Παπικό πρωτείο (θέσεις άλλων δογμάτων)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σχετικά με το θρησκευτικό θεσμό του Παπικού πρωτείου της Καθολικής Εκκλησίας υπάρχουν εναλλακτικές θέσεις από άλλα Χριστιανικά δόγματα και θρησκείες.

Χριστιανικά δόγματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης: Σχίσμα του 867

Η Ορθόδοξη Εκκλησία πρεσβεύει ότι ο Επίσκοπος Ρώμης απελάμβανε πρεσβείων τιμής στα πλαίσια της παλαιάς Πενταρχίας των Πατριαρχείων της ενιαίας Εκκλησίας. Μετά το Σχίσμα του 1054 ως πρωτόθρονη Εκκλησία στον ορθόδοξο κόσμο υφίσταται το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο Προκαθήμενός του είναι "πρώτος μεταξύ ίσων" στη σχέση του με τους Προκαθημένους των Αυτοκέφαλων Ορθόδοξων Εκκλησιών.

Η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας για το Παπικό πρωτείο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, θεωρείται αδύνατο να επιτευχθεί ενότητα μεταξύ Ανατολής και Δύσης χωρίς αλλαγές στη διδασκαλία που αφορά στο παπικό πρωτείο. Το εμπόδιο αυτό παραμένει ισχυρό, καθώς, εκτός άλλων, η αποδοχή του με τη σημερινή μορφή θα σήμαινε και αποδοχή όλων των άλλων δογματικών διαφορών που έχει η Ορθόδοξη Εκκλησία με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία (π.χ. το αλάθητο του Πάπα).

Η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει ότι το πρωτείο της Ρώμης έλκει την καταγωγή του από τρεις παράγοντες:

  • Πρώτον, η Ρώμη ήταν η πόλη στην οποία ο Απόστολος Πέτρος και ο Απόστολος Παύλος μαρτύρησαν και στην οποία ο Πέτρος ήταν επίσκοπος. Οι Ορθόδοξοι δεν παραβλέπουν τα σχετικά χωρία της Καινής Διαθήκης και αναγνωρίζουν τον Πέτρο ως τον πρώτο μεταξύ των Αποστόλων, σαφώς όμως, και με βάση τη Γραφή, δεν συσχετίζουν την έννοια αυτή με καμμία υπεροχή εξωτερικής δυνάμεως και δικαιοδοσίας.
  • Δεύτερον, η έδρα της Ρώμης, όφειλε το πρωτείο της στη θέση που κατείχε στην Αυτοκρατορία. Όταν όμως η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη -τη «Νέα Ρώμη»- ο Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως μπορούσε να αξιώσει μια θέση σπουδαιότητας και προνομίου ίση με εκείνη του Επισκόπου της «Παλαιάς Ρώμης».
  • Τρίτον, αν και υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις όποιες οι Πάπες υπέπεσαν σε αίρεση, εν τούτοις, κατά τους πρώτους οκτώ αιώνες της εκκλησιαστικής ιστορίας, η έδρα της Ρώμης κήρυξε με προσήλωση στην αλήθεια, και έτσι οι άνθρωποι απευθύνονταν κυρίως στη Ρώμη για καθοδήγηση. Αλλά ούτε το γεγονός αυτό είναι κάτι που ανατρέπει την ουσιαστική ισότητα των επισκόπων, κατά την οποία ο Πάπας είναι ο πρώτος μεταξύ ίσων.

Έτσι, η Ορθόδοξη θέση παραμένει αμετακίνητη επάνω σε αυτό το ζήτημα:

Κανένας Επίσκοπος ή Πάπας ή Πατριάρχης δεν είναι υπεράνω του συνόλου των επισκόπων καθώς το Αλάθητο είναι ένα χάρισμα του Αγίου Πνεύματος που αποδίδεται σ' ολόκληρη την Εκκλησία, και όχι στον πρώτο των Επισκόπων μόνο. Προτεραιότητα σε όλα τα θέματα που αφορούν την Εκκλησία θα πρέπει να έχουν οι Οικουμενικές Σύνοδοι.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία θα μπορούσε να αναγνωρίσει τον Πάπα ως τον πρώτο και ύπατο των επισκόπων του κόσμου, αλλά κατά το πρωτείο τιμής μόνο, και ίσο σε δικαιοδοσία προς τους άλλους επισκόπους, ή καλύτερα, Πατριάρχες. Η υπάρχουσα όμως μορφή του πρωτείου, κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία, επηρεάζει αρνητικά την όλη δομή της Εκκλησίας, την Εκκλησιολογία της και τη διοίκηση της. Σύμφωνα με τον καθηγητή και μητροπολίτη Περγάμου Ζηζιούλα, «οι Ορθόδοξοι είναι έτοιμοι να δεχθούν την ιδέα ενός οικουμενικού πρωτείου και, σύμφωνα με τους κανόνες της αρχαίας Εκκλησίας, ο επίσκοπος της Ρώμης είναι ο πρώτος»[1].

