Σόφτμπολ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σόφτμπολ
SFU's women's softball team sports Olympic logo.jpg
Ύψιστη διοικητική αρχή World Baseball Softball Confederation
Πρώτο παιχνίδι Σικάγο, ΗΠΑ, 1887
Χαρακτηριστικά
Μέλη ομάδας 2 ομάδες των 9-10
Κατηγοριοποίηση Ρόπαλο-και-μπάλα
Εξοπλισμός Μπάλα του σόφτμπολ
Ρόπαλο του σόφτμπολ
Γάντι του σόφτμπολ
Βάσεις

Το σόφτμπολ (αγγλικά softball) ή αλλιώς ελαφροσφαίριση, είναι μια παραλλαγή (μια πιο «ελαφριά» έκδοση) του μπέιζμπολ (βασεοσφαίριση), το οποίο παίζεται με μεγαλύτερη μπάλα σε μικρότερο γήπεδο. Επινοήθηκε το 1887 στο Σικάγο ως παιχνίδι κλειστού χώρου. Πολλές φορές αποκαλούνταν και μπέιζμπολ κλειστού χώρου. Η ονομασία σόφτμπολ δόθηκε στο παιχνίδι το 1926. Ένα τουρνουά που πραγματοποιήθηκε το 1933 στη Διεθνή Έκθεση του Σικάγου, κέντρισε το ενδιαφέρον του κόσμου για το παιχνίδι. Στην Ελλάδα η Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία Σόφτμπολ (ΕΦΟΣ), η οποία ιδρύθηκε το 1997, αποτελεί τον ανώτατο οργανισμό διοίκησης του Σόφτμπολ. Η Παγκόσμια Συνομοσπονδία Μπέιζμπολ Σόφτμπολ (ΠΣΜΣ) ρυθμίζει τους κανόνες του παιχνιδιού σε περισσότερες από 110 χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Πριν από την ΠΣΜΣ, η οποία ιδρύθηκε το 2013, η Διεθνής Ομοσπονδία Σόφτμπολ (ΔΟΣ) κατείχε αυτό το ρόλο. Το σόφτμπολ ταχείας-ρίψης (fast-pitch) γυναικών έγινε Θερινό Ολυμπιακό Άθλημα το 1996, αλλά (μαζί με το μπέιζμπολ) αφαιρέθηκε το 2005 από τους αγώνες του 2012.

Υπάρχουν δύο τύποι σόφτμπολ. Στον πιο κοινό τύπο, το σόφτμπολ βραδείας-ρίψης (slow-pitch softball), η μπάλα, η οποία μερικές φορές είναι μεγαλύτερη από την τυπική των 12 ιντσών, θα πρέπει να διαγράφει καμπύλη τροχιά όταν ρίπτεται προς τον ροπαλοφόρο, υπάρχουν δέκα (10) παίκτες σε κάθε ομάδα, και το χτύπημα μπαντ (bunt) καθώς και το κλέψιμο βάσης απαγορεύονται. Στο σόφτμπολ ταχείας-ρίψης (fast-pitch softball), η ρίψη είναι γρήγορη, υπάρχουν εννέα (9) παίκτες στο γήπεδο κάθε φορά, και το χτύπημα μπαντ (bunt) καθώς και το κλέψιμο βάσης επιτρέπονται. Οι κανόνες του σόφτμπολ διαφέρουν κάπως από εκείνους του μπέιζμπολ. Δύο σημαντικές διαφορές είναι ότι η μπάλα πρέπει να ριφθεί από κάτω (underhand), από τα 14,02 μέτρα (46 πόδια) για τους άνδρες ή 13,11 μέτρα (43 πόδια) για τις γυναίκες σε σύγκριση με τα 18,4 μέτρα (60,5 πόδια) του μπέιζμπολ και ότι επτά (7) περίοδοι (innings) απαρτίζουν ένα κανονικό παιχνίδι, αντί εννέα (9).

