Ρασομόν (ταινία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ρασομόν
羅生門
Rashomon poster 2.jpg
Αυθεντική ιαπωνική κινηματογραφική αφίσα, από επανακυκλοφορία του έργου, το 1962.
Σκηνοθεσία Ακίρα Κουροσάβα
Παραγωγή Μινόρου Τζίνγκο
Σενάριο Ακίρα Κουροσάβα
Σινόμπου Χασιμότο
Βασισμένο σε διήγημα του Ρυουνοσούκε Ακουταγκάβα, ονόματι Yabu no Naka
Πρωταγωνιστές
Μουσική Φούμιο Χαγιασάκα
Φωτογραφία Καζούο Μιγιαγκάβα
Μοντάζ Ακίρα Κουροσάβα
Εταιρεία παραγωγής Daiei Film
Διανομή Daiei Film
Πρώτη προβολή 25 Αυγούστου 1950
Διάρκεια 88 λεπτά
Προέλευση Ιαπωνία
Γλώσσα ιαπωνικά
Προϋπολογισμός $250,000
δεδομέναπ  σ  ε )

To Ρασομόν (πρωτότυπος τίτλος: 羅生門, Χέπμπορν: Rashōmon) είναι μία ιαπωνική Jidaigeki ταινία του 1950, σε σκηνοθεσία Ακίρα Κουροσάβα. Το σενάριο γράφτηκε από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, σε συνεργασία με τον Σινόμπου Χασιμότο. Αν και η ταινία πήρε τον τίτλο της από το διήγημα Ρασομόν, του Ρυουνοσούκε Ακουταγκάβα, το σενάριο βασίστηκε σε ένα άλλο διήγημα του Ακουταγκάβα, το Yabu no Naka. Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Τοσίρο Μιφούνε, Τακάσι Σιμούρα, Ματσίκο Κίο και Μασαγιούκι Μόρι.[1]

Η πλοκή της ταινίας τοποθετείται στο 15ο αιώνα, στην Ιαπωνία, όπου ένας ληστής, ακινητοποιεί έναν σαμουράι, για χάρη της όμορφης γυναίκας του, την οποία θέλει να κάνει δική του. Ο σύζυγος τελικά βρίσκεται νεκρός, κι από εκεί κι έπειτα η ταινία αφηγείται τέσσερις διαφορετικές και αντικρουόμενες ιστορίες, για το πώς εξελίχθηκε και κατέληξε το όλο συμβάν. Η ταινία πρωτοκυκλοφόρησε στους κινηματογράφου, στις 25 Αυγούστου του 1950, με τους Ιάπωνες κριτικούς να την περιφρονούν.

Ωστόσο, η ταινία κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα, το 1951, κι συνέβαλε στην παγκόσμια αναγνωρισιμότητα του Κουροσάβα, και μαζί με αυτόν, έφερε και στο προσκήνιο όλον τον ιαπωνικό κινηματογράφο.[2][3] Πέρα από τον Χρυσό Λέοντα, το 1952, πήρε και Τιμητικό Όσκαρ, από την Αμερικανική Ακαδημία, μεταξύ άλλων διακρίσεων. Σήμερα η ταινία θεωρείται, όχι μόνο μία από τις καλύτερες ταινίες του Ιάπωνα σκηνοθέτη, αλλά και μία από τις σπουδαιότερες ταινίες όλων των εποχών.

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία ξεκινά με έναν ξυλοκόπος κι έναν ιερέα, οι οποίοι αποκλεισμένοι από τη σφοδρή βροχόπτωση, προφυλάσσονται στις πύλες της πόλης Rajōmon. Εκεί θα καταφτάσει κι ένας άλλο άνδρας, στον οποίον θα αφηγηθούν τη φοβερότερη ιστορία που έχουν ακούσει. Τότε αρχίζει η αφήγηση της ιστορίας τους, με τον ξυλοκόπος να αρχίζει λέγοντας ότι πριν τρεις ημέρες είδε έναν νεκρό σαμουράι στο δάσος, όπου πήγαινε να μαζέψει ξύλα, με καρφωμένο στο στήθος ένα σπαθί. Έτσι, έτρεξε πανικοβλημένος να ειδοποιήσει τις Αρχές. Αργότερα τόσο ο ιερέας όσο και ο ξυλουργός βρίσκονται στο δικαστήριο μα καταθέσουν. Ο ιερέας είχε δει το ζευγάρι νωρίτερα εκείνη τη μέρα, να περνά μες στο δάσος. Από αυτό το σημείο κι έπειτα αρχίζει η αφήγηση των τεσσάρων ιστοριών, πρώτα του ληστή, μετά της γυναίκας, κατόπιν του πνεύματος του νεκρού άνδρα και τέλος του μάρτυρα ξυλουργού:

Η ιστορία του Ληστή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο δικαστήριο για να καταθέσει, καλέστηκε ο διαβόητος ληστής Tajōmaru, ο οποίος είδε το ζευγάρι στο δάσος και θαμπώθηκε από την ομορφιά της γυναίκας και θέλησε να την κάνει δική του. Είπε στο δικαστήριο, πως αρχικά δεν είχε σκοπό να τον σκοτώσει. Αργότερα τους προσέγγισε και με το τέχνασμα ότι είχε κάποια όπλα κάπου κρυμμένα, πρότεινε στον σαμουράι-σύζυγο της γυναίκας να τον ακολουθήσει κι αν τον ενδιαφέρουν να του τα πουλήσει. Η γυναίκα έμεινε στις ακτές μιας λίμνης στο ενδιάμεσο. Λίγο αργότερα, εμφανίζεται στη γυναίκα ο ληστής και της λέει να τον ακολουθήσει γιατί ο άνδρας της φαίνεται να είναι πολύ άρρωστος (όπως παραδέχτηκε στο δικαστήριο, είχε ζηλέψει πολύ το ταραγμένο βλέμμα της γυναίκας στο άκουσμα των άσχημων νέων, και ήθελε ακόμα περισσότερο να την κάνει δική του).

Φτάνοντας εκεί η γυναίκα βλέπει τον άντρα της καθισμένο στο έδαφος και δεμένο. Τότε αρχίζει μία μάχη μεταξύ του ληστή και της γυναίκας, η οποία τελειώνει μόλις ο ληστής την αρπάζει και τη φιλάει στο στόμα (υπονοώντας ότι τη βίασε κιόλας). Η γυναίκα, ντροπιασμένη, πλέον, ζητά από τον ληστή να μονομαχήσει με τον άντρα της, γιατί δεν μπορούν να ζουν και οι δύο, και να ανήκει σε δύο άντρες. Έτσι ο ληστής τον λύνει και τελικά τον σκοτώνει, με τη γυναίκα όμως να έχει εξαφανιστεί. Στο τέλος το δικαστήριο τον ρωτά για το πολύτιμο στιλέτο με το οποίο μαχόταν η γυναίκα, με αυτόν να απαντά ότι μέσα στην ταραχή του κακώς το ξέχασε, γιατί φάνηκε πολύτιμο.

Η ιστορία της γυναίκας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γυναίκα υποστήριξε στο δικαστήριο ότι, αφού είδε τον άντρα της δεμένο, ο ληστής, τη βίασε μπροστά στα μάτια του άνδρα της, με τον ληστή να φεύγει, χλευάζοντάς τους. Η γυναίκα μετά τον βιασμό στράφηκε στον άνδρα της, ο οποίος την κοίταζε περιφρονητικά και με μίσος μετά από τον βιασμό. Του είπε, εκείνη, να σταματήσει να την κοιτά με τόσο μίσος, αλλά εκείνος δεν σταμάτησε. Αφού τον λύνει αρχίζει και απομακρύνεται, όμως τελικά γύρισε πίσω και τον καρφώνει στο στήθος με το στιλέτο της. Στη συνέχεια έπεσε κάτω λιπόθυμη στο θέαμα.

Η ιστορία του σαμουράι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νεκρός σαμουράι μίλησε μέσω ενός μέντιουμ, και υποστήριξε μία τρίτη διαφορετική ιστορία από τις προηγούμενες: Μετά τον βιασμό της γυναίκας του, ο ληστής, την ρωτά αν θέλει να τον ακολουθήσει, με εκείνη τελικά να δέχεται. Τότε, εκείνη ζητά στον ληστή να σκοτώσει τον άνδρα της, γιατί δεν μπορεί να ανήκει σε δύο άνδρες. Τότε ο ληστής αρνείται να διαπράξει το έγκλημα, και ρίχνοντας κάτω τη γυναίκα, δίνει στον σαμουράι δύο επιλογές: ή να φύγει ή να σκοτώσει τη γυναίκα του. Εκείνη τη στιγμή ο σαμουράι ένιωσε να συγχωρεί τον ληστή. Ωστόσο, η γυναίκα δραπετεύει και, ο ληστής ελευθερώνοντας τον σαμουράι, έτρεξε από πίσω της να την πιάσει. Μετά από αυτό το σκηνικό, ο σαμουράι αυτοκτονεί με το στιλέτο της γυναίκα του, το οποίο όμως είχε αφαιρεθεί όταν βρέθηκε το πτώμα.