    • Πού βρίσκεται το εμπόδιο;
  • Η διαφωνία εκδηλώνεται σε σχέση με ένα θεμελιώδες πρόβλημα: Μπορεί ο επίσκοπος της Ρώμης να παρεμβαίνει στις τοπικές Εκκλησίες;
    • Είναι, λοιπόν, θέμα δικαιοδοσίας. Εσείς ποια απάντηση δίνετε;
  • Δεν μπορούν να υπάρχουν παρεμβάσεις, χωρίς απόφαση που να λαμβάνεται από κοινού με τους άλλους επισκόπους. Με δυο λόγια, ο επίσκοπος της Ρώμης οφείλει να δρα μαζί με τη Σύνοδο.

»Επιπλέον, προβάλλει το επιχείρημα ότι σύμφωνα με τους Εκκλησιαστικούς Κανόνες, η έδρα της Κωνσταντινουπόλεως δεν είναι μόνο μία από τις Εκκλησιαστικές Επαρχίες, άλλα θεωρείται ως μια αρχή συνδεδεμένη όχι μόνο με τη δική της επισκοπή, αλλά και με ολόκληρη την Ορθόδοξη Εκκλησία ανά τον κόσμο. Από τον 5ο αιώνα, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ως Επίσκοπος της Νέας Ρώμης, αναγνωρίστηκε από τις Οικουμενικές Συνόδους ως ο ίσος κατά τη δύναμη και τα πρεσβεία τιμής με τον Επίσκοπο της Παλαιάς Ρώμης (Κανόνας 2 της Β' Οικουμενικής Συνόδου και Κανόνες 28 και 36 της Δ' Οικουμενικής Συνόδου).

Η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί οτι ο παπισμός επιδίωξε να μετατρέψει το πρωτείο τιμής και κύρους του αρχαίου συστήματος των πατριαρχείων, σε δικαιοδοτική εξουσία με ανύψωση της Ρώμης πάνω από όλα τα άλλα πατριαρχεία, ώστε να καταστεί ο παπικός θρόνος η μία και μοναδική αρχή της χριστιανοσύνης που θα στηριζόταν πλέον όχι στη συνοδικότητα, αλλά στα παπικά διατάγματα και ανακοινώσεις.

Την δικαιοδοσία της εξουσίας που ο Πάπας επιδίωκε να ασκήσει σε όλους τους άλλους πατριάρχες, το πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως την αρνιόταν, μη αναγνωρίζοντας στον πατριάρχη της «Πρεσβυτέρας Ρώμης» παρά μόνο το τιμητικό προβάδισμα λόγω αρχαιότητας της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία, ήταν πάντα σαφές ότι τα βυζαντινά κείμενα πριν τον 11ο αιώνα, όταν αναφέρονταν στην ιδέα περί πρωτείου, αυτό γινόταν ρητορικά, χωρίς κανείς να αναγνωρίζει τις μεταγενέστερες μοναρχικές αξιώσεις του Πάπα με τις πολιτικές και εκκλησιαστικές προεκτάσεις που εμφανίστηκαν κυρίως από το 1100, όταν η δυτική έκκλησιολογία είχε μετατοπιστεί αδιαμφισβήτητα προς την κατεύθυνση της παπικής μοναρχίας και υποστήριζε τις αξιώσεις της με μια νομικίστικη ερμηνεία των χωρίων της Καινής Διαθήκης που αναφέρονται στον άγιο Πέτρο.

Βιβλική Τεκμηρίωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δύο χωρία στα οποία στηρίχτηκε το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματολογίας περί Παπικού Πρωτείου ήταν:

(Ματθ. 16:18-19)
καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής.
και δώσω σοι τας κλεις της βασιλείας των ουρανών, και ο εάν δήσης επί της γης, έσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς, και ο εάν λύσης επί της γης, έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς.