Παρά το όνομα, η μπάλα που χρησιμοποιείται στο σόφτμπολ δεν είναι ούτε πολύ μαλακή ούτε πολύ ελαφριά. Έχει περίπου 30,5 cm (12 ίντσες) περιφέρεια (11 ή 12 ίντσες στο βραδείας-ρίψης), η οποία είναι 8 cm (3 ίντσες) μεγαλύτερη από μία μπάλα μπέιζμπολ. Το εσωτερικό γήπεδο (infield) στο σόφτμπολ είναι μικρότερο από ότι ένα «διαμάντι» (diamond) μπέιζμπολ. Οι βάσεις απέχουν 18,29 μέτρα (60 πόδια) η μία από την άλλη, σε αντίθεση με τα 27,43 μέτρα (90 πόδια) των βάσεων του μπέιζμπολ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη φωτογραφία ομάδας σόφτμπολ που τραβήχτηκε ποτέ, Σικάγο, 1897
Παίκτης μπέιζμπολ κλειστού χώρου, 1907

Το παλαιότερο γνωστό παιχνίδι σόφτμπολ παίχτηκε στο Σικάγο, Ιλινόις την Ημέρα των Ευχαριστιών, το 1887. Έλαβε χώρα στο Farragut Boat Club σε μια συγκέντρωση για την ανακοίνωση του αποτελέσματος του αγώνα αμερικάνικου ποδοσφαίρου μεταξύ Γέιλ και Χάρβαρντ. Όταν το σκορ ανακοινώθηκε και τα στοιχήματα διευθετήθηκαν, ένας απόφοιτος του Γέιλ έριξε ένα γάντι πυγμαχίας σε έναν υποστηρικτή του Χάρβαρντ. Ο υποστηρικτής του Χάρβαρντ άρπαξε ένα ραβδί και το χτύπησε. Ο Τζορτζ Χάνκοκ (αγγλικά George Hancock) φώναξε «Παίξτε μπάλα!» ("Play ball!") και το παιχνίδι ξεκίνησε, με το γάντι πυγμαχίας σφιγμένο να μοιάζει με μπάλα και ένα σκουπόξυλο το οποίο χρησίμευε ως ρόπαλο. Ο πρώτος αυτός αγώνας έληξε με σκορ 41-40. Η μπάλα, όντας μαλακή, πιανόταν με γυμνό χέρι.

Ο Τζορτζ Χανκοκ θεωρείται ο εφευρέτης του παιχνιδιού για την ανάπτυξη της μπάλας και ενός μικρού μεγέθους ρόπαλο την επόμενη εβδομάδα. Η Λέσχη Farragut σύντομα θεσπίζει κανόνες για το παιχνίδι, η οποίοι επεκτάθηκαν γρήγορα σε τρίτους. Οραματισμένο ως ένας τρόπος να διατηρούν τις ικανότητές τους οι παίκτες του μπέιζμπολ κατά τη διάρκεια του χειμώνα, το άθλημα ονομάζεται «Μπέιζμπολ Κλειστού Χώρου» (Indoor Baseball). Υπό την ονομασία «Ανοικτό-Κλειστό»(Indoor-Outdoor), το παιχνίδι μεταφέρεται σε εξωτερικό χώρο την επόμενη χρονιά, και οι πρώτοι κανόνες δημοσιεύονται το 1889.

Το 1895 ο Λούις Ρόμπερ (αγγλικά Lewis Rober), πρεσβύτερος της Μινεάπολης, οργάνωσε υπαίθριους αγώνες για άσκηση για τους πυροσβέστες. Η έκδοση του παιχνιδιού του Ρόμπερ χρησιμοποιούσε μια μπάλα περιφέρειας 30,5 cm (12 ίντσες), αντί για την 40,6 cm (16 ίντσες) μπάλα που χρησιμοποιούνταν από τη λέσχη Farragut, και τελικά η μπάλα της Μινεάπολης επικράτησε, παρόλο που οι διαστάσεις του «διαμαντιού» της Μινεάπολης παραβλέφθηκαν για χάρη των διαστάσεων του «διαμαντιού» του Σικάγου. Ο Ρόμπερ ίσως να μην ήταν γνώστης των κανόνων της Λέσχης Farragut. Το πρώτο πρωτάθλημα σόφτμπολ εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών διοργανώθηκε στο Τορόντο το 1897.

