Αλάθητο του Πάπα

Παπικό αλάθητο ή Αλάθητο του Πάπα είναι ένα δόγμα της Καθολικής Εκκλησίας που αναφέρει ότι, σύμφωνα με την υπόσχεση του Ιησού προς τον Απόστολο Πέτρο, ο Πάπας προστατεύεται από την πιθανότητα λάθους «όταν, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως ποιμένας και διδάσκαλος όλων των Χριστιανών, δυνάμει της ανωτάτης αποστολικής του εξουσίας, καθορίζει ένα δόγμα σχετικά με την πίστη ή την ηθική που πρέπει να τηρείται από όλη την Εκκλησία.»[1]
Το δόγμα αυτό διαμορφώθηκε στην Πρώτη Σύνοδο του Βατικανού των ετών 1869-1870, αλλά είχε υποστηριχθεί και πριν από αυτήν, καθώς υπήρχε ήδη στην μεσαιωνική θεολογία και ήταν γνώμη της πλειοψηφίας την εποχή της αντιμεταρρύθμισης.[2]
Σύμφωνα με την Καθολική θεολογία, υπάρχουν αρκετές έννοιες σημαντικές για την κατανόηση της αλάθητης, θείας αποκάλυψη: Η Αγία Γραφή, η Ιερά Παράδοση, και η Διδασκαλία της Εκκλησίας. Οι αλάνθαστες διδασκαλίες του Πάπα είναι μέρος της Ιεράς Διδασκαλίας, η οποία επίσης αποτελείται από τις Οικουμενικές Συνόδους και την «συνήθη και γενική διδασκαλία». Στην Καθολική θεολογία, το παπικό αλάθητο είναι ένα από τα κανάλια του αλάθητου της Εκκλησίας. Οι αλάνθαστες διδασκαλίες του Πάπα πρέπει να βασίζονται σε, ή τουλάχιστον να μην έρχονται σε αντίθεση με την Ιερά Παράδοση ή την Αγία Γραφή.
Το δόγμα του αλάθητου βασίζεται σε έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους του Καθολικού δόγματος: Αυτό της υπεροχής του Πέτρου, που κληρονομεί ο εκάστοτε Πάπας, καθώς και στην εξουσία του ως αρμόδιου οργάνου να κρίνει για το τι είναι αποδεκτό ως επίσημη πίστη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας[3] . Η χρήση αυτής της εξουσίας αναφέρεται συχνά ως ομιλία από καθέδρας.[4] Η επίσημη ανακήρυξη του παπικού αλάθητου από την Πρώτη Σύνοδο του Βατικανού πραγματοποιήθηκε στις 18 Ιουλίου 1870. Από εκείνη τη στιγμή, το μόνο παράδειγμα διατάγματος από καθέδρας πραγματοποιήθηκε το 1950, όταν ο Πάπας Πίος ΙΒ΄ όρισε την Κοίμηση της Θεοτόκου ως άρθρο της πίστης.[5] Πριν την επίσημη ανακήρυξη του 1870, υπήρχαν και άλλα διατάγματα που ταιριάζουν με τον ορισμό των από καθέδρας,όπως για παράδειγμα, του Πάπα Βονιφάτιου Η΄ στο δελτίο Unam Sanctam του 1302,[6][7][8] και του Πάπα Πίου Θ΄ στο Παπικό σύνταγμα Ineffabilis Deus του 1854.[9][10]
Δόγμα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η φύση του αλάθητου δόγματος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Καθολική Εκκλησία διδάσκει ότι το αλάθητο αποτελεί πνευματικό χάρισμα το οποίο εμπιστεύθηκε ο Χριστός σε ολόκληρη την Εκκλησία, διά του οποίου ο Πάπας, ως «κεφαλή του κολλεγίου των επισκόπων», απολαμβάνει το παπικό αλάθητο.[11] Το χάρισμα αυτό συνιστά τον ύψιστο βαθμό συμμετοχής στη θεία εξουσία του Χριστού,[12] η οποία, στη Καινή Διαθήκη, προκειμένου να προφυλάξει τους πιστούς από την αποστασία και να εγγυηθεί την ομολογία της πίστεως, εξασφαλίζει την παραμονή τους στην αλήθεια.[13] Η Εκκλησία διδάσκει επιπλέον ότι θεία βοήθεια παρέχεται επίσης στον Πάπα όταν ασκεί το λεγόμενο στα λατινικά magisterium, δηλαδή όταν ασκεί την εξουσία του για να δώσει μια αυθεντική ερμηνεία του λόγου του Θεού.[14][15][16]
Συνθήκες κατά τις οποίες οι διδασκαλίες του πάπα μπορούν να κυρηχθούν «αλάθητες»
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Πρώτης Συνόδου του Βατικανού και την καθολική παράδοση, οι προϋποθέσεις ώστε μια παπική διδασκαλία να ανακυρηχθεί από καθέδρας (ex cathedra) είναι οι ακόλουθες:[17]
- ο ρωμαίος Ποντίφικας (ο πάπας μόνος του ή μαζί με το Κολλέγιο των Επισκόπων)
- μιλάει ex cathedra δηλαδή, όταν (κατά την άσκηση της αποστολής του ως ποιμένας και διδάσκαλος όλων των χριστιανών, και δυνάμει της ύψιστης αποστολικής του εξουσίας) ορίζει μια διδασκαλία
- περί πίστεως ή ηθών, και
- η οποία πρέπει να κρατείται από ολόκληρη την Εκκλησία.
