Συνθήκη του Κιέλου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νορβηγική Συντακτική Συνέλευση, 1814

Η Συνθήκη του Κιέλου (Δανικά: Kieltraktaten) ή Ειρήνη του Κιέλου (Σουηδικά και Νορβηγικά: Kielfreden ή freden i Kiel) συνήφθη μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας από τη μία πλευρά και του Βασιλείου της Δανίας και της Νορβηγίας από την άλλη στις 14 Ιανουαρίου 1814 στο Κίελο. Τερμάτισε τις εχθροπραξίες μεταξύ των δύο μερών στους συνεχιζόμενους Ναπολεόντειους Πολέμους, όπου το Ηνωμένο Βασίλειο και η Σουηδία ήταν μέρος του αντιγαλλικού στρατοπέδου (ο Έκτος Συνασπισμός) ενώ η Δανία – Νορβηγία ήταν σύμμαχος της Γαλλίας. .[1]

Ο Φρειδερίκος ΣΤ΄ της Δανίας προσχώρησε στην αντιγαλλική συμμαχία, παραχώρησε την Ελιγολάνδη στο Γεώργιο Γ΄ του Ηνωμένου Βασιλείου και παραχώρησε περαιτέρω το Βασίλειο της Νορβηγίας στον Κάρολο ΙΓ΄ της Σουηδίας με αντάλλαγμα τη Σουηδική Πομερανία. Από την ανταλλαγή εξαιρέθηκαν ειδικά οι νορβηγικές εξαρτήσεις Γροιλανδία, Ισλανδία και Νήσοι Φερόες, που παρέμειναν σε ένωση με τη Δανία. [2] (Η Νορβηγία θα αμφισβητούσε ανεπιτυχώς τις αξιώσεις της Δανίας για όλη τη Γροιλανδία στην Υπόθεση Ανατολικής Γροιλανδίας το 1931–33. [3]))

Ωστόσο δεν τέθηκαν σε ισχύ όλες οι προβλέψεις της Συνθήκης. Η Νορβηγία διακήρυξε την ανεξαρτησία της, υιοθέτησε ένα σύνταγμα και εξέλεξε τον Πρίγκιπα του Στέμματος Χριστιανό Φρειδερίκο ως βασιλιά της. Μετά από αυτό η Σουηδία αρνήθηκε να παραδώσει τη Σουηδική Πομερανία, που αντίθετα περιήλθε στην Πρωσία μετά το Συνέδριο της Βιέννης το 1815. Μετά από ένα σύντομο πόλεμο με τη Σουηδία η Νορβηγία δέχτηκε να συνάψει προσωπική ένωση με τη Σουηδία με τη Σύμβαση της Moς. Ο Βασιλιάς Χριστιανός Φρειδερίκος παραιτήθηκε μετά τη σύγκληση έκτακτης συνέλευσης, που αναθεώρησε το Σύνταγμα για να επιτρέψει την Ένωση, που ιδρύθηκε επίσημα όταν η Συνέλευση εξέλεξε τον Κάρολο ΙΓ΄ βασιλιά της Νορβηγίας στις 4 Νοεμβρίου 1814.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχή των Ναπολεόντειων Πολέμων η Δανία-Νορβηγία και το Βασιλείου της Σουηδίας προσπάθησαν να διατηρήσουν την ουδετερότητά τους [4], αλλά σύντομα συμμετείχαν στον πόλεμο, επιλέγοντας αντίθετα στρατόπεδα. Ο Σουηδός βασιλιάς Γουσταύος Δ΄ Αδόλφος συμμετείχε σε συμμαχία με το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας και τη Ρωσική Αυτοκρατορία εναντίον του Ναπολέοντα Βοναπάρτη το 1804 και κήρυξε πόλεμο στη Ναπολέοντα Γαλλία το 1805. Το Ηνωμένο Βασίλειο, που είχε κηρύξει πόλεμο στη Γαλλία το 1803, κατέβαλε επιχορηγήσεις στη Σουηδία. Πριν ο Γουσταύος Δ΄ Αδόλφος απομακρύνει τις δυνάμεις του από τη Σουηδική Πομερανία, μια επαρχία που επί μακρόν εποφθαλμιούσε η Πρωσία, διαπραγματεύτηκε μια συμφωνία ότι η τελευταία δεν θα της επιτεθεί. Η Δανία παρέμεινε ουδέτερη.