Το όνομα «σόφτμπολ» χρονολογείται από το 1926. Το όνομα επινοήθηκε από τον Γουόλτερ Χάκανσον (αγγλικά Walter Hakanson) της Χριστιανικής Αδελφότητας Νέων (YMCA) σε μια συνεδρίαση του Εθνικού Κογκρέσου Αναψυχής (National Recreation Congress). Μέχρι το 1930, το όνομα σόφτμπολ είχε εξαπλωθεί σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέχρι το 1930, παρόμοια αθλήματα με διαφορετικούς κανόνες και ονόματα παίζονταν σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά. Ο σχηματισμός της Μεικτής Επιτροπής Κανόνων Σόφτμπολ (Joint Rules Committee on Softball) το 1934 τυποποιεί τους κανόνες και την ονομασία σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το Δεκάξι-ιντσών σόφτμπολ (Sixteen-inch softball), είναι ο άμεσος απόγονος του αρχικού παιχνιδιού του Χάνκοκ. Οι αμυντικοί παίκτες δεν επιτρέπεται να φορούν γάντια άμυνας. Το Δεκάξι-ιντσών σόφτμπολ παίζεται ευρέως στο Σικάγο, όπου οι θιασώτες όπως ο αείμνηστος Μάικ Ρόικο (αγγλικά Mike Royko) το θεωρούν το «πραγματικό» παιχνίδι, και τη Νέα Ορλεάνη.

Μέχρι το 1940, το σόφτμπολ ταχείας ρίψης άρχισε να κυριαρχεί. Αν και το σόφτμπολ βραδείας ρίψης παρουσιάστηκε στην Παγκόσμια Έκθεση (World's Fair) του 1933, η κύρια πορεία των ενεργειών ήταν να επιμηκυνθεί η απόσταση ρίψης. Το βραδείας-ρίψης κατάφερε να αναγνωριστεί επίσημα το 1953 όταν προστέθηκε στο πρόγραμμα του Συνδέσμου Ερασιτεχνικού Σόφτμπολ (Amateur Softball Association ή ASA), και μέσα σε μια δεκαετία ξεπέρασε το ταχείας ρίψης σε δημοτικότητα.

Το πρώτο Βρετανικό πρωτάθλημα σόφτμπολ γυναικών ιδρύθηκε το 1952.

Το 1991, το σόφτμπολ ταχείας-ρίψης γυναικών επιλέχθηκε για να κάνει το ντεμπούτο του στους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1996. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1996 σηματοδότησαν επίσης μια εποχή κλειδί στην εισαγωγή της τεχνολογίας στο σόφτμπολ. Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) χρηματοδότησε μια βίο-μηχανική μελέτη ορόσημο για τη ρίψη κατά τη διάρκεια των αγώνων.

Το 2002, το δεκαέξι-ιντσών σόφτμπολ βραδείας ρίψης αφαιρέθηκε από τους επίσημους κανόνες της ΔΟΣ, αν και εξακολουθεί να παίζεται εκτενώς στις Ηνωμένες Πολιτείες υπό τους κανόνες του Συνδέσμου Ερασιτεχνικού Σόφτμπολ (Amateur Softball Association).

Στην 117η σύνοδο της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, που πραγματοποιήθηκε στη Σιγκαπούρη τον Ιούλιο του 2005, αποφασίστηκε η αφαίρεση του σόφτμπολ και του μπέιζμπολ από τα Ολυμπιακά αθλήματα από τους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012.

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σόφτμπολ ταχείας-ρίψης παίζεται μεταξύ δύο ομάδων σε ένα μεγάλο γήπεδο, με τη μία ομάδα να έχει εννέα παίκτες στο γήπεδο την ίδια στιγμή. Το σόφτμπολ βραδείας-ρίψης παίζεται με δέκα αμυντικούς. Το γήπεδο αποτελείται συνήθως από μια χωμάτινη εσωτερική περιοχή (infield) που περιέχει το τετράπλευρο σχήμα και τις περιοχές τρεξίματος, καθώς και μια εξωτερική περιοχή (outfield) από γρασίδι. Ωστόσο, το γήπεδο μπορεί να αποτελείται από άλλες στερεές και στεγνές επιφάνειες όπως ο τεχνητός χλοοτάπητας. Υπάρχουν τέσσερις βάσεις στην εσωτερική περιοχή (πρώτη βάση, δεύτερη βάση, τρίτη βάση, και κύρια βάση). Οι βάσεις είναι τοποθετημένες σε τετράγωνο και απέχουν συνήθως από 37,7 έως 19,8 μέτρα (45 έως 65 πόδια). Κοντά στο κέντρο αυτού του τετραγώνου βρίσκεται ο κύκλος του ρίπτη (pitcher's circle) και μέσα στον κύκλο βρίσκεται μια βάση, ένα μικρό επίπεδο ορθογώνιο ελαστικό κομμάτι με μήκος 0,45 μέτρα (1,5 πόδια) περίπου. Η βάση μπορεί να είναι 12,19 ή 13,11 μέτρα (40 ή 43 πόδια) μακριά από την κύρια βάση, ανάλογα το ηλικιακό επίπεδο και το πρωτάθλημα στο οποίο κάποιος παίζει.

