Σχίσμα του 867

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αναπαράσταση της Δ´ συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως το 879, σχέδιο του 16ου αιώνα

Το σχίσμα του 867 ή Φώτειο σχίσμα ή μικρό σχίσμα, ήταν το πρώτο σχίσμα μεταξύ των χριστιανικών πατριαρχείων της ανατολής και της δύσης, με την σύγκρουση να επικεντρώνεται ανάμεσα στον πατριάρχη Φώτιο Α´ της Κωνσταντινουπόλεως (μετέπειτα Άγιος Φώτιος των ορθοδόξων) και τον πάπα Νικόλαο Α´ της Ρώμης (μετέπειτα Άγιος Νικόλαος των καθολικών). Το σχίσμα δεν προκλήθηκε λόγω θεολογικών διαφορών -όπως το μεγάλο σχίσμα του 1054 για το ζήτημα των αζύμων και το φιλιόκβε, αν και για το τελευταίο ο Φώτιος είχε εκφραστεί γραπτά εναντίον της ιδέας η οποία δεν είχε υιοθετηθεί ακόμα από την Ρώμη-, αλλά διοικητικών, καθώς η Ρώμη προέβαλλε απαιτήσεις πρωτοκαθεδρίας, γνωστής ως το παπικό πρωτείο, έναντι των άλλων 4 πατριαρχείων της Κωνσταντινουπόλεως, Αντιοχείας, Αλεξανδρείας, και Ιεροσολύμων. Παράλληλα αμφισβήτησε την ιδιότητα του Φωτίου Α´ τον οποίο και αφόρισε το 863, βάσει ζητήματος διαδοχής που προέκυψε με τον προηγούμενο πατριάρχη τον Ιγνάτιο, ενώ ο Νικόλαος Α´ αφορίστηκε το 867 από τον Φώτιο.[1]Η διάρκεια του σχίσματος ήταν ολιγόχρονη, όμως συνέβαλε στην επιδείνωση της καχυποψίας μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Ρώμης κάτι που 2 αιώνες αργότερα οδήγησε στο μεγάλο σχίσμα.[2][3]

Έναρξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοιχογραφία του Φωτίου Α´ ως Αγίου Φωτίου, 19ος αιώνας, Κίεβο

Το 858 ο πατριάρχης Ιγνάτιος της Κωνσταντινούπολης καθαιρέθηκε και εξορίστηκε από τον 19χρονο βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ´ και τον θείο του τον Βάρδα ο οποίος διαχειρίζονταν τις περισσότερες κυβερνητικές υποθέσεις, καθώς κατηγορήθηκε πως συνεργαζόταν με τους πολιτικούς εχθρούς του αυτοκράτορα και είχε γενικά άσχημες σχέσεις με τον Βάρδα. Είναι πιθανό πως παραιτήθηκε επίσημα,[4] αν και διατηρείται επίσης η εκδοχή πως αρνήθηκε να παραιτηθεί.[5] Ως νεός πατριάρχης διορίστηκε ο Φώτιος, ο οποίος δεν ήταν ιερωμένος αλλά κοσμικός, και κατόπιν χειροτονήθηκε επίσκοπος έτσι ώστε να αναλάβει καθήκοντα πατριάρχη.[6][7] Ένας από τους χειροτονίζοντες μητροπολίτες ήταν ο Γρηγόριος Ασβεστάς ο Συρακούσιος, ο οποίος είχε προηγουμένως αφοριστεί και καθαιρεθεί από τον Ιγνάτιο.[8]

Αναπαράσταση του πάπα Νικολάου Α´ ως Αγίου Νικολάου, 9ος αιώνας

Ωστόσο υπήρχε μερίδα μητροπολιτών και αρκετών μονών (ιδιαίτερα αυτή του Στουδίου) οι οποίοι αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τον νέο πατριάρχη. Παράλληλα εκκρεμούσε και η τοποθέτηση του επισκόπου Ρώμης, πάπα Νικολάου Α´ σχετικά με την αναγνώριση του ποιος ήταν πατριάρχης. Το 860, ο Μιχαήλ Γ´ έστειλε επιστολή στον πάπα Νικόλαο ζητώντας του να στείλει απεσταλμένους (λεγάτους) στην σύνοδο που θα γινόταν στην Κωνσταντινούπολη έτσι ώστε να διευθετηθεί το θέμα, καθώς και το ποια ήταν η στάση της Ρώμης σχετικά με τις εικόνες (οι εικονομάχοι είχαν ηττηθεί με τον θάνατο του Θεόφιλου το 842 και την ενθρόνιση του Μιχαήλ Γ´) .[9] Ο Νικόλαος απάντησε θετικά, λέγοντας πως εάν οι απεσταλμένοι του αποφάσιζαν μετά από την εξέταση των γεγονότων πως πράγματι οι κατηγορίες εναντίον του Ιγνάτιου ευσταθούσαν, τότε θα αποδεχόταν τον Φώτιο ως πατριάρχη.[10]