και

(Ιωάν. 21:15-17)
Ότε ουν ηρίστησαν, λέγει τω Σίμωνι Πέτρω ο Ιησούς• Σίμων Ιωνά, αγαπάς με πλείον τούτων; λέγει αυτώ• ναι, Κύριε, συ οίδας ότι φιλώ σε. λέγει αυτώ• βόσκε τα αρνία μου.
λέγει αυτώ πάλιν δεύτερον• Σίμων Ιωνά, αγαπάς με; λέγει αυτώ• ναι, Κύριε, συ οίδας ότι φιλώ σε. λέγει αυτώ• ποίμαινε τα πρόβατά μου.
λέγει αυτώ το τρίτον• Σίμων Ιωνά, φιλείς με; ελυπήθη ο Πέτρος ότι είπεν αυτώ το τρίτον, φιλείς με; και είπεν αυτώ• Κύριε, συ πάντα οίδας, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε. λέγει αυτώ ο Ιησούς• βόσκε τα πρόβατά μου.

Για το πρώτο χωρίο, οι υπερασπιστές του πρωτείου αναφέρονται στο σημείο όπου ο Ιησούς παραχώρησε στον Πέτρο τα "κλειδιά της βασιλείας των ουρανών" δίνοντάς του έτσι την εξουσία του "δεσμείν και λύειν" στον ουρανό και τη γη, συνδέοντας την αναφορά αυτή με ολόκληρο το ζήτημα της Σωτηρίας που κατ' αυτούς μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω της εκκλησίας του Πέτρου.

Ασφαλώς όμως, τίποτε περισσότερο δεν δόθηκε στον Πέτρο από ότι στους υπόλοιπους αποστόλους:

(Ιωάν. 20:21-23)
είπεν ουν αυτοίς ο Ιησούς πάλιν• ειρήνη υμίν• καθώς απέσταλκέ με ο πατήρ, καγώ πέμπω υμάς. [...] αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς• αν τινων κρατήτε, κεκράτηνται.

Όμως, και στο Ιωάν. 21:15-17, η τριπλή ερώτηση προς τον Πέτρο και μάλιστα τη συγκεκριμένη στιγμή που έγινε, μετά δηλ. την τριπλή άρνηση προς το πρόσωπο του Ιησού, είχε μοναδικό σκοπό να αποκαταστήσει τον Πέτρο στο αποστολικό αξίωμα και γι αυτό, το περιεχόμενο του χωρίου είχε νόημα συγχωρητικό (τριπλή άρνηση - τριπλή ομολογία).

Αλλά και η ίδια η τριπλή ομολογία του Πέτρου (συ οίδας ότι φιλώ σε) δεν είχε κάποια ιδιαιτερότητα. Στο δ' Ευαγγέλιο, ο Ιησούς, δεν φαίνεται να αναγνωρίζει στον Πέτρο κάτι περισσότερο από τους υπόλοιπους μαθητές:

(Ιωάν. 16:27)
αυτός γαρ ο πατήρ φιλεί υμάς, ότι υμείς εμέ πεφιλήκατε, και πεπιστεύκατε ότι εγώ παρά του Θεού εξήλθον.

Οι υπερασπιστές του Παπικού Πρωτείου ισχυρίζονται ότι με την τριπλή ερώτηση, ο Ιησούς είχε σκοπό να δώσει στον Πέτρο και μέσω αυτού σε κάθε διάδοχό του στην έδρα της Ρώμης, την απόλυτη κυριαρχία και αρχηγία όλης της χριστιανικής εκκλησίας.

Όμως, το καθήκον του Πέτρου να υπηρετεί το ποίμνιο, δεν μπορεί να συνδεθεί με το υποτιθέμενο δικαίωμα να κυριαρχεί επί όλων των άλλων ποιμένων. Είναι σαφές, ότι ούτε ο Πέτρος αξίωσε ένα τέτοιο δικαίωμα, ούτε και οι υπόλοιποι απόστολοι του το αναγνώρισαν όπως αναμφίβολα φαίνεται στην Καινή Διαθήκη:

(Πράξ. 8:14)
Ακούσαντες δε οι εν Ιεροσολύμοις απόστολοι ότι δέδεκται η Σαμάρεια τον λόγον του Θεού, απέστειλαν προς αυτούς τον Πέτρον και Ιωάννην.

Εάν ο Πέτρος είχε λάβει το πρώτο παπικό αξίωμα, θα φρόντιζε να στείλει στη Σαμάρεια κάποιον απόστολο ή έστω θα πήγαινε ο ίδιος με δική του προφανώς πρωτοβουλία. Εδώ όμως ο Πέτρος, ως ίσος μεταξύ ίσων, αποστέλεται κανονικά σε υπηρεσία από τους υπόλοιπους αποστόλους, μη διακρινόμενος σε τίποτε από αυτούς.

Και ασφαλώς ξεκαθαρίζει ακόμη περισσότερο τα πράγματα η ίδια η άποψη του Πέτρου:

(Α’ Πέτρου 5:1-2)
Πρεσβυτέρους τους εν υμίν παρακαλώ ο συμπρεσβύτερος και μάρτυς των του Χριστού παθημάτων, ο και της μελλούσης αποκαλύπτεσθαι δόξης κοινωνός, ποιμάνατε το εν υμίν ποίμνιον του Θεού [...]

Ο ίδιος ο Πέτρος δεν αξίωσε τίποτε ανάλογο με το Παπικό Πρωτείο, ενώ κατανοούσε τον εαυτό του ως απλό "συμπρεσβύτερο".

Τίποτε διαφορετικό από αυτό που επισημαίνεται και στον 34ο κανόνα των Αποστόλων:

Οι επίσκοποι κάθε έθνους πρέπει να αναγνωρίζουν αυτόν που είναι πρώτος ανάμεσα τους και να τον θεωρούν κεφαλή τους και να μην πράττουν τίποτε το σημαντικό χωρίς τη συναίνεση του. Ο καθένας όμως μπορεί να κάνει τα πράγματα εκείνα που αφορούν στη δική του ενορία και στις περιοχές που υπάγονται σ' αυτήν. Όμως και εκείνος πού είναι πρώτος ας μην κάνει τίποτε χωρίς τη συναίνεση όλων. Γιατί έτσι μόνο θα υπάρξει ομόνοια και ό Θεός θά δοξαστεί διά Κυρίου εν Πνεύματι Άγίω.

Εξάλλου, τα περί μοναδικότητας στο έργο του Πέτρου, αναιρούνται και από τον Απ. Παύλο, που δεν αναγνωρίζει ρόλο ισχυρότερο από τον δικό του σε σχέση με την αποστολή που έλαβε από τον Χριστό:

(Γαλ. 2:8-9)
ο γαρ ενεργήσας Πέτρω εις αποστολήν της περιτομής ενήργησε και εμοί εις τα έθνη• και γνόντες την χάριν την δοθείσαν μοι, Ιάκωβος και Κηφάς και Ιωάννης, οι δοκούντες στύλοι είναι, δεξιάς έδωκαν εμοί και Βαρνάβα κοινωνίας, ίνα ημείς εις τα έθνη, αυτοί δε εις την περιτομήν•

Οι προεκτάσεις της αναφοράς αυτής είναι αναπόφευκτες: Η Ρώμη δεν είναι δυνατόν να αξιώνει τον Πέτρο ως "δικό της" περισσότερο από την Ιερουσαλήμ, την Αντιόχεια ή οποιονδήποτε άλλον τόπο ο Πέτρος ενήργησε ως απόστολος. Και μάλιστα θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η Ρώμη, ως πρωτεύουσα των Εθνών, θα έπρεπε να έχει ακόμη λιγότερες αξιώσεις, μια που ο Πέτρος υπήρξε ο απόστολος της "περιτομής".

Επίσης στο ίδιο σημείο, η Καινή Διαθήκη ξεκαθαρίζει ότι ο Πέτρος δεν ξεχώριζε από άλλα επίσης σημαντικά εκκλησιαστικά πρόσωπα. Για παράδειγμα, οι τρεις, Ιάκωβος, Πέτρος και Ιωάννης αναφέρονται ως ισότιμοι:

(Γαλ. 2:9)
Ιάκωβος καί Κηφάς καί Ιωάννης, οι δοκούντες στύλοι είναι

Έχουμε λοιπόν τρία ισότιμα πρόσωπα, τρεις στύλους χωρίς επιπλέον προνόμια και χωρίς ο Πέτρος να αναφέρεται καν πρώτος στη σειρά. Και πως διαπιστώνεται το υποτιθέμενο πρωτείο του Πέτρου, όταν ο Παύλος μπορεί και του κάνει έντονες παρατηρήσεις για την συμπεριφορά του αντιμετωπίζοντάς τον τουλάχιστον ως ισότιμο;

(Γαλ. 2:11)
Ότε δέ ήλθε Πέτρος εις Αντιόχειαν, κατά πρόσωπον αυτώ αντέστην, ότι κατεγνωσμένος ήν.