Σκοπός του παιχνιδιού είναι μία ομάδα να σκοράρει περισσότερους γύρους (runs) από την άλλη ομάδα χτυπώντας (με ρόπαλο) μια μπάλα και στη συνέχεια τρέχοντας γύρω από τις βάσεις, αγγίζοντας την κάθε μία διαδοχικά. Η μπάλα είναι μια σφαίρα από ελαφρύ υλικό, που καλύπτεται με δέρμα ή συνθετικό υλικό. Έχει περιφέρεια από 25,4 έως 30,48 εκατοστά (10 έως 12 ίντσες) (ή σπάνια, 16 ίντσες).

Το παιχνίδι παίζεται συνήθως σε επτά περιόδους (innings). Κάθε περίοδος διαιρείται σε ένα πρωτεύων μισό, στο οποίο η φιλοξενούμενη ομάδα βρίσκεται στο ρόπαλο και προσπαθεί να σκοράρει γύρους, ενώ η γηπεδούχος ομάδα καταλαμβάνει το γήπεδο και προσπαθεί να καταγράψει τρία άουτ (out). Στη συνέχεια παίζεται ένα δευτερεύον μισό, με τους ρόλους των ομάδων να αντιστρέφονται. Μερικά πρωταθλήματα παίζουν με μειωμένο αριθμό περιόδων ή με χρονικό όριο, αντί για τις παραδοσιακές επτά περιόδους.

Για να ξεκινήσει το παιχνίδι, η επίθεση στέλνει έναν ροπαλοφόρο (batter) στην κύρια βάση. Η σειρά χτυπήματος (batting order) θα πρέπει να καθοριστεί κατά την έναρξη του παιχνιδιού, και οι παίκτες δεν μπορούν χτυπήσουν εκτός σειράς. Ο ρίπτης (pitcher) της άμυνας στέκεται πάνω στην λαστιχένια βάση και ρίχνει («ρίπτει») την μπάλα προς την κύρια βάση χρησιμοποιώντας μία «κάτω από το χέρι» (underhand) κίνηση. Στο ταχείας-ρίψης, ο ρίπτης πρέπει να έχει και τα δύο πόδια σε επαφή με την λαστιχένια βάση ρίψης ανά πάσα στιγμή. Στο βραδείας-ρίψης, ο ρίπτης επιτρέπεται να κάνει ένα βήμα πίσω πριν από την απελευθέρωση της μπάλας κατά τη διάρκεια της κίνησης προς τα εμπρός. Ο ροπαλοφόρος προσπαθεί να χτυπήσει μια ριπτόμενη μπάλα με ένα ρόπαλο, ένα μακρύ, στρογγυλό, λείο ραβδί από ξύλο, μέταλλο ή συνθετικό υλικό. Αν ο ρίπτης ρίξει τρία στράικ (strike) ενάντια σε ένα ροπαλοφόρο, τότε ο ροπαλοφόρος είναι άουτ (out) και ο επόμενος ροπαλοφόρος της σειράς ανεβαίνει να χτυπήσει με το ρόπαλο. Ένα στράικ καταγράφεται κάθε φορά που ένας ροπαλοφόρος προσπαθεί να χτυπήσει μια ρίψη και αποτυγχάνει ή όταν ένας ροπαλοφόρος χτυπήσει μια μπάλα και την στείλει στην περιοχή φάουλ (foul territory) (εκτός παιδιάς). Ένα στράικ καταγράφεται επίσης κάθε φορά που ο ροπαλοφόρος δεν κάνει προσπάθεια να χτυπήσει μια ρίψη η οποία διασχίζει την κύρια βάση εντός μιας περιοχής που είναι γνωστή ως ζώνη στράικ (strike zone). Για να είναι εντός της ζώνης στράικ, η ρίψη πρέπει να περάσει πάνω από την κύρια βάση, και καθώς την διασχίζει πρέπει να είναι σε ύψος πάνω από τα γόνατα και ελαφρώς κάτω από τους ώμους (περίπου τη μασχάλη ή το λογότυπο της φανέλας). Ως εκ τούτου, η ζώνη στράικ διαφέρει από ροπαλοφόρο σε ροπαλοφόρο. Μια ρίψη εκτός ζώνης στράικ είναι μπολ. Εάν ο ροπαλοφόρος φτάσει τα τέσσερα μπολ, ο ροπαλοφόρος κερδίζει την πρώτη βάση με τρόπο ο οποίος είναι γνωστός ως «περπάτημα» (walk). Ο διαιτητής πίσω από την κύρια βάση είναι ο μόνος κριτής των μπολ και των στράικ. Μια μπάλα φάουλ (foul ball) μπορεί ή δεν μπορεί να οδηγήσει σε στράικουτ (strikeout) εξαρτάται από τους κανόνες της εκάστοτε ομοσπονδίας και του εκάστοτε πρωταθλήματος. Ωστόσο, ένα μπαντ (bunt) που καταλήγει φάουλ έχει ως αποτέλεσμα το στράικουτ. Σε ορισμένες ομοσπονδίες και πρωταθλήματα, το μπαντ δεν επιτρέπεται και έχει ως αποτελέσματα το άουτ.

Ο ροπαλοφόρος επιχειρεί να περιστρέψει το ρόπαλο και να χτυπήσει την μπάλα εντός κανονικής περιοχής (εντός πεδίου παιχνιδιού). Μετά από ένα επιτυχημένο χτύπημα ο ροπαλοφόρος γίνεται δρομέας (runner) και πρέπει να τρέξει στην πρώτη βάση. Η άμυνα επιχειρεί να μαζέψει την μπάλα και μπορεί να την πετάξει ελεύθερα μεταξύ των παικτών, έτσι ένας παίκτης μπορεί να μαζέψει την μπάλα, ενώ ένας άλλος μπορεί να κινηθεί σε τέτοια θέση ώστε να θέσει τον δρομέα άουτ. Η άμυνα μπορεί να αγγίξει (tag) τον δρομέα με την μπάλα, ενώ ο δρομέας δεν είναι σε κάποια βάση. Η άμυνα μπορεί επίσης να αγγίξει την πρώτη βάση, ενώ έχει στην κατοχή της την μπάλα. Στην περίπτωση αυτή αρκεί να προλάβει να φτάσει στην πρώτη βάση πριν τον ροπαλοφόρο και ένα πραγματικό άγγιγμα στον ροπαλοφόρο είναι περιττό. Ένας δρομέας λέγεται ότι τον «πέταξαν έξω», όταν μια φάση εμπλέκει δύο ή περισσότερους αμυντικούς παίκτες. Οι δρομείς γενικά δεν μπορούν να τεθούν άουτ όταν αγγίζουν μια βάση, αλλά μόνο ένας δρομέας μπορεί να καταλαμβάνει μια βάση ανά πάσα στιγμή και οι δρομείς δεν μπορούν να προσπεράσουν ο ένας τον άλλον. Όταν μια μπάλα χτυπιέται, οι δρομείς γενικά πρέπει να προσπαθούν να προωθηθούν εάν δεν υπάρχουν ανοικτές βάσεις πίσω τους. Για παράδειγμα, ένας δρομέας στην πρώτη βάση πρέπει να τρέξει στη δεύτερη βάση, αν ο ροπαλοφόρος χτυπήσει την μπάλα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η άμυνα μπορεί να ρίξει στη βάση όπου ο κοντινότερος προς την κύρια βάση δρομέας προσπαθεί να πάρει (αναγκαστικό άουτ), και η άμυνα μπορεί στη συνέχεια να ρίξει στην προηγούμενη βάση. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια φάση με πολλαπλά άουτ. Ένα διπλό άουτ (double play) είναι δύο άουτ, ενώ ένα τριπλό άουτ (triple play), πολύ σπάνιο περιστατικό, είναι τρία άουτ. Δρομείς με μια ανοιχτή βάση πίσω από αυτούς δεν είναι αναγκασμένοι να προωθηθούν και το κάνουν με δική τους ευθύνη. Η άμυνα πρέπει να αγγίξει αυτούς τους δρομείς απευθείας για να τους βγάλει άουτ και όχι να αγγίξει τη βάση.

