Περίοδος του Δεύτερου Ναού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η περίοδος του Δεύτερου Ναού στην εβραϊκή ιστορία διήρκεσε μεταξύ 516 π.Χ. και 70 μ.Χ., όταν υπήρχε ο Δεύτερος Ναός της Ιερουσαλήμ.[1] Οι αιρέσεις των Φαρισαίων, των Σαδδουκαίων, των Εσσαίων, των Ζηλωτών και του πρώιμου Χριστιανισμού δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Η περίοδος του Δεύτερου Ναού έληξε με τον πρώτο εβραϊκό - ρωμαϊκό πόλεμο και τη ρωμαϊκή πολιορκία της Ιερουσαλήμ και του Ναού.

Μετά το θάνατο των τελευταίων Νεβιέμ (Εβραίοι προφήτες) της αρχαιότητας και ακόμα υπό Περσική κυριαρχία, η ηγεσία του Εβραϊκού λαού βρισκόταν στα χέρια πέντε διαδοχικών γενεών ηγετών. Άνθισε πρώτα κάτω από τους Πέρσες (περ. 539 - περίπου 332 π.Χ.), έπειτα από τους Έλληνες (περίπου 332–167 π.Χ.), έπειτα κάτω από μία ανεξάρτητη Ασμοναϊκή δυναστεία (140–37 π.Χ.), και έπειτα υπό τους Ρωμαίους (63 Π.Χ. - 132 μ.Χ.).

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Ιουδαϊσμός μπορεί να θεωρηθεί ότι διαμορφώθηκε από τρεις μεγάλες κρίσεις και τα αποτελέσματά τους, καθώς διάφορες ομάδες Εβραίων αντέδρασαν διαφορετικά. Πρώτα ήρθε η καταστροφή του Βασιλείου του Ιούδα το 587/6 π.Χ., όταν οι Ιουδαίοι έχασαν την ανεξαρτησία τους, τη μοναρχία, την ιερή πόλη και τον Πρώτο Ναό και εξορίστηκαν στη Βαβυλώνα. Κατά συνέπεια, αντιμετώπισαν μια θεολογική κρίση που αφορούσε τη φύση, τη δύναμη και την καλοσύνη του Θεού και απειλήθηκαν επίσης πολιτιστικά, εθνικά και τελετουργικά καθώς τους έστειλαν κοντά σε άλλους λαούς και θρησκευτικές ομάδες. Η απουσία αναγνωρισμένων προφητών αργότερα την περίοδο τους άφησε χωρίς την εκδοχή της θεϊκής καθοδήγησης σε μια εποχή που ένιωθαν ότι χρειάζονται περισσότερη υποστήριξη και κατεύθυνση.[2]

Η δεύτερη κρίση ήταν η αυξανόμενη επιρροή του Ελληνισμού στον Ιουδαϊσμό, η οποία κορυφώθηκε με την εξέγερση των Μακκαβαίων του 167 π.Χ. Η τρίτη κρίση ήταν η ρωμαϊκή κατοχή της περιοχής, ξεκινώντας από τον Πομπήιο και την πολιορκία του κατά της Ιερουσαλήμ το 63 π.Χ.[2] Αυτό περιελάμβανε τον διορισμό του Ηρώδη του Μέγα ως Βασιλιά των Εβραίων από τη Ρωμαϊκή Γερουσία, και την ίδρυση του Ηρωδικού Βασιλείου της Ιουδαίας που περιλάμβανε τμήματα των σημερινών Ισραηλινών, παλαιστινιακών εδαφών Ιορδανίας, Λιβάνου και Συρίας.[3]

Κατασκευή του Δεύτερου Ναού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Δεύτερος Ναός
Μοντέλο του Δεύτερου Ναού της Ιερουσαλήμ, Μουσείο του Ισραήλ, Ιερουσαλήμ.
Μοντέλο του Δεύτερου Ναού της Ιερουσαλήμ, Μουσείο του Ισραήλ, Ιερουσαλήμ.

Ο Δεύτερος Ναός ήταν ο ναός που αντικατέστησε τον Ναό του Σολομώντα (τον Πρώτο Ναό), ο οποίος καταστράφηκε από την Νεο-Βαβυλωνιακή Αυτοκρατορία το 586 π.Χ., όταν κατακτήθηκε η Ιερουσαλήμ και μέρος του πληθυσμού του Βασιλείου του Ιούδα συνελήφθη και στάλθηκε στην Βαβυλώνα.

Η ένταξη του Μεγάλου Κύρου της Αχαιμενιδικής Αυτοκρατορίας το 559 π.Χ. κατέστησε δυνατή την αποκατάσταση της πόλης της Ιερουσαλήμ και την ανοικοδόμηση του Ναού. Κάποια στοιχειώδη τελετουργική θυσία είχε συνεχιστεί στη θέση του Πρώτου Ναού μετά την καταστροφή του. Σύμφωνα με τους τελικούς στίχους του δεύτερου βιβλίου των Χρονικών/Βασιλειών και των βιβλίων του Έζρα και του Νεεμία, όταν οι Εβραίοι εξόριστοι επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ μετά από διάταγμα του Μεγάλου Κύρου (Έζρα 1:1–4, 2 Χρον. 36: 22–23). Η κατασκευή ξεκίνησε στην αρχική τοποθεσία του βωμού του Ναού του Σολομώντα.[4][5]

Μετά από μια σχετικά σύντομη διακοπή λόγω αντιπολίτευσης από λαούς που είχαν γεμίσει το κενό κατά τη διάρκεια της εβραϊκής αιχμαλωσίας, οι εργασίες συνεχίστηκαν κατά το 521 π.Χ. υπό τον Δαρείο Α' και ολοκληρώθηκε κατά το έκτο έτος της βασιλείας του (περ. 516 π.Χ.), με την αφιέρωση του ναού να γίνει το επόμενο έτος.[6]

Με βάση τη βιβλική αφήγηση, μετά την επιστροφή από την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας, έγιναν αμέσως ρυθμίσεις για την αναδιοργάνωση της ερημικής επαρχίας της Ιουδαίας μετά την κατάρρευση του Βασιλείου του Ιούδα εβδομήντα χρόνια νωρίτερα. Το πλήθος των προσκυνητών, σχηματίζοντας ένα σύνολο 42.360 ανθρώπων, που ολοκλήρωσε το μακρύ και θλιβερό ταξίδι περίπου τεσσάρων μηνών, από τις όχθες του Ευφράτη προς την Ιερουσαλήμ, κινήθηκαν σε όλες τις διαδικασίες τους με μια ισχυρή θρησκευτική ώθηση, και επομένως μία από τις πρώτες τους ανησυχίες ήταν να αποκαταστήσουν τον αρχαίο λατρευτικό τους οίκο με την ανοικοδόμηση του κατεστραμμένου Ναού τους και την αποκατάσταση των τελετουργιών θυσίας γνωστών ως Κορμπάν (εβραϊκά: קָרְבָּן‎ - qorbān).[7][8]

Κατόπιν πρόσκλησης του Ζοροβάβελ, του κυβερνήτη, ο οποίος τους έδειξε ένα αξιοθαύμαστο παράδειγμα ελευθερίας, συνεισφέροντας προσωπικά 1.000 χρυσούς δαρεικούς (χρυσά περσικά νομίσματα κατά το διμεταλικό νομισματικό σύστημα της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών[9]), εκτός από άλλα δώρα, οι άνθρωποι έδωσαν τα δώρα τους στο ιερό θησαυροφυλάκιο με μεγάλο ενθουσιασμό.[10]

Νομίσματα Γιεχούντ: νομίσματα που κόπηκαν στην επαρχία της Ιουδαίας κατά την περσική περίοδο.
Νομίσματα Γιεχούντ: νομίσματα που κόπηκαν στην επαρχία της Ιουδαίας κατά την περσική περίοδο.