Το 1807 οι δυνάμεις του Ναπολέοντα κατέλαβαν τη Σουηδική Πομερανία και ανάγκασαν την Πρωσία και τη Ρωσία να υπογράψουν τη Συνθήκη του Τιλσίτ. [5] Ετσι η Ρωσία υποχρεώθηκε να επιτεθεί στους εχθρούς του Ναπολέοντα και, δεδομένου ότι ο Γουσταύος Δ΄ Αδόλφος αρνήθηκε να διαρρήξει τη συμμαχία του με το Ηνωμένο Βασίλειο, ο τσάρος εισέβαλε στη Φινλανδία και την απέκοψε από τη Σουηδία με το Φινλανδικό πόλεμο, 1808/1809. Η Σουηδία δεν μπορούσε πλέον να υποστηρίξει την αντιγαλλική εξωτερική πολιτική της και ο Γάλλος Στρατάρχης Ζαν Μπατίστ Μπερναντότ εξελέγη κληρονόμος του Σουηδικού θρόνου το 1810. Η Δανία-Νορβηγία μπήκε σε συμμαχία με τη Γαλλία μετά το δεύτερο βρετανικό βομβαρδισμό της Κοπεγχάγης το 1807. [6]

Το 1812 οι δυνάμεις του Ναπολέοντα αποδεκατίστηκαν στην αποτυχημένη προσπάθειά τους να υποτάξουν τη Ρωσία και ξεκίνησαν την υποχώρησή τους προς τα δυτικά. [7] Η Σουηδία συμμάχησε με τη Ρωσία στις 30 Αυγούστου 1812, με το Ηνωμένο Βασίλειο στις 3 Μαρτίου 1813 ,[8] και με την Πρωσία στις 22 Απριλίου 1813. [9] Προηγουμένως, στις 23 Μαρτίου 1813, είχε κηρύξει πόλεμο στο Ναπολέοντα. Ο όρος του Μπερναντότ για να προσχωρήσει στην αντιναπολεόντεια συμμαχία ήταν η απόκτηση της Νορβηγίας, την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ρωσία δέχτηκαν το Μάιο του 1813. Ωστόσο η Πρωσία δεν αναγνώρισε αυτή την αξίωση στην αρχή. Έτσι ο Μπερναντότ δίσταζε να μπει στον πόλεμο με όλες του τις δυνάμεις και συμμετείχε μόνο σε μια εκστρατεία εναντίον του Αμβούργου που στις 30 Ιουνίου ανακαταλήφθηκε από τις συμμαχικές Γαλλικές και Δανικές δυνάμεις. [10] Όταν η Πρωσία δέχτηκε τελικά τη σουηδική αξίωση για τη Νορβηγία στις 22 Ιουλίου, η Σουηδία προσχώρησε στη συμμαχία του Ράιχενμπαχ που συνήφθη μεταξύ Ρωσίας, Ηνωμένου Βασιλείου και Πρωσίας στις 14/15 Ιουνίου. Με τρεις στρατιές (τη Βόρεια, την Κεντρική και της Σιλεσίας, η Βόρεια υπό τη διοίκηση του Μπερναντότ) οι σύμμαχοι στη συνέχεια εκκαθάρισαν τη Βόρεια Γερμανία από τις Γαλλικές δυνάμεις. Η Δανία, που είχε διατηρήσει τη συμμαχία με το Ναπολέοντα λόγω της σουηδικής αξίωσης για τη Νορβηγία, απομονώθηκε και, λόγωτου πολέμου, χρεοκόπησε. [11]

Δανοβρετανική συνθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη συνθήκη μεταξύ του Βασιλείου της Δανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας διαπραγματεύτηκαν ο Δανός διπλωμάτης Εντμουντ Μπούρκε και ο Βρετανός πρέσβης στη Σουηδική αυλή Εντουαρντ Θόρντον. Αποτελείται από 14 άρθρα, στα οποία προστέθηκαν δύο ακόμη στις Βρυξέλλες στις 7 Απριλίου.

