Ριζιέρα Ντι Σαν Σάμπα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το Ολοκαύτωμα (Φάσεις)
Ριζιέρα ντι Σαν Σάμπα: Το κτήριο που στεγαζόταν το κρεματόριο

Με την ονομασία Ριζιέρα ντι Σαν Σάμπα (ιταλ. Risiera di San Sabba) φέρεται παλαιό εργοστάσιο αποφλοίωσης ρυζιού στα περίχωρα της Τεργέστης, το οποίο οι Γερμανοί Ναζί μετέτρεψαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Σήμερα το σύμπλεγμα κτισμάτων έχει μετατραπεί σε μουσείο.

Ίδρυση, λειτουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σύμπλεγμα κτισμάτων κατασκευάστηκε το 1913 με στόχο να χρησιμοποιηθεί ως εγκατάσταση αποφλοίωσης ρυζιού (εξ ου και η ονομασία Risiera).[1] Όταν το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι κατέρρευσε στην Ιταλία και ο βασιλιάς Βιττόριο Εμμανουέλε ΙΙ ζήτησε ανακωχή με τους Συμμάχους (8 Σεπτεμβρίου 1943), οι Γερμανοί κατέλαβαν ολόκληρη την Ιταλική χερσόνησο και εγκατέστησαν ένα καθεστώς - φάντασμα, την αποκαλούμενη "Δημοκρατία του Σαλό" (Repubblica di Salò), η οποία είχε δικαιοδοσία στις περιφέρειες Βενέτσια - Τζιούλια, Άνω Ιστρία και Φρίουλι υπό την επωνυμία "Litorale Adriatico" (γερμ. Adriatisches Kustenland). Στις περιοχές αυτές υπήρχαν αρκετοί Ιταλοί αλλά και 200.000 Σλοβένοι. Οι Γερμανοί αποφάσισαν να μετατρέψουν το σύμπλεγμα της "Ριζιέρα" σε φυλακή εγκλεισμού των Ιταλών στρατιωτών που συνελάμβαναν στα πλαίσια της κατάληψης της Ιταλίας, ονομάζοντάς το "Stalag 339".[2]

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους μετατράπηκε σε στρατόπεδο κράτησης υπό τη δικαιοδοσία της (γερμανικής) Αστυνομίας (Polizeihaftlager) για να χρησιμεύσει ως διαμετακομιστικός σταθμός των κρατουμένων που επρόκειτο να μεταφερθούν στη Γερμανία ή στην Πολωνία. Κάποια από τα κτήριά του χρησίμευσαν ως αποθήκες των κατασχομένων προσωπικών αντικειμένων των κρατουμένων, ενώ άλλα χρησίμευσαν για τον εγκλεισμό και την εκτέλεση Ιταλών παρτιζάνων, ομήρων, πολιτικών κρατουμένων και Εβραίων.[3] Το ξηραντήριο του εργοστασίου μετατράπηκε σε κρεματόριο για την αποτέφρωση των πτωμάτων, καθώς διέθετε ήδη καμινάδα ύψους 40 μέτρων, από τον Έρβιν Λάμπερτ (Erwin Lambert), τον ειδικό επί των κατασκευών του Προγράμματος Ευθανασίας Τ-4 - ο ίδιος είχε κατασκευάσει τους θαλάμους αερίων στο Σομπιμπόρ και την Τρεμπλίνκα. Το κρεματόριο "εγκαινιάσθηκε" στις 4 Απριλίου 1944 με την αποτέφρωση 70 πτωμάτων ομήρων που είχαν εκτελεστεί στο πολύγωνο του προαστίου Οπιτσίνα (Opicina) της Τεργέστης την προηγούμενη ημέρα.[4] Χρησιμοποιήθηκε με αυτό τον τρόπο ως τις 29 Απριλίου 1945, οπότε οι Γερμανοί, υποχωρώντας, ανατίναξαν τόσο το κτήριο που στέγαζε το κρεματόριο όσο και την καμινάδα του, στην προσπάθεια απόκρυψης των εγκλημάτων τους.

Το κεντρικό κτίσμα, με έξι ορόφους, "οργανώθηκε" από τους Ναζί για να στεγάσει τόσο το προσωπικό του στρατοπέδου όσο και κρατουμένους: Κάποια από τα παράθυρα του κτηρίου κτίστηκαν με τούβλα, δημιουργήθηκαν αποθηκευτικοί χώροι αλλά και αρκετά "μικρά κελιά", στα οποία εγκλείονταν κρατούμενοι ανά εξάδες. Στην πρώτη αίθουσα του ισογείου υπήρχε το λεγόμενο "κελί θανάτου", στο οποίο κρατούνταν οι μελλοθάνατοι. Άλλοι χώροι μετατράπηκαν σε εργαστήρια για την επισκευή του ιματισμού και των υποδημάτων του προσωπικού αλλά και των πέριξ στρατευμάτων. Το κτίσμα που σήμερα έχει μετατραπεί σε παρεκκλήσιο χρησιμοποιήθηκε ως γκαράζ για τα οχήματα (συμπεριλαμβανομένων και των μαύρων "gas vans", των οποίων οι εξατμίσεις οδηγούνταν στο εσωτερικό τους). Το μικρό κτίσμα που βρισκόταν πιο μακριά από τα υπόλοιπα στέγαζε το Διοικητή και τη φρουρά του. Τα "γραφεία" του στρατοπέδου στεγάζονταν στο μικρό τριώροφο κτήριο στα αριστερά, στο οποίο παράλληλα στεγάζονταν οι Ουκρανίδες φύλακες.

Το παράπλευρο τετραώροφο κτίσμα μετατράπηκε σε φυλακή πολιτικών κρατουμένων, αιχμαλώτων πολέμου και Εβραίων. Οι κρατούμενοι αυτοί προορίζονταν για μεταγωγή (οι κύριες μεταγωγές από το Σαν Σάμπα ήταν προς Άουσβιτς, Νταχάου και Μαουτχάουζεν). Για την εκτέλεση των κρατουμένων δεν κατασκευάστηκε σταθερός θάλαμος αερίων - χρησιμοποιήθηκαν οι αυτοκινούμενοι θάλαμοι (γνωστοί ως "gas vans"), αλλά κυρίως χρησιμοποιούνταν πυροβόλα όπλα και γκλομπ, με τα οποία κτυπούσαν το θύμα στη βάση του κρανίου. Σε μερικές περιπτώσεις αναφέρεται ότι καθώς ένα τέτοιο κτύπημα δεν ήταν πάντα μοιραίο, κάποιοι κρατούμενοι κατέληγαν στο αποτεφρωτήριο ζωντανοί.[5]

Οι δραστηριότητες που σχετίζονταν με την αστυνόμευση, την πολιτική και φυλετική καταστολή και τις επιχειρήσεις εναντίον των παρτιζάνων τελούσαν υπό την επίβλεψη του Hohere SS und Polizeifuhrer Adriatisches Kustenland Οντίλο Γκλομπότσνικ (ο οποίος ήταν γεννημένος στην Τεργέστη το 1904). Αυτός ήταν επιφορτισμένος, από τον Χάινριχ Χίμλερ, να επιβλέψει τη μαζική εξόντωση των Πολωνοεβραίων που μετάχθηκαν εκεί όταν "ολοκληρώθηκε" η Επιχείρηση Ράινχαρντ και τα στρατόπεδα θανάτου της Πολωνίας διαλύθηκαν. Για το σκοπό αυτό ο Γκλομπότσνικ έφερε στο Σαν Σάμπα αρκετούς από τους έμπειρους δολοφόνους που είχαν υπηρετήσει στο Μπέλζεκ, το Σομπιμπόρ και την Τρεμπλίνκα. Είχε προηγηθεί, σχεδόν με το άνοιγμα του στρατοπέδου, η έλευση του Κρίστιαν Βιρτ, που ήταν το δεξί χέρι του Γκλομπότσνικ, ο οποίος έφερε εκεί και προσωπικό από τα κέντρα ευθανασίας του προγράμματος Τ-4, το οποίο επισήμως είχε τερματιστεί. Ο Βιρτ ανέλαβε τη διοίκηση του "Einsatzkommando", το οποίο διαίρεσε σε τρεις τομείς: R1 για την Τεργέστη, R2 για το Ούντινε και R3 για το Φιούμε. Ο Βιρτ σκοτώθηκε σε ενέδρα των παρτιζάνων στην περιοχή Κόζινα Ίστρια (Kozina Istria) στις 26 Μαϊου 1944. Τον αντικατέστησε ο Άουγκουστ Ντίτριχ Άλερς (August Dietrich Allers) με βοηθό του και διοικητή του Σαν Σάμπα τον Γιόζεφ Ομπερχόιζερ (Josef Oberhauser).

Ο Επίσκοπος της Τεργέστης Σεβασμιότατος Σαντίν (Santin) προσπάθησε πολλές φορές να παρέμβει στις γερμανικές αρχές σχετικά με Εβραίους που είχαν νυμφευθεί καθολικές συζύγους. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι παρεμβάσεις του ήταν επιτυχείς (ο Gianni Stuparich και η οικογένειά του απελευθερώθηκαν), στις περισσότερες όμως οι παρεμβάσεις του αγνοήθηκαν. Συνολικά υπολογίζεται ότι στο Σαν Σάμπα θανατώθηκαν περίπου 3.000 κρατούμενοι, ενώ χιλιάδες άλλοι μεταφέρθηκαν από εκεί σε άλλα στρατόπεδα εξόντωσης.

Μετά τον Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ναζί αποχώρησαν από εκεί στα τέλη Απριλίου 1945. Ο χώρος μετατράπηκε σε μουσείο αλλά, έστω και καθυστερημένα, όσοι από το προσωπικό είχαν επιζήσει προσάχθηκαν σε δίκη στην Τεργέστη το 1976. Ο ζυθοποιός του Μονάχου Γιόζεφ Ομπερχόιζερ και ο δικηγόρος του Αμβούργου ήταν ανάμεσα στους κατηγορουμένους, αν και δικάσθηκαν ερήμην: Ο Άλερς είχε πεθάνει ένα χρόνο νωρίτερα (Μάρτιος 1975) ενώ ο Ομπερχόιζερ συνέχισε τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, καθώς η Ιταλική κυβέρνηση δε ζήτησε την έκδοσή του: Σύμφωνα με τη διμερή συνθήκη ανάμεσα στις δύο χώρες, δεν καλύπτεται η έκδοση για εγκλήματα που διαπράχθηκαν προ του 1948. Ο Ομπερχόιζερ καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, ποινή που βέβαια δεν εξέτισε, καθώς απεβίωσε στην πατρίδα του στις 22 Νοεμβρίου 1979. Πολλοί εξέφρασαν την άποψη ότι η δίκη ήταν παρωδία, καθώς κανείς από τους κατηγορουμένους δεν ήταν παρών και οι ποινές επιβλήθηκαν απλά για να επιβληθούν. Ωστόσο, ο Σιμόν Βίζενταλ, ένας από τους πλέον ακούραστους κυνηγούς των ναζιστών εγκληματιών πολέμου, δήλωσε: "Δεν είναι μόνον η ανάγκη για την απονομή δικαιοσύνης, είναι και θέμα ιστορικής μόρφωσης: Με τον τρόπο αυτό δείχνεται στις επερχόμενες γενεές ότι αυτά τα εγκλήματα δε λησμονούνται και οποιοσδήποτε θελήσει να εκκινήσει κίνημα παρόμοιο με το ναζιστικό, οφείλει να γνωρίζει ότι το δίκαιο πάντα θα επικρατήσει. Ακόμη και αν οι τροχοί της δικαιοσύνης περιστρέφονται αργά."

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συντεταγμένες: 45°37′26.09″N 13°47′22.10″E / 45.6239139°N 13.7894722°E / 45.6239139; 13.7894722