Ρασομόν (διήγημα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ρασομόν
ΣυγγραφέαςΡιουνοσούκε Ακουταγκάβα
Τίτλος羅生門
Γλώσσαιαπωνικά
Ημερομηνία δημιουργίας1915
Ημερομηνία δημοσίευσης1915
Είδοςδιήγημα
Βασίζεται σεRashōmon
Konjaku Monogatarishū
ΈκδοσηRashōmon
Konjaku Monogatarishū
ΕπόμενοThe Nose

Το Ρασομόν (ιαπωνικά: 羅生門) είναι ένα διήγημα το οποίο γράφτηκε από τον Ιάπωνα συγγραφέα Ριουνοσούκε Ακουταγκάβα και είναι βασισμένο στη συλλογή παραδοσιακών παραμυθιών Konjaku Monogatarishū.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1915 στο λογοτεχνικό περιοδικόTeikoku Bungaku. Η ταινία του Ακίρα Κουροσάβα με τον τίτλο Ρασομόν (1950) είναι στην πραγματικότητα βασισμένη κυρίως σε ένα άλλο διήγημα του Ακουταγκάβα, "Μέσα σε ένα άλσος". Μόνο ο τίτλος της ταινίας και μέρος του υλικού για κάποιες σκηνές, όπως η κλοπή ενός κιμονό και η συζήτηση για την ηθική ασάφεια της κλοπής για την επιβίωση, είναι στοιχεί δανεισμένα από το διήγημα Ρασομόν.

Στα ελληνικά, το βιβλίο έχει μεταφραστεί από την Πόλα Ταχταλίδου και κυκλοφόρησε το 1984 από τις εκδόσεις Παρατηρητής. [1]

Περίληψη υπόθεσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το διήγημα αφηγείται τη συνάντηση ανάμεσα σε έναν υπηρέτη και σε μια ηλικιωμένη στο ερειπωμένο Ρασομόν, που αποτελεί τη νότια πύλη της τότε κατεστραμμένης πόλης του Κιότο, όπου μερικές φορές πετούσαν τα αζήτητα πτώματα. Το σημερινό όνομα της πύλης του διηγήματος, αλλά όχι και η πλοκή του, προέρχεται από το έργο του παραδοσιακού θεάτρου Νο Ρασομόν (που γράφτηκε γύρω στα 1420).

Ο άντρας, ένας ταπεινός υπηρέτης που έχει απολυθεί πρόσφατα, σκέφτεται αν θα πεθάνει από την πείνα ή θα γίνει κλέφτης για να επιβιώσει στους δύσκολους καιρούς. Ανεβαίνει τις σκάλες του σπιτιού, αφού έχει παρατηρήσει το φως της φωτιάς εκεί, και συναντά μια γυναίκα που κλέβει τα μαλλιά από τα πτώματα που βρίσκονται στον δεύτερο όροφο. Αηδιάζει και τότε αποφασίζει ότι θα προτιμούσε να ακολουθήσει το μονοπάτι της τιμιότητας, ακόμα κι αν αυτό τον οδηγήσει στην πείνα. Είναι έξαλλος με τη γυναίκα.

Όμως, η ηλικιωμένη γυναίκα του λέει ότι κλέβει τα μαλλιά για να φτιάξει περούκες, έτσι ώστε να μπορέσει να επιβιώσει. Επιπλέον, η γυναίκα που αυτή τη στιγμή κλέβει, εξαπατούσε ανθρώπους στη μέχρι τότε ζωή της πουλώντας κρέας φιδιού ενώ ισχυριζόταν ότι είναι ψάρι. Η ηλικιωμένη γυναίκα λέει ότι αυτό δεν ήταν λάθος, γιατί της επέτρεψε να επιβιώσει — και αυτό με τη σειρά του της δίνει το δικαίωμα να κλέβει από τους νεκρούς, γιατί αν δεν το κάνει, θα λιμοκτονήσει κι αυτή. Ο άντρας απαντά: «Δεν θα με κατηγορήσεις, λοιπόν, που σου πήρα τα ρούχα. Αυτό πρέπει να κάνω για να μην πεθάνω από την πείνα». Στη συνέχεια κλέβει βάναυσα το ρούχο της γυναίκας και εξαφανίζεται μέσα στη νύχτα.

Λαϊκή κουλτούρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ίδιο το βιβλίο παίζει κάποιον ρόλο στην ταινία του 1999 Ghost Dog: Ο Τρόπος των Σαμουράι, σε σκηνοθεσία Τζιμ Τζάρμους.

Το βιβλίο είναι η έμπνευση για μια ορχηστρική ροκ μελωδία με το ίδιο όνομα που συνέθεσε ο Ιάπωνας κιθαρίστας Τακέσι Τεραούτσι και ερμηνεύτηκε αρχικά από το ιαπωνικό ροκ συγκρότημα Takeshi Terauchi & Blue Jeans στο άλμπουμ τους του 1972 με τίτλο Ρασομόν. [2]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]