Με το άρθρο ΙΙΙ το Ηνωμένο Βασίλειο υποχρεώθηκε να επιστρέψει όλες τις Δανικές κτήσεις που κατείχε στο Δανό βασιλιά. Εξαιρέθηκε το νησί Ελιγολάνδη, όπου στο Βρετανό βασιλιάς παραχωρήθηκε «πλήρης και απεριόριστη κυριαρχία».

Με το άρθρο VI ο Δανός βασιλιάς προσχώρησε στην αντιναπολεόντεια συμμαχία και υποχρεώθηκε να διατηρήσει ένα στρατό 10.000 ανδρών που επρόκειτο να ενωθεί με τις Συμμαχικές δυνάμεις στη Βόρεια Γερμανία και να διοικείται επίσης από το Σουηδό πρίγκιπα του στέμματος. [12] Αυτό το Δανικό σώμα θα τύγχανε της ίδιας αντιμετώπισης με το αντίστοιχο Σουηδικό σώμα και ο Δανός βασιλιάς θα λάμβανε ετήσια 400.000 λίρες βρετανικών επιχορηγήσεων για τη συντήρηση και την πληρωμή του στρατού, που θα καταβάλλονταν σε μηνιαίες δόσεις, μόλις αυτός θα ετίθετο στην υπηρεσία των Συμμάχων.

Το άρθρο VIII αφορούσε την κατάργηση του δουλεμπορίου. Με το άρθρο Χ ο Βρετανός βασιλιάς υποσχέθηκε στο βασιλιά της Δανίας να διαπραγματευτεί περαιτέρω αποζημίωση για τις εδαφικές παραχωρήσεις της Δανίας στη Σουηδία εν αναμονή μιας τελικής ειρήνης. Με το άρθρο XIII επιβεβαιώθηκαν παλαιότερες Δανοβρετανικές συνθήκες.

Τα άρθρα που προστέθηκαν στις Βρυξέλλες αφορούσαν τις περιουσίες Δανών υπηκόων στις αποικίες ή στις παραχωρημένες περιοχές, που έπρεπε να παραμείνουν ανέπαφες από τους Βρετανούς για τα επόμενα τρία χρόνια, και την ίση μεταχείριση των Δανών, Βρετανών και υπηκόων του Αννόβερου, που δεν θα διώκωνταν λόγω της συμμετοχής τους στον πόλεμο σε διαφορετικές πλευρές, ούτε λόγω των πολιτικών ή θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.

Δανοσουηδική συνθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βέτερστεντ

Τη συνθήκη μεταξύ του Βασιλείου της Δανίας και του Βασιλείου της Σουηδίας διαπραγματεύτηκαν ο Δανός διπλωμάτης Εντμουντ Μπούρκε και ο Σουηδός πρέσβης Βαρόνος Γκούσταφ αφ Βέτερστεντ με βρετανική διαμεσολάβηση. Αποτελείται από 28 άρθρα και ένα ξεχωριστό. Με το άρθρο ΙΙΙ ο Δανός βασιλιάς υποσχέθηκε να ενταχθεί στη συμμαχία ενάντια στη Ναπολεόντεια Γαλλία [13] και, σε σχέση με τη Δανοβρετανική συνθήκη επιβεβαώσε την υποχρέωσή του να θέσει μέρος του στρατού του υπό Σουηδική διοίκηση. [14]

Με το άρθρο IV ο Δανός βασιλιάς, ο ίδιος και στο όνομα των διαδόχων του, "αμετάκλητα και για πάντα" παραιτήθηκε από το Βασίλειο της Νορβηγίας υπέρ του Σουηδού βασιλιά. Το Νορβηγικό βασίλειο ορίστηκε ως αποτελούμενο από τις επισκοπές του Κρίστιανσαντ, του Μπέργκεν, του Aκερσους (Όσλο) και του Τρόντχαϊμ, καθώς και των παράκτιων νησιών και των βόρειων περιοχών Νόρντλαντ και Φίνμαρκ στα ρωσικά σύνορα. Εξαιρέθηκαν η Γροιλανδία, η Ισλανδία και οι Νήσοι Φερόες. Οι Νορβηγοί υπήκοοι ελευθερώθηκαν από τις υποχρεώσεις τους έναντι του Δανού βασιλιά. Με το άρθρο VI το Σουηδικό στέμμα ανέλαβε τα χρέη και τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις της Νορβηγίας, που επρόκειτο να καθοριστούν από μια κοινή Δανοσουηδική επιτροπή.

Το άρθρο VII όριζε ότι η Σουηδική Πομερανία έπρεπε να παραδοθεί στη Δανία. Το άρθρο XV όριζε ότι οι Σουηδικές δυνάμεις θα καταλάβουν τα νορβηγικά φρούρια μόλις επικυρωθεί η συνθήκη και ότι θα εγκαταλείψουν τη Σουηδική Πομερανία όταν παραδοθούν τα νορβηγικά φρούρια Φρέντρικστεν, Φρέντρικσταντ, Κόνγκσβινγκερ και Aκερσους. [15] Με το άρθρο XIII ο Σουηδός βασιλιάς υποσχέθηκε στο βασιλιά της Δανίας να διαπραγματευτεί την πλήρη αποζημίωση για την παραχώρηση της Νορβηγίας σε προσεχή τελική ειρήνη και η παραχώρηση της Σουηδικής Πομερανίας περιγραφόταν ως «απόδειξη» αυτής της πρόθεσης.

Με το άρθρο XII ο βασιλιάς της Σουηδίας υποσχέθηκε να διατηρήσει το Νορβηγικό πανεπιστήμιο της Χριστιανίας και το Πανεπιστήμιο του Γκράιφσβαλντ της Πομερανίας, που επρόκειτο να περιέλθει στη Δανία σύμφωνα με το άρθρο VII, και επικύρωσε τις δωρεές που έγιναν πριν από την ανταλλαγή. Επίσης συμφωνήθηκε με το άρθρο ΧΧ οι υπήκοοι του Δανού βασιλιά να μπορούν να επιλέξουν μέσα στα επόμενα έξι χρόνια αν θα εγκατασταθούν τελικά στη Νορβηγία ή τη Δανία, όπου ακίνητα του βασιλείου που δεν θα γίνονταν μόνιμη κατοικία να πωλούνται μόνο σε κατοίκους αυτού. Αυτή η διάταξη θεσπίστηκε επίσης σε σχέση με τη Σουηδική Πομερανία. Με το άρθρο XVI συμφωνήθηκε οι γενικοί κυβερνήτες και όλοι οι αλλογενείς αξιωματούχοι των ανταλλασσόμενων περιοχών, εφόσον δεν αποφασίσουν να παραμείνουν, να απομακρυνθούν από τις θέσεις τους. Το άρθρο XXI υποχρέωσε τη Δανική διοίκηση να παραδώσει όλα τα πολιτικά και στρατιωτικά διοικητικά έγγραφα και αρχεία που αφορούσαν τη Νορβηγία. [16]

Το άρθρο XVII προέβλεπε την αμοιβαία ανταλλαγή όλων των αιχμαλώτων πολέμου. Σύμφωνα με το άρθρο XV τα συμμαχικά στρατεύματα έπρεπε να εγκαταλείψουν το Δανικό Δουκάτο του Σλέσβιχ, αλλά τους επιτράπηκε να παραμείνουν στο Γερμανικό ομοσπονδιακό Δουκάτο του Χολστάιν, που κυβερνιόταν από προσωπική ένωση Δανίας και Σλέσβιχ, για να συμμετάσχουν στην περικύκλωση του Αμβούργου. Με το άρθρο XXVII οι προγενέστερες Δανοσουηδικές συνθήκες επιβεβαιώθηκαν, εφόσον οι διατάξεις τους δεν έρχονταν σε σύγκρουση με τη συνθήκη του Κιέλου, δηλαδή οι Συνθήκες της Κοπεγχάγης (1660), της Στοκχόλμης (Ιούνιος 1720), του Φρέντερικσμπουργκ (Ιούλιος) 1720) και του Γένκεπιγκ. Ένα ξεχωριστό άρθρο αφορούσε τη διακοπή των εχθροπραξιών.

Επιπτώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προσωπική ένωση Σουηδίας και Νορβηγίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νορβηγική Συντακτική Συνέλευση στο Ειντσβολ, 1814.