Έτσι το 861 συγκλήθηκε οικουμενική σύνοδος η οποία αποφάσισε πως ο Ιγνάτιος δεν ήταν πλέον πατριάρχης.[11][10] Ωστόσο παρά την συμφωνία των απεσταλμένων του με την απόφαση της συνόδου, ο πάπας Νικόλαος απέρριψε την ψήφο τους θεωρώντας ότι υπερέβησαν την δικαιοδοσία τους,[5] και συγκάλεσε δική του αντισύνοδο στην Ρώμη το 863 η οποία ακύρωσε τις αποφάσεις της συνόδου του 861, καταδίκασε και αφόρισε τον Φώτιο ως παράτυπο πατριάρχη καθώς ήταν κοσμικός πιο πριν, και αναγνώρισε τον Ιγνάτιο ως τον πραγματικό.[1][12]

Βουλγαρική εμπλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις κατά τον 9ο αιώνα, από αριστερά προς τα δεξιά, Εμιράτο της Κόρδοβας, Καρολίδες Φράγκοι, Βουλγαρική αυτοκρατορία, Βυζαντινή αυτοκρατορία

Με την εξέλιξη της συνόδου της Ρώμης το 863 η οποία αγνόησε την σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 861, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ´ έστειλε επιστολή σε αυστηρό ύφος στον πάπα Νικόλαο Α´. Ο Νικόλαος απάντησε το 865 πως ήταν πλέον έτοιμος να επανεξετάσει το θέμα.[5] Ωστόσο κατά την ίδια περίοδο, οι Βούλγαροι είχαν εκχριστιανιστεί μαζί με τον ηγεμόνα τους Μπόρις Α´ μετά την ήττα τους από τους Βυζαντινούς. Ζήτησαν την ίδρυση του δικού τους βουλγαρικού πατριαρχείου, κάτι που δεν έγινε δεκτό από τον Φώτιο, και έτσι στράφηκαν προς τον πάπα.[13]

Ο Μιχαήλ Γ´ φοβούμενος πως οι παραπάνω εξελίξεις αποτελούσαν απόπειρα επέκτασης των Καρολίγγειων Φράγκων μέσω του πάπα προς την Βυζαντινή αυτοκρατορία, συγκάλεσε νέα σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 867 προσκαλώντας τους πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, και Ιεροσολύμων,[14] όπου στην σύνοδο αυτή αφορίστηκε ο πάπας Νικόλαος και ανακοινώθηκε πως καθαιρείται από το αξίωμα του επισκόπου.[15]

Κατάληξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εντωμεταξύ ο πάπας Νικόλαος είχε αρνηθεί τον διορισμό του προσώπου της επιλογής του Μπόρις Α´, και έτσι οι Βουλγάροι στραφήκαν και πάλι στους Βυζαντινούς, οι οποίοι τελικά τους επέτρεψαν την ίδρυση Βουλγαρικής αυτοκέφαλης εκκλησίας κατά την 4η σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως.[16]Ο πάπας Νικόλαος Α´ πέθανε πριν μάθει για την εξέλιξη αυτή, ενώ ο Μιχαήλ Γ´ δολοφονήθηκε κατά την ανατροπή του από τον Βασίλειο Α´, ο οποίος εξόρισε τον Φώτιο και επανέφερε τον Ιγνάτιο ως πατριάρχη.

Μετά τον θάνατο του Νικολάου, και την καθαίρεση του Φωτίου, ο πατριάρχης Ιγνάτιος και ο νέος πάπας Ιωάννης Η´ επανέφεραν τις ομαλές σχέσεις μεταξύ τους και το σχίσμα έληξε, με τις αντιρρήσεις ωστόσο να παραμένουν.

Με τον θάνατο του Ιγνάτιου το 877, ο Φώτιος ξαναέγινε πατριάρχης, και με νέα σύνοδο που έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 879, οι απεσταλμένοι του πάπα αναγνωρίσαν τον Φώτιο ως νόμιμο πατριάρχη, με τον Ιωάννη να συμφωνεί. Επίσης σύμφωνα με τις αποφάσεις της συνόδου, η Ρώμη είχε ονομαστική εξουσία επί των ζητημάτων της Βουλγαρικής εκκλησίας, αλλά η δικαιοδοσία παρέμενε στην Κωνσταντινούπολη.[1] Η βουλγαρική εκκλησία παρέμεινε αυτοκέφαλη έως το 927, όταν και αναβαθμίστηκε σε πατριαρχείο κατά την διάρκεια ειρηνευτικής συμφωνίας με τους Βυζαντινούς.

Μετέπειτα αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φώτιος απέκτησε διαχρονικούς ιδιαίτερα μελανούς χαρακτηρισμούς από την πλειοψηφία των δυτικών ρωμαιοκαθολικών ιστορικών,[17][3] με αρκετούς από τους χαρακτηρισμούς να επαναχρησιμοποιούνται προερχόμενοι ιστορικά από οπαδούς του Ιγνατίου κατά την εποχή όπου εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Οι εξελίξεις αυτές αποτέλεσαν επίσης ιστορικό παράδειγμα που χρησιμοποιήθηκε μετέπειτα από τους προτεστάντες εναντίον του καθολικισμού. Κριτική επίσης υπάρχει και από μικρή μερίδα Ελλήνων και λοιπών ορθοδόξων ιστορικών, με έναν από τους γνωστότερους ιστορικούς να είναι ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος ο οποίος ανέφερε πως ο Ιγνάτιος σωστά συγκάλεσε σύνοδο μετά το περιστατικό της αντισύνοδου του πάπα Νικολάου, αλλά πως μέσα στην αγανάκτηση του κακώς και χωρίς περίσκεψη επιτέθηκε στον πάπα ως αιρετικό αντί να εστιάσει στο ζήτημα του παπικού πρωτείου.[3][18]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Kleinhenz, Christopher (2004), Medieval Italy, 2, Routledge, σελ. 890, ISBN 978-0-41593931-7, https://books.google.com/books?id=spKxJeHJgTAC&pg=PA890 .
  2. Dvornik, Francis (1948), The Photian Schism: History and Legend, Cambridge University Press, https://books.google.com/books?id=X_A8AAAAIAAJ 
  3. 3,0 3,1 3,2 Diakonia, Apostoliki. «Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος». www.apostoliki-diakonia.gr. http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?cat=afier&NF=1&contents=contents_Fotios.asp&main=Fotios&file=1.htm. Ανακτήθηκε στις 2017-02-01. 
  4. Dvornik 1948, σελ. 45.
  5. 5,0 5,1 5,2 «Photius», Dictionary of the Christian Church, Oxford University Press, 2005, σελ. 1292, ISBN 978-0-19-280290-3 .
  6. Dvornik 1948, σελ. 50.
  7. «24grammata.com Culture e-Magazine – Free eBooks – WebRadio  » ΦΩΤΙΟΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ» (στα αγγλικά). www.24grammata.com. http://www.24grammata.com/?p=36722. Ανακτήθηκε στις 2017-02-01. 
  8. Dvornik 1948, σελ. 51.
  9. Dvornik 1948, σελ. 70.
  10. 10,0 10,1 Dvornik 1948, σελ. 76.
  11. Dvornik 1948, σελίδες 59–64.
  12. Nichols 2010, σελ. 231.
  13. Treadgold 1997, σελ. 453.
  14. Nichols 2010, σελ. 232.
  15. Nichols 2010, σελίδες 241–42.
  16. Vlasto, A.P. (1970). The Entry of the Slavs into Christendom. Cambridge University Press, σελ. 159-162. 
  17. «CATHOLIC ENCYCLOPEDIA: Photius of Constantinople». www.newadvent.org. http://www.newadvent.org/cathen/12043b.htm. Ανακτήθηκε στις 2017-02-01. 
  18. Παπαρηγόπουλος, Κωνσταντίνος. «Ιστορία του ελληνικού έθνους, τόμος Γ´». anemi.lib.uoc.gr, σ. 300. http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?rec=/metadata/1/1/e/metadata-01-0000105.tkl&do=59795_03_02.pdf&pageno=310&pagestart=1&width=489&height=688&maxpage=334. Ανακτήθηκε στις 2017-02-04. 

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξενόγλωσση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]