δηλ.

Και όταν ο Πέτρος ήρθε στην Αντιόχεια, εναντιώθηκα σ' αυτόν κατά πρόσωπο, για τον λόγο ότι ήταν αξιοκατάκριτος

Εκτός αυτών όμως, πολλαπλά είναι τα χωρία που αναιρούν σαφώς κάθε ατομική αξίωση πρωτείου και καταδεικνύουν την αντίθεση της Καινής Διαθήκης προς κάθε τάση για φιλοπρωτεία:

  • (Ματθ. 20:25-28)
ο δε Ιησούς προσκαλεσάμενος αυτούς είπεν• οίδατε ότι οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτών. ουχ ούτως έσται εν υμίν, αλλ' ος εάν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι, έσται υμών διάκονος, και ος αν θέλη εν υμίν είναι πρώτος, έσται υμών δούλος. ώσπερ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών.
  • (Μαρκ. 9:35)
και καθίσας εφώνησε τους δώδεκα και λέγει αυτοίς. ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος και πάντων διάκονος.
  • (Μαρκ. 10:42-45)
ο δε Ιησούς προσκαλεσάμενος αυτούς λέγει αυτοίς• οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτών ουχ ούτω δε έσται εν υμίν, αλλ' ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος,

και ος αν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος. και γαρ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών

  • (Λουκ. 9:46-48)
Εισήλθε δε διαλογισμός εν αυτοίς, το τις αν είη μείζων αυτών. ο δε Ιησούς ιδών τον διαλογισμόν της καρδίας αυτών, επιλαβόμενος παιδίου έστησεν αυτό παρ' εαυτώ και είπεν αυτοίς• ος εάν δέξηται τούτο το παιδίον επί τω ονόματί μου, εμέ δέχεται, και ος εάν εμέ δέξηται, δέχεται τον αποστείλαντά με. ο γαρ μικρότερος εν πάσιν υμίν υπάρχων, ούτός εστι μέγας.
  • (Λουκ. 22:24-27)
Εγένετο δε και φιλονεικία εν αυτοίς, το τις αυτών δοκεί είναι μείζων. ο δε είπεν αυτοίς. οι βασιλείς των εθνών κυριεύουσιν αυτών, και οι εξουσιάζοντες αυτών ευεργέται καλούνται. υμείς δε ουχ ούτως, αλλ' ο μείζων εν υμίν γινέσθω ως ο νεώτερος, και ο ηγούμενος ως ο διακονών. τις γαρ μείζων, ο ανακείμενος η ο διακονών; ουχί ο ανακείμενος; εγώ δε ειμι εν μέσω υμών ως ο διακονών.

Έτσι, κατά την άποψη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τα εδάφια που υποτίθεται πως στηρίζουν το πρωτείο του Πέτρου και κατά συνέπεια του εκάστοτε Πάπα, έχουν ερμηνευθεί αποσπασματικά και όχι με βάση τη θέση που έχουν στην Καινή Διαθήκη που πρέπει να γίνεται αποδεκτή ως ενιαίο σύνολο.

Διαμαρτυρόμενοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Διαμαρτυρόμενοι δεν αποδέχονται οποιαδήποτε αναγνώριση πρωτείου και αλάθητου στην Εκκλησία, είτε αυτό αφορά τον Επίσκοπο Ρώμης είτε τις 21 Οικουμενικές Συνόδους της Καθολικής Εκκλησίας. Για αρκετό καιρό, οι Διαμαρτυρόμενοι αμφισβητούσαν την ίδρυση της Αγίας Έδρας της Ρώμης από τον Πέτρο, μέχρι που η επιστήμη επιβεβαίωσε το γνήσιο του τάφου του Αγίου Πέτρου στο Βατικανό και επιβεβαίωσε τις ιστορικές πηγές της διαμονής και του θανάτου του Πέτρου στην Ρώμη. Πολλοί διαμαρτυρόμενοι αποφεύγουν και τον τίτλο Άγιος όσον αφορά τον Πέτρο, πρώτο Επίσκοπο Ρώμης.

Θετικά βήματα για την ένωση Καθολικών και Διαμαρτυρομένων έγιναν από τον προηγούμενο Αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι και ηγέτη της Αγγλικανικής Εκκλησίας, ο οποίος δήλωσε ότι οι Αγγλικανοί θα επιθυμούσαν να συμμετάσχουν σε μία ενωμένη Εκκλησία κάτω από την εξουσία του Πάπα.

Μάρτυρες του Ιεχωβά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά πιστεύουν ότι η "πέτρα", ή βράχος, που είχε μνημονεύσει ο Ιησούς στο εδάφιο Ματθαίος 16:18 («εσύ είσαι ο Πέτρος, και πάνω σε αυτόν το βράχο θα οικοδομήσω την εκκλησία μου», ΜΝΚ) ήταν ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός ο οποίος επρόκειτο να αποτελέσει το γερό πέτρινο θεμέλιο της χριστιανικής εκκλησίας.

Στην έκδοσή τους Ο Άνθρωπος σε Αναζήτηση του Θεού[2], αναφέρεται: «Πώς γνωρίζουμε ότι ο Χριστός είναι το πέτρινο θεμέλιο; Το γνωρίζουμε από τη μαρτυρία του ίδιου του Πέτρου, ο οποίος έγραψε: «Πλησιάζοντας σε αυτόν όπως σε μια ζωντανή πέτρα, που από ανθρώπους μεν έχει απορριφθεί αλλά για τον Θεό είναι εκλεγμένη, πολύτιμη [...] διότι περιέχεται στη Γραφή: "Δείτε! Θέτω στη Σιών μια πέτρα, εκλεγμένη, θεμέλια ακρογωνιαία πέτρα, πολύτιμη· και όποιος ασκεί πίστη σε αυτήν δεν πρόκειται να απογοητευτεί"». Ο Παύλος επίσης δήλωσε: «Έχετε οικοδομηθεί πάνω στο θεμέλιο των αποστόλων και προφητών, ενώ θεμέλια ακρογωνιαία πέτρα είναι ο ίδιος ο Χριστός Ιησούς».—1 Πέτρου 2:4-8· Εφεσίους 2:20».

» Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, πιστεύουν οτι δεν υπάρχει Γραφική ή ιστορική απόδειξη για την άποψη ότι ο Πέτρος θεωρούνταν πως είχε τα πρωτεία ανάμεσα στους Χριστιανούς της εποχής του. Ο ίδιος δεν αναφέρει τίποτα γι' αυτό στις επιστολές του, και τα άλλα τρία Ευαγγέλια —περιλαμβανομένου και του Ευαγγελίου του Μάρκου (το οποίο προφανώς διηγήθηκε ο Πέτρος στον Μάρκο)— ούτε καν αναφέρουν τη δήλωση του Ιησού προς τον Πέτρο.—Λουκάς 22:24-26· Πράξεις 15:6-22· Γαλάτας 2:11-14».

»Μάλιστα, πιστεύουν πως δεν υπάρχει καμιά τεκμηριωμένη απόδειξη για το ότι ο Πέτρος πήγε κάποτε στη Ρώμη. (1 Πέτρου 5:13) Όταν ο Παύλος επισκέφθηκε την Ιερουσαλήμ, «ο Ιάκωβος και ο Κηφάς [Πέτρος] και ο Ιωάννης, οι οποίοι φαίνονταν ότι είναι στύλοι», τον ενίσχυσαν. Έτσι, εκείνο τον καιρό, ο Πέτρος ήταν ένας από τους τουλάχιστον τρεις στύλους της εκκλησίας. Αυτός δεν ήταν «πάπας», ούτε και ήταν γνωστός μ’ αυτόν τον τίτλο ή με τον τίτλο του πρώτιστου «επισκόπου» στην Ιερουσαλήμ.—Γαλάτας 2:7-9· Πράξεις 28:16, 30, 31».

Ισλάμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σιίτες Μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι ο Άγιος Πέτρος (Σαμόον στα Αραβικά) ήταν ο εκλεκτός διάδοχος του Ιησού (Ισά) από τον Θεό.

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Απόσπασμα από το άρθρο «Βαρθολομαίος προς Πάπα: Πρόσκληση για διάλογο» της εφημερίδας Ελευθεροτυπία της 17 Απριλίου 2007.
  2. Ο Άνθρωπος σε Αναζήτηση του Θεού, Β. & Φ. Ε. Σκοπιά, σελίδα 268. Οι παραθέσεις των εδαφίων της Αγίας Γραφής στο τμήμα αυτό έγιναν από την Μετάφραση Νέου Κόσμου.