Μαθαίνοντας τα νέα για τη συνθήκη, που έγινε γνωστή με προκήρυξη στα τέλη Ιανουαρίου και δημοσιεύτηκε στις νορβηγικές εφημερίδες λίγο αργότερα, οι Νορβηγοί θορυβήθηκαν και πολλοί καλούσαν στα όπλα, έχοντας νικήσει τους Σουηδούς μόλις πέντε χρόνια πριν, στον πόλεμο του 1809. Ουσιαστικά ένα κίνημα ανεξαρτησίας είχε ξεκινήσει ήδη από το 1810 και αυτό το κίνημα κέρδισε δυναμική στην κατάσταση αυτή. Ο Πρίγκιπας της Δανίας και της Νορβηγίας Χριστιανός Φρειδερίκος, αντιβασιλιάς της Νορβηγίας, χρησιμοποίησε αυτήν την ευκαιρία για να παρέμβει. Ανέλαβε τα ηνία του νορβηγικού κινήματος ανεξαρτησίας, πιθανότατα με τον κρυφό στόχο της επανένωσης με τη Δανία. Αυτό δεν ήταν προς το συμφέρον όλων των Νορβηγών. Στην πραγματικότητα οι ιδρυτές του κινήματος του 1810 ασκούσαν πιέσεις για μια ανεξάρτητη Νορβηγία. Η πρωτοβουλία του Χριστιανού Φρειδερίκου ήταν επιτυχής, εν μέρει λόγω της παράνομης υποστήριξης από το Δανικό στέμμα, αλλά και επειδή υποστηρίχθηκε από εξέχοντες και επιδραστικούς Νορβηγούς. Επεισαν τον Πρίγκιπα ότι δεν ήταν συνετό να διεκδικήσει το θρόνο ως κληρονομιά του. Αντ 'αυτού τον συμβούλευσαν να αναλάβει την αντιβασιλεία και να καλέσει σε εκλογή αντιπροσώπων για συντακτική συνέλευση. [17]

Στις 10 Απριλίου η εθνική συνέλευση συνεδρίασε στο Ειντσβολ για να αποφασίσει για ένα Σύνταγμα. Η Νορβηγία τελικά κήρυξε την ανεξαρτησία της στις 17 Μαΐου 1814, εκλέγοντας το Χριστιανό Φρειδερίκο ως Βασιλιά. (Η δεκάτη εβδομη Μαΐου είναι η "Syttende mai" ή Νορβηγική Ημέρα Συντάγματος, που γιορτάζεται από τους Νορβηγούς στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.) Αυτό πυροδότησε έναν σύντομο πόλεμο με τη Σουηδία, στον οποίο το οικονομικό πλεονέκτημα της Σουηδίας αποδείχθηκε αξεπέραστο. Ωστόσο όταν ξεκίνησαν οι συνομιλίες κατάπαυσης του πυρός ο Μπερναντότ έκανε μια σημαντική παραχώρηση - αποδέχθηκε το νεοσύστατο νορβηγικό σύνταγμα, ακυρώνοντας έτσι κάθε ισχυρισμό ότι η Νορβηγία θα αντιμετωπιζόταν ως απλή σουηδική επαρχία. Με τη Σύμβαση της Moς η Νορβηγία συμφώνησε να συνάψει μια προσωπική ένωση με τη Σουηδία. Αφού έκανε τις απαραίτητες τροποποιήσεις στο σύνταγμα το Νορβηγικό Storting στις 4 Νοεμβρίου εξέλεξε τον Κάρολο ΙΓ΄ της Σουηδίας ως Βασιλιά της Νορβηγίας, δημιουργώντας την ένωση μεταξύ Σουηδίας και Νορβηγίας.

Σουηδική Πομερανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περαιτέρω πληροφορίες: Συνέδριο της Βιέννης

Λόγω της άρνησης της Νορβηγίας να υπαχθεί στο Σουηδό βασιλιά Κάρολος ΙΓ΄ της Σουηδίας δεν παρέδωσε τη Σουηδική Πομερανία στο Φρειδερίκο ΣΤ΄ της Δανίας. [18] Το πρόβλημα λύθηκε στο Συνέδριο της Βιέννης, όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις ακολούθησαν ένα σχέδιο που είχε εκπονήσει ο Καρλ Αουγκουστ φον Χάρντενμπεργκ, πρωθυπουργός του Βασιλείου της Πρωσίας, που πρότεινε μια αλυσιδωτή ανταλλαγή εδαφών και αποζημιώσεων μεταξύ του Βασιλείου της Δανίας, του Βασιλείου του Αννόβερου (κυβερνώμενου από προσωπική ένωση με τη Μεγάλη Βρετανία και την Ιρλανδία), το Βασίλειο της Πρωσίας και το Βασίλειο της Σουηδίας.

