Ρωμαίοι σφετεριστές

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Οι Ρωμαίοι σφετεριστές ήταν άτομα ή ομάδες ατόμων, που απέκτησαν ή προσπάθησαν να αποκτήσουν εξουσία με τη βία και χωρίς νόμιμη εξουσία. Ο σφετερισμός ήταν ενδημικός κατά τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική εποχή, ιδιαίτερα από την κρίση του 3ου αι. και μετά, όταν η πολιτική αστάθεια έγινε ο κανόνας.

Η πρώτη δυναστεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η Ιουλιο-Κλαυδιανή (27 π.Χ. – 68 μ.Χ.), δικαιολόγησε την κατοχή τού αυτοκρατορικού θρόνου με οικογενειακούς δεσμούς, δηλαδή με τη σύνδεση (αν και μόνο μέσω υιοθεσίας) με τον Αύγουστο, τον πρώτο αυτοκράτορα. Τελικά, οι συγκρούσεις εντός της οικογένειας των Ιουλιο-Κλαυδίων προκάλεσαν μία σειρά δολοφονιών, που οδήγησαν στην κατάρρευση της γραμμής διαδοχής. Ο Νέρων απεβίωσε έχοντας την ιδιότητα τού εχθρού τού λαού και μετά την αυτοκτονία του, ξεκίνησε ένας σύντομος εμφύλιος πόλεμος, γνωστός ως έτος των Τεσσάρων Αυτοκρατόρων. Η δυναστεία των Φλαβίων ξεκίνησε με τον Βεσπασιανό, για να τελειώσει με τη δολοφονία τού δεύτερου γιου του, Δομιτιανού. Ο 2ος αι. ήταν μία περίοδος σχετικής ειρήνης, που σημαδεύτηκε από την κυριαρχία των λεγόμενων Πέντε Καλών Αυτοκρατόρων, αλλά ο επόμενος αιώνας θα χαρακτηριζόταν από ενδημική πολιτική αστάθεια, έναν από τους παράγοντες που τελικά συνέβαλαν στην πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Αστάθεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κόμμοδος, ο τελευταίος αυτοκράτορας της δυναστείας των Αντωνίνων, έμεινε στη μνήμη των σύγχρονων χρονικών ως ένας αντιδημοφιλής ηγεμόνας, διαβόητος για την υπερβολή και τη σκληρότητά του και δολοφονήθηκε το 192. Χωρίς να υπάρχουν γιοί του ως κληρονόμοι του, ένας αγώνας για την εξουσία ξεκίνησε αμέσως μεταξύ των κυβερνητών των σημαντικότερων επαρχιών. Ο Περτίναξ περιβλήθηκε την πορφύρα και αναγνωρίστηκε από τους ομοτίμους του, αλλά μετά τη δολοφονία του από μία ανήσυχη πραιτωριανή φρουρά, ο Σεπτίμιος Σεβήρος αποφάσισε να κάνει την προσπάθειά του για εξουσία και σφετερίστηκε τον θρόνο. Αν και αρχικά σφετεριστής, ο Σεβήρος κατάφερε να παραμείνει στην εξουσία για τα επόμενα 18 χρόνια και απεβίωσε με φυσικό θάνατο, ενώ εκστράτευε στη βόρεια Βρετανία. Το τέλος του Σεβήρου Αλεξάνδρου, του τελευταίου αυτοκράτορα της δυναστείας των Σεβήρων, το 235, πυροδότησε αυτό που οι ιστορικοί αποκαλούν Κρίση του 3ου αι.. Από το 235 έως την άνοδο τού Διοκλητιανού και την ίδρυση της Τετραρχίας το 286, η Ρώμη είδε 28 αυτοκράτορες, μόνο δύο από τους οποίους είχαν φυσικό θάνατο (από την πανώλη). Ωστόσο, υπήρχαν επίσης 38 σφετεριστές, που ήγειραν εξεγέρσεις σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, σαφές σημείο ότι η ασφάλεια των συνόρων δεν ήταν το μόνο πρόβλημα στον ρωμαϊκό κόσμο. Οι απόπειρες σφετερισμού ήταν μία διαρκής ανησυχία για τους αυτοκράτορες σε αυτήν την περίοδο, καθώς ήταν μία πολύ συνηθισμένη μέθοδος προσχώρησης στο θρόνο. Οι επιτυχημένοι σφετεριστές ήταν συνήθως κυβερνήτες επαρχιών, διοικητές μίας μεγάλης ομάδας ρωμαϊκών λεγεώνων ή έπαρχοι της πραιτωριανής φρουράς, που είχε τον έλεγχο της Ρώμης, όπου βρισκόταν ακόμη το αυτοκρατορικό παλάτι.