Επτά χρόνια αργότερα, ο Μέγας Κύρος, που επέτρεψε στους Εβραίους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να ξαναχτίσουν τον Ναό, πέθανε[11] (Β΄ Χρονικών 36:22–23) και τον διαδέχτηκε ο γιος του Καμβύσης Β΄. Με το θάνατό του, ο «ψεύτικος Σμέρδις», ένας απατεώνας, κατείχε το θρόνο για περίπου επτά ή οκτώ μήνες και στη συνέχεια ο Δαρείος έγινε βασιλιάς (522 π.Χ.). Κατά το δεύτερο έτος της διακυβέρνησής του, το έργο της ανοικοδόμησης του Ναού συνεχίστηκε και προχώρησε στην ολοκλήρωσή του, υπό την ώθηση των έντιμων συμβουλών και προειδοποιήσεων των προφητών Αγγαίου και Ζαχαρία. Ήταν έτοιμο για αγιασμό την άνοιξη του 516 π.Χ., περισσότερο από είκοσι χρόνια μετά την επιστροφή από την αιχμαλωσία. Ο Ναός ολοκληρώθηκε την τρίτη ημέρα του μήνα Αντάρ, το έκτο έτος της βασιλείας του Δαρείου, εν μέσω μεγάλων πανηγυριών εκ μέρους όλων των ανθρώπων,[12] αν και ήταν προφανές ότι οι Εβραίοι ήταν όχι πλέον ανεξάρτητος λαός, αλλά υπόκεινται σε ξένη δύναμη. Το Βιβλίο του Αγγαίου περιλαμβάνει μια πρόβλεψη ότι η δόξα του Δεύτερου Ναού θα ήταν μεγαλύτερη από εκείνη του πρώτου.[13][14]

Ο Δεύτερος Ναός περιλάμβανε επίσης πολλά από τα αρχικά δοχεία χρυσού που είχαν ληφθεί από τους Βαβυλώνιους, αλλά αποκαταστάθηκαν από τον Μέγα Κύρο.[15][16] Σύμφωνα με το Ταλμούδ, ωστόσο, ο Ναός δεν είχε τη Σεκχίνα (τη θεϊκή παρουσία του Θεού που κατοικεί ή εγκαθιστά) και το Ρουάχ Χακοδίς (άγιο πνεύμα κατά τον Ιουδαϊσμό) που υπήρχε στον Πρώτο Ναό.[17]

Ελληνιστική εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 332 π.Χ. οι Πέρσες ηττήθηκαν από τον Μέγα Αλέξανδρο. Μετά το θάνατό του και τη διαίρεση της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου μεταξύ των στρατηγών του, σχηματίστηκε η αυτοκρατορία των Σελευκιδών.[18]

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τα ρεύματα του Ιουδαϊσμού επηρεάστηκαν από την ελληνιστική φιλοσοφία που αναπτύχθηκε από τον 3ο αιώνα Π.Κ.Χ., ιδίως την εβραϊκή διασπορά στην Αλεξάνδρεια, που κορυφώθηκε με τη Μετάφραση των Εβδομήκοντα. Ένας σημαντικός υποστηρικτής της συμβίωσης της εβραϊκής θεολογίας και της ελληνιστικής σκέψης είναι ο Φίλων.[19]

Ασμοναϊκή δυναστεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια πέτρα (2,43 × 1 m) με την εβραϊκή επιγραφή "Προς το μέρος της τρομπέτας" (Εκεί όπου οι ιερείς φυσούσαν το κέρας). Επιγραφή που ανασκάφηκε απο τον Μπέντζαμιν Μαζάρ στους νότιους πρόποδες του βουνού που πιστεύεται ότι ήταν ο τόπος που βρισκόταν ο Δεύτερος Ναός.
Μια πέτρα (2,43 × 1 m) με την εβραϊκή επιγραφή "Προς το μέρος της τρομπέτας" (Εκεί όπου οι ιερείς φυσούσαν το κέρας). Επιγραφή που ανασκάφηκε απο τον Μπέντζαμιν Μαζάρ στους νότιους πρόποδες του βουνού που πιστεύεται ότι ήταν ο τόπος που βρισκόταν ο Δεύτερος Ναός.

