Σφηνοειδής γραφή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σφηνοειδής γραφή του Ξέρξη στο Φρούριο του Βαν στη βορειοανατολική Τουρκία. Οι επιγραφές είναι σε τρεις γλώσσες που χρησιμοποιούν σφηνοειδή γραφή, Αρχαία Περσικά, Ακκαδικά και Ελαμιτικά

Η σφηνοειδής γραφή είναι το αρχαιότερο γνωστό σύστημα γραφής στον κόσμο[1], το οποίο χαρακτηρίζεται από τους χαρακτήρες σε σχήμα σφήνας στις πήλινες πλακέτες που χρησιμοποιούνταν για την γραφή του, με τη χρήση ενός αμβλέος καλαμιού ως γραφίδα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρησιμοποιήθηκε από τους Σουμέριους στα τέλη της 4ης χιλιετίας π.Χ., και ξεκίνησε ως ένα σύστημα πικτογραφημάτων. Στην 3η χιλιετία π.Χ., οι αναπαραστάσεις απλοποιήθηκαν και έγιναν πιο γενικές και ο αριθμός των συμβόλων έγινε μικρότερος: από περίπου 1.000 στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού σε περίπου 400 στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού (σφηνοειδής των Χετταίων).

Το Σουμεριακό αυτό σύστημα γραφής, αργότερα χρησιμοποιήθηκε επίσης για τη γραφή των Ακκαδικών, Ελαμιτικών, Χεττιτικών, και άλλων γλωσσών, και ενέπνευσε τα Ουγκαριτικά και αρχαία Περσικά αλφάβητα. Με την πάροδο του χρόνου, η σφηνοειδής γραφή αντικαταστάθηκε από το Φοινικικό αλφάβητο κατά τη διάρκεια της Ασσυριακής αυτοκρατορίας. Έως τον 2ο αιώνα μ.Χ., η γραφή αυτή είχε εξαφανιστεί και όλη η γνώση που περιείχαν τα γραπτά της είχε χαθεί, έως ότου αποκρυπτογραφήθηκε τον 19ο αιώνα από συλλογικές προσπάθειες Γάλλων και Άγγλων γλωσσολόγων.

Ιστορία της αποκρυπτογράφησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ευρωπαίοι περιηγητές αναζητούσαν στη Μέση Ανατολή τα ίχνη των Ασσυρίων, των Βαβυλωνίων, των Περσών και των Μήδων, λαών που ήταν ήδη γνωστοί στην Ευρώπη λόγω της Βίβλου. Τον 17ο αιώνα ανακαλύφθηκαν τα ερείπια της Βαβυλώνας και της Περσέπολης, ενώ ο Ιταλός Πιέτρο ντελα Βάλλε (Pietro della Valle) έφερε στην Ευρώπη το 1626 τα πρώτα κείμενα σε σφηνοειδή γραφή. Ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο «σφηνοειδής» ήταν ο Άγγλος Οριενταλιστής του 17ου αιώνα Τόμας Χάιντ (Thomas Hyde), καθηγητής των Εβραϊκών στην Οξφόρδη, ο οποίος είχε ενδιαφερθεί για τις επιγραφές σε περσική σφηνοειδή γραφή, αν και θεωρούσε τα σχήματα αυτά διακοσμητικά και όχι γραφή.

Ο Κάρστεν Νίμπουρ (Carsten Niebuhr), Γερμανός ερευνητής και περιηγητής στην υπηρεσία της Δανίας, δημοσίευσε στα 1778 το ακριβές αντίγραφο τριών επιγραφών σε σφηνοειδή γραφή, που είχαν βρεθεί στην Περσέπολη. Πέρασε αρκετός καιρός μέχρις ότου εξακριβωθεί ότι επρόκειτο για τρίγλωσσες επιγραφές, που η καθεμιά τους περιείχε τρεις ξεχωριστές γλώσσες γραμμένες με το ίδιο σύστημα γραφής. Αποδείχθηκε ότι η πρώτη ήταν η Αρχαία Περσική γλώσσα της δυναστείας των Αχαιμενιδών, μία Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, η δεύτερη η Ελαμιτική γλώσσα, μη Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα των κατοίκων του Ελάμ, μιας αρχαίας χώρας στο σημερινό νοτιοδυτικό Ιράν, και η τρίτη η Ακκαδική γλώσσα, μία αρχαία Σημιτική γλώσσα.

Τον 19ο αιώνα γεννήθηκε η Ασσυριολογία, η επιστήμη η οποία ερευνά την ιστορία και τον πολιτισμό της αρχαίας Μέσης Ανατολής και ιδίως της αρχαίας Μεσοποταμίας και η οποία πήρε το όνομά της από το γεγονός ότι οι πρώτες ανασκαφές έγιναν στην περιοχή της αρχαίας Ασσυρίας και ιδίως στην Νινευή, την αρχαία ασσυριακή πρωτεύουσα.

Ο πρώτος που αποκρυπτογράφησε κείμενο σε σφηνοειδή γραφή (στην αρχαία περσική γλώσσα) ήταν ο Γερμανός φιλόλογος και επιγραφολόγος Γκέοργκ Φρίντριχ Γκρότεφεντ (Georg Friedrich Grotefend), διδάσκαλος των Ελληνικών στο πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν. Ο Άγγλος Χένρι Ρόουλινσον (Henry Creswicke Rawlinson) κατάφερε με παρόμοια μέθοδο και εντελώς ανεξάρτητα από τον Γκρότεφεντ, να διαβάσει αρχαίες περσικές επιγραφές σε σφηνοειδή. Άλλοι γνωστοί ερευνητές της περιόδου αυτής ήταν ο Έντουαρντ Χινκς (Edward Hincks), Ιρλανδός γλωσσολόγος, καθώς και ο Ζυλ Οππέρ (Jules Oppert), Γάλλος.

Συστηματικές ανασκαφές που γίνονταν στο Ιράκ, γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, είχαν ως αποτέλεσμα να ανακαλυφθούν εκατοντάδες επιγραφές που μετέπειτα αναγνωρίσθηκαν ως Ασσυριακές και Βαβυλωνιακές, ενώ ιδίως στην περιοχή της Βαβυλωνίας ανακαλύφθηκαν πολλές επιγραφές που έμοιαζαν στην τρίτη γραφή των επιγραφών του Νίμπουρ. Εν τέλει έγινε κατανοητό ότι αυτή η τρίτη «Ασσυροβαβυλωνική γλώσσα» (έκτοτε γνωστή ως Ακκαδική γλώσσα στις τρίγλωσσες επιγραφές ήταν γραμμένη σε σύστημα συλλαβικό – ιδεογραμματικό, δηλαδή ότι τα σημεία αντιπροσώπευαν είτε συλλαβές (σύμφωνο - φωνήεν, φωνήεν - σύμφωνο ή σύμφωνο - φωνήεν - σύμφωνο) τα οποία ενώνονταν για να σχηματίσουν ολόκληρες λέξεις είτε αντιπροσώπευαν αυτά καθαυτά (τα σημεία) μιαν ολόκληρη λέξη. Επιπλέον ανακαλύφθηκε από τον Ρόυλινσον ότι το ίδιο σημείο μπορούσε να αντιπροσωπεύει περισσότερους από έναν ήχο (ή «αξία»).

Αυτό το τελευταίο προκάλεσε μεγάλη αντιπαράθεση μεταξύ των ειδικών, καθώς οι περισσότεροι απέρριπταν τόσο αυτή την «πολυφωνία» των σημείων, όσο και τις μεταφράσεις του Ρόουλινσον και του Χινκς, ο οποίος ακολουθώντας τις μελέτες του Ρόουλινσον είχε προχωρήσει γύρω στο 1853 στην ανεύρεση της φωνητικής αξίας σχεδόν 350 σημείων.

Ήδη από το 1850 o Χινκς είχε ανακοινώσει ότι η σφηνοειδής γραφή δεν προσιδίαζε σε Σημιτική γλώσσα, καθώς δεν ελάμβανε υπόψη της την φύση της «ρίζας» της λέξης, αποτελούμενης μόνο από σύμφωνα (όπως συμβαίνει στα συστήματα γραφής των σημιτικών γλωσσών), ούτε και τις διάφορες διακρίσεις οδοντικών και λαρυγγικών συμφώνων. Ο Χινκς υποψιαζόταν ότι η σφηνοειδής γραφή μάλλον ήταν εφεύρεση ενός μη Σημιτικού λαού που είχε προηγηθεί των Σημιτών στη Μεσοποταμία.

Το 1852 ο Ρόουλινσον είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ορισμένες ανακαλυφθείσες επιγραφές της Μεσοποταμίας ήταν δίγλωσσες και ότι στα Σημιτικά Βαβυλωνιακά αντιστοιχούσε μια άγνωστη γλώσσα, που ο ίδιος ονόμασε λανθασμένα «Ακκαδική», θεωρώντας μάλιστα ότι είχε «Σκυθική ή Τουρανική προέλευση». Τον επόμενο χρόνο ο Ρόουλινσον ανακοίνωσε ότι υπήρχαν και μονόγλωσσες επιγραφές σε αυτήν την νεωστί ανακαλυφθείσα «σκυθική» γλώσσα, η οποία δεν έμοιαζε με καμιά άλλη της σύγχρονης εποχής και η οποία ήταν η Σουμεριακή γλώσσα.

Τον 20ο αιώνα ανακαλύφθηκαν και αποκρυπτογραφήθηκαν κείμενα σε σφηνοειδή γραμμένα στη Χεττιτική γλώσσα.

Σημερινή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχουν βρεθεί μεταξύ 500.000 και 2.000.000 δέλτοι με σφηνοειδή γραφή έως τώρα, και από αυτές περίπου 30.000 με 100.000 μόνο έχουν διαβαστεί ή δημοσιευτεί. Το Βρετανικό Μουσείο έχει την μεγαλύτερη συλλογή, περίπου στις 130.000, και ακολουθείται από το αρχαιολογικό μουσείο του Βερολίνου, το Λούβρο και το αρχαιολογικό μουσείο Κωνσταντινούπολης [2]. Τα περισσότερα από αυτά τα κείμενα βρίσκονται σε αυτές τις συλλογές για πάνω από έναν αιώνα, χωρίς να έχουν μεταφραστεί και μελετηθεί, καθώς υπάρχουν μόνο λίγες εκατοντάδες μεταφραστές παγκοσμίως που είναι ικανοί να διαβάσουν τη σφηνοειδή γραφή[3].

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κατελής Βίγκλας, «Η αποκρυπτογράφηση της σφηνοειδούς γραφής. Ο Χένρυ Ρόουλινσον και η επιγραφή του Μπεχιστούν», Ιστορικά Θέματα, τεύχ. 155, Οκτώβριος 2015, 24-35.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]