Η ορολογία ενός οριστικού διατάγματος καθιστά συνήθως σαφές ότι πληρούται αυτή η τελευταία προϋπόθεση, μέσω τύπων όπως: «Διά της εξουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και των μακαρίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και διά της ιδίας ημών εξουσίας, κηρύσσομεν, αποφαινόμαστε και ορίζομεν τη διδασκαλίαν […] ως αποκαλυφθείσα από τον Θεόν και ως εκ τούτου να κρατείται σταθερώς και αμετακινήτως από πάντας τους πιστούς», ή μέσω συνοδευτικού αναθέματος που δηλώνει ότι όποιος εκ προθέσεως διαφωνεί είναι εκτός της Καθολικής Εκκλησίας.[17]
Για παράδειγμα, το 1950, με την αποστολική διακήρυξη Munificentissimus Deus, ο Πάπας Πίος ΙΒ΄ όρισε αλάθητο το δόγμα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, συνοδεύοντας τον ορισμό με τα λόγια:
«Εάν λοιπόν κάποιος, πράγμα που ο Θεός να μην επιτρέψει, τολμήσει εκουσίως να αρνηθεί ή να θέσει εν αμφιβόλω εκείνο που ορίσαμε, ας γνωρίζει ότι εξέπεσε ολοκληρωτικά από την θεία και καθολική Πίστη.»[18]
Όπως συμβαίνει με όλα τα χαρίσματα, η Εκκλησία διδάσκει ότι και το χάρισμα του παπικού αλαθήτου πρέπει να διακρίνεται ορθώς, πλην όμως μόνο από τους ηγέτες της Εκκλησίας.[19][20]Ο τρόπος για να διαπιστωθεί εάν κάτι που λέει ένας Πάπας είναι αλάθητο ή όχι, είναι να εξακριβωθεί εάν πρόκειται για διδασκαλία ex cathedra. Εξίσου αλάθητες θεωρούνται οι διδασκαλίες του συνόλου των επισκόπων της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως αλλά όχι αποκλειστικά εν Οικουμενική Σύνοδο.[21]
Όρια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το αποστολικό σύνταγμα Pastor aeternus δεν επιτρέπει κανενός είδους αλάθητο για την Εκκλησία ή τον Πάπα σε νέα δόγματα. Οποιοδήποτε δόγμα ορίζεται πρέπει να είναι «σύμφωνο προς την Αγία Γραφή και τις Αποστολικές Παραδόσεις»:
«Διότι το Άγιο Πνεύμα δεν υπεσχέθη στους διαδόχους του Πέτρου ώστε διά της αποκαλύψεώς Του να καθιστούν γνωστόν νέον δόγμα, αλλά ώστε με τη βοήθειά Του να τηρούν απαρασάλευτα και να ερμηνεύουν πιστά την Αποκάλυψη, το Θησαύρισμα της Πίστεως, το οποίο παραδόθηκε διά των Αποστόλων.»
Παρατίθενται επίσης παραδείγματα κατάλληλων διαδικασιών διαβούλευσης: σύγκληση Οικουμενικών Συνόδων, αναζήτηση της γνώμης της Εκκλησίας σε όλο τον κόσμο, Σύνοδοι κ.λπ.
Δεν είναι κάθε καθολική διδασκαλία αλάθητη. Η Σύνοδος για το Δόγμα της Πίστεως διακρίνει τρεις κατηγορίες δογμάτων:[22]
- εκείνα που πρέπει να πιστεύονται ως θεία αποκάλυψη.
- εκείνα που πρέπει να τηρούνται οριστικά:
- κατόπιν επίσημης πράξεως ορισμού από Πάπα ή Οικουμενική Σύνοδο,
- κατόπιν μη οριστικής πράξεως Πάπα, επιβεβαιώνοντας ή επαναβεβαιώνοντας διδασκαλία που ήδη μεταδίδεται από την καθολική και οικουμενική διδακτική εξουσία των επισκόπων.
- διαφορετικά, πρέπει να γίνονται σεβαστά ή να γίνονται αποδεκτά (στην περίπτωση ιερέων και μοναχών) ως μέρος της συνηθισμένης διδακτικής εξουσίας των επισκόπων, χωρίς όμως αξίωση αλάθητου.

Παραδείγματα δογμάτων που πρέπει να πιστεύονται ως «θεία αποκάλυψη» περιλαμβάνουν τα λόγια του Ιησού στα Ευαγγέλια, εφόσον τα Ευαγγέλια αποτελούν μέρος της Αγίας Γραφής, η οποία αποτελεί τμήμα του θησαυρίσματος της θείας αποκάλυψης, καθώς και η Άμωμος Σύλληψη της Θεοτόκου και η Κοίμησή της, καθώς τα έγγραφα που όρισαν τα δόγματα αυτά δηλώνουν ρητώς ότι ανήκουν στις θείες αποκεκαλυμμένες αλήθειες.[23][24] Παραδείγματα δογμάτων που πρέπει να τηρούνται «οριστικά» περιλαμβάνουν τη Μετουσίωση, τη Σφραγίδα του Μυστηρίου της Εξομολογήσεως, την απαγόρευση χειροτονίας γυναικών, καθώς και το ίδιο το παπικό αλάθητο.
Τον Ιούλιο του 2005, ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄ δήλωσε αυθορμήτως ενώπιον ιερέων στην Αόστα ότι: «Ο Πάπας δεν είναι μαντείο· είναι αλάθητος σε ελάχιστες περιστάσεις, όπως γνωρίζουμε.»[25] Ο Πάπας Ιωάννης ΚΓ΄ είχε κάποτε παρατηρήσει: «Είμαι αλάθητος μόνον όταν ομιλώ αλαθήτως· αλλά δεν πρόκειται ποτέ να το πράξω αυτό, επομένως δεν είμαι αλάθητος.»[26][27][28][29][30]
Δόγμα που προτείνεται από έναν Πάπα ως προσωπική του γνώμη, χωρίς να έχει ανακηρυχθεί πανηγυρικά ως δόγμα της Εκκλησίας, δύναται να απορριφθεί ως ψευδές, ακόμη και αν αφορά θέμα πίστεως και ηθών· πολύ περισσότερο δε οποιαδήποτε άποψη εκφράσει σε άλλα ζητήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα προσωπικής γνώμης περί ζητήματος πίστεως και ηθών, η οποία διδάχθηκε από Πάπα αλλά απορρίφθηκε από την Εκκλησία, είναι η άποψη που διατύπωσε ο Πάπας Ιωάννης ΚΒ΄ σχετικά με το πότε οι νεκροί δύνανται να αντικρίσουν τη μακαρία όραση.[31] Ο περιορισμός του παπικού αλαθήτου «σε άλλα ζητήματα» εικονογραφείται συχνά από τη διήγηση του Καρδιναλίου Τζέιμς Γκίμπονς, σύμφωνα με την οποία ο Πάπας τον προσφώνησε συνεχώς εσφαλμένα ως «Τζίμπονς».[32][απέτυχε η επαλήθευση]
Αναφορές και σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «Το αλάθητο σημαίνει κάτι περισσότερο από την απαλλαγή από το πραγματικό σφάλμα· σημαίνει απαλλαγή από την ίδια τη δυνατότητα σφάλματος,» "Infallibility means more than exemption from actual error; it means exemption from the possibility of error," P. J. Toner, Infallibility, Καθολική Εγκυκλοπαίδεια (αγγλικά), 1910
- ↑ Brian Gogan. «The Common Corps of Christendom: Ecclesiological Themes in the Writings of ...». Books.google.com. σελ. 33. Ανακτήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2016.
- ↑ Erwin Fahlbusch et al.
- ↑ Wilhelm, Joseph and Thomas Scannell.
- ↑ Encyclopedia of Catholicism by Frank K. Flinn, J. Gordon Melton 207 (ISBN 0-8160-5455-X) page 267
- ↑ «Δηλώνουμε, λέγομεν, ορίζομεν και αποφαινόμεθα ότι είναι απολύτως αναγκαίο διά τη σωτηρίαν παντός ανθρώπινου πλάσματος να υποτάσσεται εις τον Ρωμαίον Ποντίφικα.»"
- ↑ Manning, Henry Cardinal.
- ↑ Fisher, George Parker.
- ↑ «Δηλώνουμε, αποφαινόμεθα και ορίζομεν ότι η διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία η Υπεραγία Θεοτόκος Μαρία, από την πρώτη στιγμή της συλλήψεώς της, διά μίας μοναδικής χάριτος και προνομίου χορηγηθέντος από τον Παντοδύναμον Θεόν, ενόψει των αξιών του Ιησού Χριστού, Σωτήρος του ανθρωπίνου γένους, διετηρήθη απαλλαγμένη από κάθε κηλίδα του προπατορικού αμαρτήματος, είναι διδασκαλία αποκεκαλυμμένη υπό του Θεού και, ως εκ τούτου, πρέπει να πιστεύεται σταθερώς και διαρκώς από πάντας τους πιστούς.»
- ↑ MacArthur, John F., Jr. Charismatic Chaos.
- ↑ «Catechism of the Catholic Church – Christ's Faithful – Hierarchy, Laity, Consecrated Life». Vatican.va. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Σεπτεμβρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2016.
- ↑ «Catechism of the Catholic Church – The Church, Mother and Teacher §2035». Vatican.va. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2016.
- ↑ «Catechism of the Catholic Church – Christ's Faithful – Hierarchy, Laity, Consecrated Life». Vatican.va. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Σεπτεμβρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2016.
- ↑ «Catechism of the Catholic Church – Christ's Faithful – Hierarchy, Laity, Consecrated Life §892». Vatican.va. 20 Φεβρουαρίου 1946. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Σεπτεμβρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2016.
- ↑ «Definition of MAGISTERIUM». www.merriam-webster.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 16 Αυγούστου 2018.
- ↑ «What Is the Magisterium? | Thomas Storck | IgnatiusInsight.com». www.ignatiusinsight.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Ιανουαρίου 2023. Ανακτήθηκε στις 16 Αυγούστου 2018.
- 1 2 «Catholic Encyclopedia: Theological Definition». www.newadvent.org. Ανακτήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 2023.
- ↑ «Pope Pius XII, Munificentissimus Deus, §45, 1 November 1950, Libreria Editrice Vaticana». W2.vatican.va. Ανακτήθηκε στις 9 Απριλίου 2019.
- ↑ Congregation for the Doctrine of the Faith's Letter "Iuvenescit Ecclesia", 9 Finally, conciliar teaching constantly recognizes the essential role of pastors in the discernment of the charisms and their ordered exercise within the ecclesial communion.[27] [...] Footnote [27] Cf. Second Vatican Ecumenical Council, Dogmatic Constitution Lumen Gentium, 12: "judgment as to their genuinity and proper use belongs to those who are appointed leaders in the Church, to whose special competence it belongs, not indeed to extinguish the Spirit, but to test all things and hold fast to that which is good (cf. 1 Ts 5:12 and 19–21)". Although this refers immediately to the discernment of extraordinary gifts, by analogy, what is stated here applies generically for every charism.
- ↑ «Catechism of the Catholic Church – The Church – People of God, Body of Christ, Temple of the Holy Spirit». Vatican.va. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2016.
It is in this sense that discernment of charisms is always necessary. No charism is exempt from being referred and submitted to the Church's shepherds. "Their office [is] not indeed to extinguish the Spirit, but to test all things and hold fast to what is good," (LG 12; cf. 30; 1 Thess 5:12, 19–21; John Paul II, Christifideles Laici, 24.) so that all the diverse and complementary charisms work together "for the common good." (1 Cor 12:7.)
- ↑ «Catechism of the Catholic Church». Vatican.va. 20 Φεβρουαρίου 1946. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Απριλίου 2011. Ανακτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2016.
- ↑ «Doctrinal Commentary on the Concluding Formula of the Professio Fideo».
- ↑ «Pius IX's Ineffabilis Deus (Defining the Immaculate Conception) | EWTN».
- ↑ «Munificentissimus Deus (November 1, 1950) | Pius XII».
- ↑ "Pope Has No Easy "Recipe" for Church Crisis." Zenit, 29 July 2005, retrieved 8 July 2009, zenit.org Αρχειοθετήθηκε 8 June 2011 στο Wayback Machine.
- ↑ «Assuming Infallibility». NCR (στα Αγγλικά). 15 Αυγούστου 2015. Ανακτήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2022.
- ↑ Sean, Michael (12 Νοεμβρίου 2010). «The 'straight arrow' theologian and the pope | National Catholic Reporter». Ncronline.org. Ανακτήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2016.
- ↑ Selwood, Dominic (8 Δεκεμβρίου 2016). «On this day: Pope Pius IX issues the first infallible pronouncement of the modern era». The Telegraph (στα Αγγλικά). ISSN 0307-1235. Ανακτήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2022.
- ↑ Horowitz, Evan (24 Σεπτεμβρίου 2015). «When is the pope considered infallible?». BostonGlobe.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2022.
- ↑ Barney, Kevin (5 Φεβρουαρίου 2016). «Infallibility». By Common Consent (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2022.
- ↑ Hans Schwartz (2000). Eschatology. Eerdmans. σελ. 298. ISBN 978-0-8028-4733-1.
- ↑ «The Authority of the Popes». Catholic Front. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 12 Φεβρουαρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2017.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Αλάθητο του Πάπα στο Wikimedia Commons