Μια μπάλα η οποία χτυπιέται στον αέρα και πιάνεται πριν αγγίξει το έδαφος, σε κανονική ή φάουλ περιοχή, θέτει τον ροπαλοφόρο άουτ. Μια ψηλή μπαλιά (fly ball) είναι μια μπαλιά η οποία χτυπιέται ψηλά και βαθιά, ένα pop fly είναι μια μπαλιά η οποία χτυπιέται ψηλά, αλλά κοντά, και μια ευθεία μπαλιά (line drive) είναι μια μπαλιά η οποία χτυπιέται κοντά στον οριζόντιο άξονα. Μετά το πιάσιμο, οι δρομείς πρέπει να επιστρέψουν στην αρχική τους βάση. Αν η άμυνα πετάξει την μπάλα στην εν λόγω βάση προτού ο δρομέας επιστρέψει, ο δρομέας είναι επίσης άουτ, με αποτέλεσμα ένα διπλό άουτ. Ένας δρομέας που παραμένει στη βάση μέχρι η μπάλα να αγγιχθεί, ή επιστρέφει στη βάση (tag up) μετά το πιάσιμο, μπορεί να προσπαθήσει να προωθηθεί στην επόμενη βάση, με κίνδυνο να αγγιχθεί και να βγει άουτ μεταξύ των βάσεων. Όπως και στο μπέιζμπολ, ο κανόνας της εσωτερικής ψηλής μπαλιάς (infield fly) ισχύει σε ορισμένες περιπτώσεις για να αποτρέψει την άμυνα να καταγράψει πολλαπλά άουτ αφήνοντας σκόπιμα να πέσει στο έδαφος μια μπαλιά που μπορεί να πιαστεί εύκολα.

Η επιθετική στρατηγική ως επί το πλείστον επιβάλει μόνο να χτυπηθεί μια μπάλα με δεξιοτεχνία για να επιτρέψει στον ροπαλοφόρο να φτάσει στη βάση και να προωθήσει άλλους δρομείς γύρω από τις βάσεις για να σκοράρουν γύρους. Η καταμέτρηση των μπολ και των στράικ δείχνει το πόσο επιθετικός θα πρέπει να είναι ο ροπαλοφόρος. Η επίθεση μπορεί να προσπαθήσει να θυσιάσει, με τον ροπαλοφόρο εσκεμμένα να βγει άουτ, προκειμένου να προωθήσει τους δρομείς. Η αμυντική στρατηγική είναι πιο περίπλοκη, καθώς ιδιαίτερες καταστάσεις (αριθμός των άουτ και θέσεις των δρομέων) και ιδιαίτεροι ροπαλοφόροι απαιτούν διαφορετική τοποθέτηση των αμυντικών και διαφορετικές τακτικές αποφάσεις. Η άμυνα μπορεί να αποφασίσει να επιτρέψει έναν γύρο αν μπορεί να επιτύχει ένα ή πολλαπλά άουτ.

Μορφές αθλήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν δύο τύποι σόφτμπολ:

  • Σόφτμπολ Ταχείας Ρίψης: η ρίψη της μπάλας είναι σε ευθεία γραμμή και έχει ταχύτητα 90-100 χλμ/ώρα κατά μέσο όρο. Ήταν ολυμπιακό άθλημα από το 1996 ως το 2008.
  • Σόφτμπολ Βραδείας Ρίψης: η ρίψη της μπάλας έχει καμπύλη τροχιά και έχει ταχύτητα μικρότερη.

Το γήπεδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σόφτμπολ παίζεται σε ανοιχτό γήπεδο που έχει σχήμα τεταρτημόριου κύκλου. Το γήπεδο περιλαμβάνει δύο ζώνες:

Η Εσωτερική Ζώνη ή Διαμάντι έχει σχήμα ρόμβου με πλευρές μήκους 18,29 μ. και συνήθως είναι χωμάτινο. Στις τέσσερις κορυφές του ρόμβου υπάρχουν οι τέσσερις Βάσεις. Η πρώτη, προς το εσωτερικό του γηπέδου, λέγεται Κύρια Βάση και την κατέχει ένας παίκτης με ρόπαλο, ο ροπαλοφόρος ή μπάτερ. Στις υπόλοιπες βάσεις: 1η, 2η, και 3η, προωθούνται διαδοχικά οι συμπαίκτες του και ο ίδιος κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, μέχρι να επιστρέψουν στην αρχική βάση.

Στο εσωτερικό του διαμαντιού, και σε απόσταση 12,19 μ. από την αρχική βάση, βρίσκεται ο ρίπτης ή πίτσερ της αντίπαλης ομάδας, ο οποίος ρίχνει την μπάλα προς τον ροπαλοφόρο. Πίσω από τον ροπαλοφόρο υπάρχει ένας συμπαίκτης του ρίπτη, ο λήπτης ή κάτσερ, που φορά ένα μεγάλο γάντι και προσπαθεί να πιάσει την μπάλα, αν δεν χτυπηθεί από τον ροπαλοφόρο.

Η Εξωτερική Ζώνη, που είναι συνήθως σκεπασμένη με γρασίδι, σχηματίζει ένα τόξο με απόσταση τουλάχιστον 60,6 μ. από την κύρια βάση. Στην εξωτερική ζώνη τοποθετούνται οι παίκτες της αμυνόμενης ομάδας.

Οι θέσεις των παικτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σόφτμπολ παίζεται από δυο ομάδες των εννέα παικτών: την επιτιθέμενη και την αμυνόμενη, οι οποίες εναλλάσσουν ρόλους. Εκτός από τους εννιά αγωνιζόμενους παίκτες μπορούν να υπάρχουν και άλλοι, μέχρι 15 ή 17 συνολικά, από τους οποίους σε κάθε γύρο επιλέγονται εννιά.

Οι παίκτες της αμυνόμενης ομάδας, τοποθετούνται ως εξής:

  • ένας ρίπτης (πίτσερ): μέσα στο διαμάντι
  • ένας λήπτης (κάτσερ): πίσω από την αρχική βάση
  • τρεις αμυντικοί: 1ης, 2ης, και 3ης βάσης
  • μεσαίος αμυντικός
  • τρεις αμυντικοί στην εξωτερική ζώνη: αριστερά, κέντρο και δεξιά.

Οι παίκτες της επιτιθέμενης ομάδας αγωνίζονται διαδοχικά στη θέση του ροπαλοφόρου (μπάτερ). Το παιχνίδι δεν έχει χρονική διάρκεια. Μόλις τρεις ροπαλοφόροι της επιτιθέμενης ομάδας αποκλειστούν, οι ομάδες αλλάζουν ρόλους ώστε να ολοκληρωθεί ένας γύρος.

Σκοπός του παιχνιδιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το παιχνίδι διεξάγεται σε επτά γύρους. Κάθε γύρος ολοκληρώνεται μόλις τρεις μπάτερ από κάθε ομάδα αποκλειστούν από το παιχνίδι. Νικήτρια αναδεικνύεται η ομάδα που θα κερδίσει τους περισσότερους πόντους (διαδρομές στις τέσσερις βάσεις: innings). Δεν υπάρχει ισοπαλία αλλά διεξάγεται ένας επιπλέον γύρος ή και περισσότεροι, μέχρι κάποια ομάδα να προηγηθεί στο σκορ. Αν ένα ισόπαλο παιχνίδι φτάσει στον ένατο γύρο και δεν έχει αναδειχθεί νικητής γίνεται το τάι-μπρέικ (tie breaker), στο οποίο η επιτιθέμενη ομάδα ξεκινά με έναν παίκτη στη δεύτερη βάση.