Η Ασμοναϊκή δυναστεία κυριάρχησε στην πολιτική ζωή της Παλαιστίνης λίγο μετά τα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα και διατήρησε αυτή την θέση για την επόμενη εκατονταετία. Οι Ασμοναίοι κυβέρνησαν αρχικά ως αρχιερείς και κατόπιν ως βασιλείς την χώρα τους προσπαθώντας να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους ανάμεσα σε μεγάλα βασίλεια και ισχυρά κράτη.[20]

Η επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ των εξελληνισμένων Εβραίων και των θρησκευτικών Εβραίων οδήγησε τον Σελευκιδικό βασιλιά Αντίοχο Δ΄ Επιφανή να επιβάλει διατάγματα που απαγορεύουν ορισμένες εβραϊκές θρησκευτικές τελετές και παραδόσεις. Κατά συνέπεια, οι Ορθόδοξοι Εβραίοι εξεγέρθηκαν υπό την ηγεσία της οικογένειας των Ασμοναίων (γνωστή και ως Μακκαβαίοι). Αυτή η εξέγερση οδήγησε τελικά στο σχηματισμό ενός ανεξάρτητου βασίλειου της Ιουδαίας, υπό τη δυναστεία των Ασμοναίων, η οποία διήρκεσε, κατά προσέγγιση, από το 165 έως το 37 π.Χ.[21]

Ηρωδιανή Δυναστεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ηρωδιανή Δυναστεία κυριάρχησε στην Παλαιστίνη ύστερα από την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τον Ηρώδη τον Μέγα (37 π.Χ.).[22]

Ο Ηρώδης Α΄ ο Μέγας ήταν ένας από τους γιους του Αντίπατρου και ήδη κατείχε πολιτικά αξιώματα την εποχή του θανάτου του πατέρα του.[23] Ο Ηρώδης, που διέθετε τόσο στρατιωτικές όσο και πολιτικές ικανότητες, ήρθε σε σύγκρουση με τον τελευταίο εκπρόσωπο της Ασμοναϊκής δυναστείας Αντίγονο Ματταθία· με την υποστήριξη των Ρωμαίων κατάφερε να ανακηρυχθεί από την Σύγκλητο το 40 π.Χ. βασιλιάς των Ιουδαίων και να καταλάβει ύστερα από εμφύλιο πόλεμο την Παλαιστίνη (37 π.Χ.). Κατά την διάρκεια εκείνου του πολέμου νυμφεύτηκε με την Ασμοναία Μαριάμη.[24]

Ο Ηρώδης κατάφερε να επιβιώσει από την τελευταία ρωμαϊκή εμφύλια σύγκρουση μεταξύ του Μάρκου Αντώνιου και του Οκταβιανού και τελικά να γίνει, με την υποστήριξη του τελευταίου, κυβερνήτης σε ένα εκτεταμένο βασίλειο.[25]

Η διακυβέρνηση του Ηρώδη χαρακτηρίστηκε από την ιδιαίτερα αξιόλογη οικοδομική δραστηριότητα, που ανέπτυξε. Η ανοικοδόμηση του Ναού αποτέλεσε το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δραστηριότητας. Υπήρξε επίσης γενναιόδωρος τόσο απέναντι στους υπηκόους του, όσο και απέναντι σε πολλές πόλεις εκτός των συνόρων της Παλαιστίνης.[26]

Ρωμαϊκή Ιουδαία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ρωμαίοι εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην Ιουδαία και την περιοχή της το 63 π.Χ. όταν ο Γνάιος Πομπήιος εκμεταλλευόμενος την διαμάχη μεταξύ των αδελφών Υρκανού ΙΙ και Αριστόβουλου ΙΙ κατέλυσε το βασίλειο των Ασμοναίων.[27]