Σύμφωνα με το σχέδιο του Χάρντενμπεργκ η Πρωσία παραχώρησε την Ανατολική Φρισία με το Εμντεν στο Αννόβερο και σε αντάλλαγμα έλαβε από το Αννόβερο το Δουκάτο του Λάουενμπουργκ. Αυτό το δουκάτο στη συνέχεια παραδόθηκε από την Πρωσία στη Δανία, μαζί με μια επιπλέον αποζημίωση 3,5 εκατομμυρίων τάληρων. Η Πρωσία ανέλαβε επίσης ένα της χρέος της Δανίας προς τη Σουηδία 600.000 τάληρων και συμφώνησε για μια επιπλέον αποζημίωση 2 εκατομμυρίων τάληρων πρς τη Σουηδία. Η Δανία και η Σουηδία με τη σειρά τους παραιτήθηκαν από τη =Σουηδική Πομερανία υπέρ της Πρωσίας. Ο Κάρολος ΧΙΙΙ της Σουηδίας στη συνέχεια απάλλαξε τους Πομερανούς υπηκόους του από τις υποχρεώσεις τους έναντι της Σουηδίας την 1η Οκτωβρίου 1815 και στις 23 Οκτωβρίου η επαρχία παραδόθηκε στον φον von Ινγκερσλέμπεν, πρόεδρο της Πρωσικής Πομερανίας.

Υπόθεση Ανατολικής Γροιλανδίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανατολική Γροιλανδία

Μεταξύ 1931 και 1933 η Νορβηγία αμφισβήτησε τη Δανική κατοχή όλης της Γροιλανδίας στο Μόνιμο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Ως το Δεκέμβριο του 2008 αυτή ήταν η μόνη περίπτωση όπου η κατοχή πολικού εδάφους κρίθηκε από διεθνές δικαστήριο.

Η νορβηγική πλευρά υποστήριξε ότι η Δανία δεν είχε δικαιώματα σε κανένα τμήμα του νησιού όπου δεν ασκούσε πραγματική κυριαρχία και με τη σειρά της στις 10 Ιουλίου 1931 ανακήρυξε στην ανατολική Γροιλανδία τη Νορβηγική Γη του Έρικ του Ερυθρού, που είχε καταλάβει τον προηγούμενο μήνα. [19] Ωστόσο στις 5 Απριλίου 1933 το δικαστήριο έκρινε ότι, βάσει της Συνθήκης του Κιέλου και των μεταγενέστερων συνθηκών, η Δανία ήταν κυρίαρχη σε ολόκληρη τη Γροιλανδία. [19][20]

Εσωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Schäfer (2002), p. 137
  2. Dörr (2004), p. 103
  3. Cavell (2008), pp. 433ff
  4. Olesen (2008), p. 285
  5. Olesen (2008), p. 287
  6. Olesen (2008), p. 289
  7. Büsch (1992), p. 39
  8. Ghillany, Friedrich Wilhelm; Beck, C. H. (1855). Diplomatisches Handbuch: Sammlung der wichtigsten europaeischen Friedensschluesse, Congressacten und sonstigen Staatsurkunden, vom westphaelischen Frieden bis auf die neueste Zeit [Diplomatic Handbook: Collection of the Most Important European Peace Conventions, Congress Acts and Other State Certificates, from the Westphalia Peace to the Modern Period] (στα German). 2. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  9. Büsch (1992), p. 60
  10. Büsch (1992), p. 61
  11. Cranshaw (2007), p. 22
  12. Jenssen-Tusch (1852), p. 169
  13. Jenssen-Tusch (1852), pp. 165–166
  14. Jenssen-Tusch (1852), p. 166
  15. Jenssen-Tusch (1852), p. 167
  16. Jenssen-Tusch (1852), p. 168
  17. Gosse, Edmund William (1911). "Sweden s.v. Union with Norway" . In Chisholm, Hugh (ed.). Encyclopædia Britannica (11th ed.). vol 26 p. 210.
  18. Büsch (1992), p. 104
  19. 19,0 19,1 Cavell (2008), p. 434
  20. Dörr (2004), pp. 103ff