Στο ξεκίνημα του παιχνιδιού ο ρίπτης ρίχνει την μπάλα προς τον μπάτερ, στην προβλεπόμενη ζώνη (strike zone), και εκείνος πρέπει να την αποκρούσει με το μπαστούνι. Η προβλεπόμενη ζώνη είναι προς τα πάνω ανάμεσα στη ζώνη και στους ώμους του μπάτερ και χαμηλά μέχρι το ύψος του γόνατου. Αν η μπαλιά δεν είναι στη σωστή ζώνη, ο ρίπτης έχει δικαίωμα να προσπαθήσει μέχρι τέσσερις φορές. Αν δεν τα καταφέρει ακυρώνεται και η αντίπαλη ομάδα κερδίζει πόντο, ενώ στη συνέχεια αντικαθίσταται από άλλο συμπαίκτη του.

Μόλις ο μπάτερ αποκρούσει τη μπάλα και αυτή βρει στο έδαφος, αφήνει το μπαστούνι αρχίζει και τρέχει προς την α΄ βάση, πριν κάποιος από τους παίκτες της αμυνόμενης ομάδας στείλει τη μπάλα στο συμπαίκτη του της α΄ βάσης. Αν προλάβει να κάνει το γύρω και των τεσσάρων βάσεων, η ομάδα του κερδίζει έναν πόντο. Γι’ αυτό προσπαθεί να στείλει την μπάλα όσο μακρύτερα γίνεται, αν είναι δυνατόν έξω από τον αγωνιστικό χώρο. Αλλιώς περιμένει στη βάση που έφτασε, μέχρι να αγωνιστεί ο επόμενος μπάτερ. Έτσι συνεχίζεται το παιχνίδι, μέχρι και οι εννιά παίκτες να περάσουν από τη θέση του μπάτερ ή μέχρι να ακυρωθούν τρεις μπάτερ, οπότε οι ομάδες αλλάζουν θέσεις.

Ένας μπάτερ ακυρώνεται αν δεν καταφέρει να αποκρούσει τρεις έγκυρες μπαλιές του ρίπτη και τις πιάσει ο κάτσερ, αν η μπαλιά του καταλήξει σε αντίπαλο παίκτη πριν πέσει στο έδαφος ή αν παίκτης της αμυνόμενης ομάδας που έχει πιάσει με τη μπάλα προλάβει να ακουμπήσει μία βάση πριν από παίκτη της επιτιθέμενης ομάδας που κινείται προς αυτή.

Διοργανώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Διεθνής Ομοσπονδία διοργανώνει το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Ανδρών από το 1965 και το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Γυναικών από το 1966. Στην Ευρώπη διεξάγονται το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Ανδρών και το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Γυναικών από το 1993.

Γενικά το γυναικείο σόφτμπολ είναι πιο διαδεδομένο από το ανδρικό και θεωρείται το γυναικείο αντίστοιχο του μπέιζμπολ. Από το 1996 στην Ατλάντα ως το 2004 στην Αθήνα το σόφτμπολ γυναικών ταχείας ρίψης ήταν ολυμπιακό άθλημα. Όμως, αποφασίστηκε να αφαιρεθεί από τους αγώνες το 2012, όπως και το συγγενικό μπέιζμπολ.

Στην Ευρώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σόφτμπολ παίζεται σχεδόν σε κάθε χώρα στην Ευρώπη, κυρίως το ταχείας-ρίψης. Κάθε δύο χρόνια διοργανώνεται το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ταχείας-Ρίψης Γυναικών με πάνω από είκοσι εθνικές ομάδες. Η Ιταλία και η Ολλανδία είναι οι καλύτερες ομάδες, και οι δύο έχουν ένα σχεδόν επαγγελματικό πρωτάθλημα όπου αθλήτριες από τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και την Κίνα παίζουν. Στην κατηγορία των ανδρών οκτώ έως δέκα εθνικές ομάδες συναγωνίζονται για το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, με την Τσεχική Δημοκρατία, την Ολλανδία και τη Δανία να κατέχουν τα ηνία.

Στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα το άθλημα εποπτεύεται από την Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία Σόφτμπολ ή (ΕΦΟΣ), που ιδρύθηκε το 1997. Από το 2000 διοργανώνει το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Γυναικών και από το 2014 διοργανώνει και το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Σόφτμπολ Ανδρών.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τα Ολυμπιακά Αθλήματα, έκδ. ΥΠΕΠΘ, Αθήνα 2001, σελ. 100-102.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα