώς και στην Αμάρνα και την Ουγκαρίτ, προμήθευε ήδη από τον 18ο αιώνα π.Χ. με χαλκό όχι μόνο το Μάρι αλλά και την Βαβυλωνία, ενώ στη διάρκεια του 15ου και του 14ου αιώνα μεγάλες ποσότητες χαλκού κατέφθαναν από το νησί της Κύπρου στην Αίγυπτο.[7] Σε άλλες πινακίδες που αποτελούν μέρος της βασιλικής αλληλογραφίας, αναφέρονται λέοντες οι οποίοι αιχμαλωτίζονται για να τους απελευθερώνουν έπειτα για τον βασιλιά, έτσι ώστε να μπορεί να τους σκοτώσει κυνηγώντας τους, καθώς ήταν σύμβολο δύναμης το κυνήγι άγριων ζώων. Χαρακτηριστικές σκηνές κυνηγιού απεικονίζονται στα μεταγενέστερα ασσυριακά ανάγλυφα που διακοσμούν το ανάκτορο του Ασσουρμπανιπάλ (7ος αιώνας π.Χ.) στη Νινευή.[3]

Το τέλος του βασιλείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που ο Ζίμρι-Λιμ με τον βασιλιά της Βαβυλωνίας, τον Χαμμουραμπί, ήταν σύμμαχοι, τελικά οι ανταγωνιστικές διαθέσεις του Χαμμουραμπί τον έκαναν να γίνει εχθρός του και να επιτεθεί κατά του Μάρι (1761 π.Χ.). Ο Χαμμουραμπί κατέστρεψε το παλάτι και τα τείχη της πόλης, και επέκτεινε τα όρια της επικυριαρχίας του στην περιοχή. Από τότε το Μάρι έχασε την δύναμή του και μεταφέρθηκε λίγο βορειότερα, στην Τέρκα.[5]

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δικτυογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

▪ UNESCO. Observatory of Syrian Cultural Heritage. Mari (Tell Hariri) (To Mάρι, Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς).

Jean-Claude Margueron - Mari (Οι ανασκαφές των Γάλλων στο Μάρι). Archeologie Culture France.

• The Editors of Encyclopædia Britannica (07 Sept. 2010). Mari-ancient city, Syria. Publisher: Encyclopædia Britannica.

• The Editors of Encyclopædia Britannica (20 Aug. 2020). André Parrot French archaeologist.Publisher: Encyclopædia Britannica.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bryce, Trevor ; Birkett-Rees Jessie (2016). Atlas of the Ancient Near East from Prehistoric times to the Roman Imperial period. Routledge. ISBN 9780415508018
  • Heimpel, Wolfgang (2003). Letters to the King of Mari. Eisenbrauns. ISBN 1575060809
  • Knapp, Bernard A. (1985). Alashiya, Caphtor/ Keftiu, and Eastern Mediterranean Trade: Recent Studies in Cypriote Archaeology and History. Journal of Field Archaeology, 12(2): 231-250, (JSTOR).
  • Margueron, Jean-Claude (2013). The Kingdom of Mari. In Crawford, Harriet (ed.). The Sumerian World. Translated by Crawford, Harriet. Routledge. ISBN 9781136219122
  • Margueron, Jean-Claude (2003). Mari and the Syro-Mesopotamian World. In Aruz, Joan; Wallenfels, Ronald (eds.). Art of the First Cities: The Third Millennium B.C. from the Mediterranean to the Indus. Metropolitan Museum of Art. ISBN 9781588390431
  • Margueron, Jean-Claude (2014). Mari: Capital of Northern Mesopotamia in theThird Millennium. The Archaeology of Tell Hariri on the Euphrates. Oxbow Books. ISBN 9781782977315 (JSTOR)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Encyclopædia Britannica (20-08-2020). André Parrot.
  2. Encyclopædia Britannica (07 Sept. 2010). Mari-ancient city, Syria.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Roaf, M. (1990)
  4. 4,0 4,1 4,2 Bryce, T. ; Birkett-Rees J. (2016)
  5. 5,0 5,1 Mieroop, M. (2016)
  6. Heimpel, W. (2003)
  7. Knapp, B. (1985). JSTOR 12 (2): 231-250