Ο κίνδυνος του σφετερισμού ήταν μεγαλύτερος μετά το τέλος ενός αυτοκράτορα, όταν ο διάδοχός του δεν γινόταν αποδεκτός από όλες τις επαρχίες. Συνήθως, οι λεγεώνες επευφημούσαν τον δικό τους διοικητή ως αυτοκράτορα, με την είδηση της προσχώρησης ενός λιγότερο δημοφιλούς άνδρα. Ο καταξιωμένος αυτοκράτορας, συνήθως επαρχιακός κυβερνήτης, βάδιζε τότε προς την Ιταλία ή όπου βρισκόταν ο αντίπαλος, για να διεκδικήσει την πορφύρα. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι λεγεωνάριοι αντιπαθούσαν να πολεμούν εναντίον των αδελφών τους με τα όπλα, σπάνια γίνοντο μάχες μεταξύ λεγεώνων. Δύο βασικοί παράγοντες αποφάσιζαν την επιτυχία μίας απόπειρας σφετερισμού: η πίστη των λεγεωνάριων, που εξαρτιόνταν σε μεγάλο βαθμό από το ποσό της λείας ή τα χρηματικά έπαθλα που τους υποσχέθηκαν στη νίκη, και η εμπιστοσύνη των στρατιωτικών ικανοτήτων τού διοικητή, από την οποία εξαρτιόταν το ηθικό. Η αποτυχία κάποιου από τα δύο μέρη να εκπληρώσει ένα ή δύο από τα κριτήρια, συνήθως είχε ως αποτέλεσμα μία ανταρσία και τον θάνατο τού διοικητή από τα χέρια των δικών τους στρατιωτών. Δεδομένου ότι οι αυτοκράτορες είχαν το status quo και την πολιτική αξιοπιστία πίσω τους, ο σφετεριστής έπρεπε να είναι ένας χαρισματικός άνθρωπος, για να αποφύγει αμφιβολίες στις τάξεις των στρατιωτών του και έναν πρόωρο θάνατο. Ο Βαλεριανός Α', ο οποίος νίκησε τον Αιμιλιανό που ήταν σφετεριστής, είναι ένα παράδειγμα αυτού τού είδους. Άλλοι σφετεριστές, όπως ο Φίλιππος ο Άραβας, γινόταν αυτοκράτορες με μία προγραμματισμένη δολοφονία, που στόχευε έναν καθιερωμένο κυρίαρχο (στην περίπτωση αυτή, τον Γόρδιο Γ΄).

Όσο επιτυχημένη και αν ήταν, η διαδικασία του σφετερισμού άφηνε πάντα τον νέο αυτοκράτορα σε μία κάπως εύθραυστη πολιτική θέση, αφού ο θρόνος είχε επιτευχθεί με βίαια μέσα. Ο κίνδυνος ενός άλλου σφετεριστή ήταν πάντα παρών και αναπόφευκτα, τα πρώτα μέτρα που λαμβάνοντο, ήταν να τεθούν έμπιστοι άνθρωποι σε σημαντικές θέσεις. Συχνά, ο αυτοκράτορας κοσμούσε την καταγωγή και την πρώιμη ζωή του, για να ενισχύσει την αξιοπιστία του ή το δικαίωμα στον θρόνο. Οι αναφορές για θολές γενεαλογικές σχέσεις με προηγούμενους λαοφιλείς αυτοκράτορες ήταν συχνές και σίγουρα προκαλούσσν σύγχυση στους ιστορικούς. Ωστόσο επάνω από όλα, ο σφετεριστής έκανε ελιγμούς, για να κρατήσει τις λεγεώνες του ευτυχισμένες, αφού όφειλε τη δύναμή του στη συνεχιζόμενη πίστη τους.

Πρακτικά αποτελέσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μανία του σφετερισμού του 3ου αι. είχε βαθιές επιπτώσεις στη γραφειοκρατική και στρατιωτική οργάνωση της αυτοκρατορίας. Ο φόβος για πιθανούς αντιπάλους θα ήταν η κύρια κινητήρια δύναμη για την εξέλιξη του ρωμαϊκού κόσμου από την πρώιμη προς την ύστερη αυτοκρατορία.

Μία από τις πιο εντυπωσιακές αλλαγές ήταν η διαίρεση και ως εκ τούτου ο πολλαπλασιασμός των ρωμαϊκών επαρχιών. Οι επαρχίες διοικούντο από έναν κυβερνήτη, είτε ήταν ανθύπατος, προπραίτωρ ή προκουράτωρ, και τους αποδιδόταν ένας ορισμένος αριθμός λεγεώνων, ανάλογα με το βαθμό ειρήνης που απαιτούσαν. Έτσι, οι κυβερνήτες, για παράδειγμα, της Μοισίας ή της Παννονίας στα παραδουνάβια σύνορα είχαν τεράστια στρατιωτικά σώματα στα χέρια τους. Όσο μεγαλύτερος ήταν ο αριθμός των λεγεώνων που διέθετε ένας επαρχιακός κυβερνήτης, τόσο μεγαλύτερος ήταν ο πειρασμός να υποβάλει προσφορά για τον θρόνο. Και πράγματι, οι περισσότερες απόπειρες σφετερισμού προέρχονταν από την ασιατική επαρχία της Συρίας και τις επαρχίες του Ρήνου και του Δούναβη, συνοριακές επαρχίες με μεγάλη στρατιωτική παρουσία. Έτσι, οι επαρχίες χωρίστηκαν σιγά-σιγά σε μικρότερες μονάδες, για να αποφευχθεί η συγκέντρωση της δύναμης και της στρατιωτικής ικανότητας στα χέρια ενός ανθρώπου. Η Συρία είναι ένα τέλειο παράδειγμα: μία ενιαία επαρχία το 14 μ.Χ., ήταν στα μέσα του 3ου αι. χωρισμένη σε τέσσερις διαφορετικές διοικητικές περιοχές: Tρεις Δακίες, Καππαδοκία, Συρία Κοίλη και Συρία Παλαιστίνη. Ομοίως, η Μοισία και η Παννονία χωρίστηκαν σε Άνω και Κάτω μισά (Superior και Inferior). Η Δαρδανία αργότερα χωρίστηκε από τη Μοισία και η Παννονία διαιρέθηκε περαιτέρω σε Πρώτη, Βαλερία, Σαβία και Δευτέρα (Prima, Valeria, Savia και Secunda).

Καθώς ο φόβος του εμφυλίου πολέμου αυξανόταν, ο αυτοκράτορας ένιωθε την ανάγκη λεγεώνων μόνιμα κοντά του. για να αναπτυχθούν ενάντια σε πιθανές εσωτερικές απειλές. Αυτό προκάλεσε τη γεωγραφική διαίρεση του στρατού σε λεγεώνες των συνόρων (limitanei), που παρέμεναν στα σύνορα, και σε λεγεώνες συνοδείας (comitatensis), που βρίσκοντο σε στρατηγικά σημεία εντός της αυτοκρατορίας. Η Λεγεών II Παρθική, η οποίο βρισκόταν σε φρουρά στα βουνά Άλμπαν έξω από τη Ρώμη από την εποχή του Σεπτίμιου Σεβήρου, ήταν μεταξύ των πρώτων λεγεώνων συνοδείας που δημιουργήθηκαν.

Οι άνδρες έπρεπε να απομακρυνθούν από τις συνοριακές φρουρές, για να δημιουργηθούν οι εσωτερικές λεγεώνες. Ένας μικρότερος αριθμός συνοριακών λεγεώνων σήμαινε λιγότερο ασφαλή σύνορα και τελικά, οι επιδρομές από τις γερμανικές και γοτθικές φυλές κατά του Ρήνου και του Δούναβη έγιναν πιο συχνές. Στην Ανατολή, η Περσική Αυτοκρατορία έγινε πιο τολμηρή στις επιθέσεις της στις ρωμαϊκές κοινότητες. Επιπλέον, δεδομένου ότι η ατομική πρωτοβουλία ήταν ένας κοινός τρόπος για την ανάληψη της αυτοκρατορικής πορφύρας, η παροχή σημαντικών εντολών σε ικανούς στρατηγούς δημιουργούσε προβλήματα. Η ζήλια και ο φόβος συχνά εμπόδιζαν την παρουσία τού κατάλληλου ανθρώπου, για να αντιμετωπίσει μία συγκεκριμένη απειλή, και έτσι οι περιθωριακές επαρχίες δέχονταν συχνά επιδρομές, λεηλασίες ή κατακτήσεις.

Εκτίμηση σφετεριστών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μόνοι σφετεριστές των οποίων η πρώιμη ζωή και οι συγκεκριμένες συνθήκες εξέγερσης είναι γνωστές με αρκετή βεβαιότητα, είναι αυτοί που θα γίνοντο αυτοκράτορες. Οι ανεπιτυχείς απόπειρες σφετερισμού αναπόφευκτα τελείωναν με την εκτέλεση, τη δολοφονία ή την αυτοκτονία τού επαναστάτη και την επακόλουθη διαγραφή της ζωής του από όλα τα αρχεία. Αυτό συχνά προκαλεί σύγχυση στις σύγχρονες πηγές, που είναι αντιφατικές στις λεπτομέρειες μίας συγκεκριμένης εξέγερσης. Για παράδειγμα, ο σφετεριστής Ουράνιος τοποθετείται από μερικούς στη βασιλεία του Ελαγάβαλου και από άλλους στην εποχή του Γαλλιηνού.

Κάθε νέος αυτοκράτορας, είτε νόμιμος είτε παράνομος, σηματοδοτούσε την αρχή της εξουσχίας του κόβοντας νέα νομίσματα, τόσο για να έχει το κύρος να δηλώνει τον εαυτό του ως Αύγουστο, όσο και για να πληρώνει το μερίδιο των πιστών στρατιωτών του. Έτσι η κοπή νομισμάτων είναι συχνά η μόνη απόδειξη ενός σαφούς σφετερισμού, αλλά ο αριθμός των νομισμάτων με τις διαφορετικές μορφές των σφετεριστών μπορεί να μην είναι ίσος με τον συνολικό αριθμό των σφετερισμών: η παρουσία των εγκαταστάσεων κοπής σίγουρα επέτρεπε στους βραχύβιους σφετεριστές να κόψουν τα νομίσματά τους, αλλά από την άλλη πλευρά ένας άνδρας ικανός να συντηρήσει μία εξέγερση για μερικούς μήνες σε μία απομακρυσμένη περιοχή, μπορεί να αποτύγχανε να παράγει τα δικά του νομίσματα, λόγω έλλειψης πρόσβασης στα όργανα της τεχνολογίας κοπής.

Η μεταγενέστερη αξιολόγηση των σφετερισμών έδειξε, ότι ορισμένοι είναι αμφισβητήσιμοι ή ακόμη και πλασματικοί. Ο Γαλλιηνός ήταν ο αυτοκράτορας που υπέστη τον μεγαλύτερο αριθμό σφετερισμών, με ρεκόρ 14 προσπαθειών (εξαιρουμένης της απόσχισης της Γαλατικής αυτοκρατορίας) σε 15 χρόνια διακυβέρνησης. Ωστόσο, τρεις από αυτούς τους σφετερισμούς είναι σαφώς κατασκευασμένες, είτε της εποχής για να δείξουν το αήττητο του αυτοκράτορα, είτε προστέθηκαν από μεταγενέστερους συγγραφείς για να εξωραΐσουν τη δική τους πεζογραφία.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]