Η ιστορία του ξυλοκόπου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πίσω στην πύλη της πόλης, και μετά τη δίκη, ο ξυλοκόπος λέει στον άνδρα ότι και οι τρεις ιστορίες που ειπώθηκαν ήταν ψέματα. Παραδέχεται ότι τελικά έγινε μάρτυρας του σκηνικού, το οποίο περιελάμβανε τον βιασμό της γυναίκας και τη δολοφονία του συζύγου, όμως δεν παραδέχτηκε τίποτα στο δικαστήριο, γιατί φοβήθηκε μην μπλεχτεί. Σύμφωνα με την τέταρτη ιστορία, του ξυλουργού, ο ληστής μετά τον βιασμό άρχισε να παρακαλά τη γυναίκα να τον παντρευτεί, με τη γυναίκα όμως να ελευθερώνει τον άνδρα της. Τότε ο άνδρας της, είπε στον ληστή ότι δε θέλει να ρισκάρει τη ζωή του για μία τέτοια γυναίκα, ενώ και ο ληστής δεν ήταν πρόθυμος. Έτσι, εκείνη άρχισε να τους περιγελά και να τους αποκαλεί δειλούς και άνανδρους που δεν παλεύουν για την αγάπη μιας γυναίκας. Στη συνέχεια αρχίζουν να παλεύουν με τελική έκβαση της μάχης ο ληστής να σκοτώνει τον σαμουράι. Μετά από αυτό η γυναίκα τρομαγμένη άρχισε να τρέχει. Ο ληστής δεν την έπιασε και, παίρνοντας το σπαθί του σαμουράι, έφυγε από το σημείο των γεγονότων.

Κλιμάκωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο τέλος της ταινίας η συζήτηση των τριών ανδρών διακόπτεται από το κλάμα ενός εγκαταλελειμμένου βρέφους. Ο άνδρας πάει προς το μωρό και παίρνει το κιμονό με το οποίο προφυλασσόταν από το κρύο. Ο ξυλοκόπος τότε του λέει ότι η κίνηση αυτή ήταν κακή και ζητά να επιστρέψει το κιμονό, με τον άνδρα τελικά να του λέει πως δεν είναι ούτε αυτός καλός, και ότι είχε καταλάβει γιατί δεν είπε όλη την αλήθεια στη δική: είχε πάρει το στιλέτο. Ο άνδρας φεύγοντας από την πύλη του λέει: «ο ληστής κατηγόρησε έναν ληστή που λήστεψε», με τα τελευταία του λόγια να είναι: «ο κάθε άνδρας ενεργεί βάσει του προσωπικού του συμφέροντος».

Ο ιερέας τότε άρχισε να χάνει τελείως την κλονισμένη πίστη του στους ανθρώπους. Ο εμβρόντητος ιερέας επανέρχεται στην πραγματικότητα, όταν ο ξυλοκόπος τον πλησιάζει για να πάρει το βρέφος. Δύσπιστος για τις προθέσεις του αρχικά, δεν του δίνει ο βρέφος. Όμως, ο ξυλοκόπος του λέει ότι έχει σκοπό να το μεγαλώσει και να τον φροντίσει, και ότι δεν έχει σημασία που έχει ήδη 6 παιδιά. Τότε, με αυτήν την απλή κίνηση καλοσύνης, ο ιερέας ανακτά την κλονισμένη πίστη τους προς τους ανθρώπους και κατανοεί γιατί δεν είπε την αλήθεια ο ξυλοκόπος. Τότε λέει στον ξυλοκόπο: «μου έδωσες έναν λόγο να συνεχίζω να πιστεύω στους ανθρώπους». Η ταινία τελειώνει με τον ξυλοκόπο και το βρέφος στα χέρια του, οδεύοντας προς το σπίτι. Η σφοδρή βροχή είχε σταματήσει, με τον ήλιο πλέον να ξεπετάγεται από τα σύννεφα και να έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ταινίας.

Διανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τακάσι Σιμούρα... ως Kikori, ο ξυλοκόπος.
  • Μινόρου Τσιάκι... ως Tabi Hōshi, ο ιερέας.
  • Κιτσιτζίρο Ουέντα... ως ο ακροατής της ιστορίας.
  • Τοσίρο Μιφούνε... ως Tajōmaru, ο περιβόητος ληστής.
  • Ματσίκο Κίο... ως η γυναίκα του σαμουράι.
  • Μασαγιούκι Μόρι... ως ο σαμουράι-σύζυγος.
  • Νόρικο Χόμνα... ως Miko, το μέντιουμ
  • Νταισούκε Κάτο... ως Houben

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Ρασομόν». Αθηνόραμα. http://www.athinorama.gr/cinema/movie/rasomon-1001934.html. Ανακτήθηκε στις 9.3.2016. 
  2. Wheeler Winston Dixon, Gwendolyn Audrey Foster: A Short History of Film. Rutgers University Press, 2008, ISBN 9780813544755, p. 203
  3. Catherine Russell: Classical Japanese Cinema Revisited. Bloomsbury Publishing, 2011, ISBN 9781441107770, chapter 4 The Cinema of Akira Kurosawa

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα