Συνένζυμο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συνένζυμα (αγγλ. Synzymes)[1] είναι ενώσεις που έχουν δυνατότητες να παίξουν ρόλο καταλύτη σε μία αντίδραση. Ο όρος ουσιαστικά σημαίνει συνθετικό ένζυμο.[2]

Αποτελούνται συνήθως από οργανικά μόρια (αμίνες ή οξέα) τα οποία δύνανται να καταλύσουν με ένα συγκεκριμένο, τυπικά μάλλον περίπλοκο τρόπο πολλούς τύπους αντιδράσεων, βιοχημικής συνήθως φύσεως. Όπως και τα ένζυμα, τα συνένζυμα μπορούν να ελέγξουν συγκεκριμένες μεταβατικές καταστάσεις σε μία αντίδραση και ακολουθούν τυπικά την κινητική κατά Michaelis-Menten.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα ενώσεων που δρουν ως συνένζυμα, είναι λ.χ., οι κυκλοδεξτρίνες (με δομή εξωτερική υδρόφιλη και εσωτερική υδρόφοβη), η πυροφωσφορική διαμίνη, η βιοτίνη, και η φωσφορική πυριδοξάλη.[3]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. J. M. Berg; J. L. Tymoczko; G. J. Gatto; L. Stryer (2015). Βιοχημεία. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. σελ. 451. [νεκρός σύνδεσμος]
  2. Wiseman A (1993). «Designer enzyme and cell applications in industry and in environmental monitoring». J Chem Technol Biotechnol 56 (1): 3–13. PMID 7763363. 
  3. J. M. Berg; J. L. Tymoczko; G. J. Gatto; L. Stryer (2015). Βιοχημεία. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. σελ. 226. [νεκρός σύνδεσμος]