Η ρωμαϊκή επαρχία της Ιουδαίας επεκτάθηκε σε τμήματα των πρώην περιοχών των Ασμοναϊκών και Ηρωδιανών βασιλείων. Δημιουργήθηκε το 6 μ.Χ. με την Απογραφή του Κουρηνίου και συγχωνεύτηκε στη Συρία-Παλαιστίνη μετά το 135 μ.Χ..[28]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Richard Parker & Waldo Dubberstein's Babylonian Chronology, 626 B.C.–A.D. 75, Brown University Press: Providence 1956, p. 30.
  2. 2,0 2,1 «The Jewish Backgrounds of the New Testament: Second Commonwealth Judaism in Recent Study». Wheaton College, Previously published in Archaeology of the Biblical World, 1/2. 1991. σελ. 40–49. 
  3. «Josephus, Wars Book I». earlyjewishwritings.com. Ανακτήθηκε στις 11 Αυγούστου 2020. 
  4. Greenspahn, Frederick E. (2008). The Hebrew Bible: New Insights and Scholarship. NYU Press. ISBN 978-0-8147-3187-1. 
  5. «TEMPLE, THE SECOND - JewishEncyclopedia.com». www.jewishencyclopedia.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 Νοεμβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 20 Μαΐου 2020. 
  6. «Bible Gateway passage: Ezra 4 - New Revised Standard Version». Bible Gateway (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 20 Μαΐου 2020. 
  7. «Ezra 2 / Hebrew - English Bible / Mechon-Mamre». www.mechon-mamre.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Οκτωβρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 20 Μαΐου 2020. 
  8. «TEMPLE, THE SECOND - JewishEncyclopedia.com». web.archive.org. 7 Νοεμβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 11 Αυγούστου 2020. 
  9. «DARIC – Encyclopaedia Iranica». www.iranicaonline.org. Ανακτήθηκε στις 20 Μαΐου 2020. 
  10. «Ezra 2 / Hebrew - English Bible / Mechon-Mamre». www.mechon-mamre.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Οκτωβρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 20 Μαΐου 2020. 
  11. «2 Chronicles 36 / Hebrew - English Bible / Mechon-Mamre». www.mechon-mamre.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Απριλίου 2017. Ανακτήθηκε στις 20 Μαΐου 2020. 
  12. «Ezra 6 / Hebrew - English Bible / Mechon-Mamre». www.mechon-mamre.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Απριλίου 2018. Ανακτήθηκε στις 20 Μαΐου 2020. 
  13. «Haggai 2 / Hebrew - English Bible / Mechon-Mamre». www.mechon-mamre.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Μαΐου 2017. Ανακτήθηκε στις 20 Μαΐου 2020. 
  14. Dictionary, Easton's Bible. “Temple, the Second”. 
  15. «Ezra 1:7–11». 
  16. Dictionary, Easton's Bible. “Temple, the Second”. 
  17. «Yoma 21b:7». www.sefaria.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Ιανουαρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 20 Μαΐου 2020. 
  18. Taagepera, Rein (1979). «Size and Duration of Empires: Growth-Decline Curves, 600 B.C. to 600 A.D.». Social Science History 3 (3/4): 115–138. doi:10.2307/1170959. ISSN 0145-5532. http://www.jstor.org/stable/1170959. 
  19. Philo and the Beginnings of Christian Thought, Henry Chadwick, στο The Cambridge History of Later Greek and Early Medieval Philosophy, A. H. Armstrong, 1967, Cambridge University Press.
  20. Σάντερς Ε.Π. Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού.3.To πολιτικό σκηνικό .σελ.45-46
  21. El-Shahawy, Dr Anwar (18 Οκτωβρίου 2010). Allah and Space. Xlibris Corporation. ISBN 978-1-4535-8135-3. 
  22. Ιστορία Εικονογραφημένη.Τεύχος - 309, Άρθρο – Άρχοντες εν ονόματι της Ρώμης. σελ 97
  23. Jewish Encyclopedia .HERODES I (surnamed the Great) Betrothed to Mariamne
  24. Jewish Encyclopedia .HERODES I (surnamed the Great) Elected King by the Roman Senate
  25. Jewish Encyclopedia .HERODES I (surnamed the Great) Execution of Hyrcanus
  26. Jewish Encyclopedia .HERODES I(surnamed the Great) Restoration of the Temple
  27. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τόμος Ε΄ Ελληνιστικοί Χρόνοι. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΓΝΑÏΟΥ ΠΟΜΠΗΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΤΟΛΗ. Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΩΝ ΕΠΑΡΧΙΩΝ ΒΙΘΥΝΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΡΙΑΣ. ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΡΘΟΥΣ. ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΜΠΗΙΟΥ ΣΤΗΝ ΙΟΥΔΑΙΑ .σελ.205
  28. Ιώσηπος Ιστορία του Ιουδαϊκού πολέμου προς Ρωμαίους. Βιβλίο Β VIII