Πρεσβεία τιμής των Εκκλησιών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τα πρεσβεία τιμής των Εκκλησιών ήταν ο άτυπος-εθιμικός θεσμός που αναπτύχθηκε στην Εκκλησία κατά τους πρώτους αιώνες της λειτουργίας της, λόγω της εξαιρετικής αυθεντίας που ανέπτυξαν, ως ένα συνδυασμό που απέρρεε από την πολυσχιδή δράση τους, τη γνησιότητα στην ερμηνεία της αποστολικής παραδόσεως αλλά και την πολιτική σημαντικότητα που επεδείκνυε ως μητροπολιτικό κέντρο της παρουσίας Χριστιανών η εκάστοτε τοπική εκκλησία. Στόχος από αυτή τη διαμόρφωση του εθιμικού πρωτείου ανάμεσα στις τοπικές εκκλησίες, ήταν να αναδείξουν την ανόθευτη αποστολική παράδοση και να αντιμετωπίσουν τις κακοδοξίες με βάση την αυθεντία που απέρρεε από τα πρεσβεία τιμής. Τα πρεσβεία τιμής των θρόνων, φαίνεται να πήραν άλλη τροπή ως θεσμός κατά το σχίσμα του 1054 μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής χριστιανικής εκκλησίας, όταν ο Πάπας Ρώμης εν μέσω άλλων ζητημάτων, επέμενε στην πρωτοκαθεδρία του Παπικού θρόνου έναντι των υπολοίπων εκκλησιών.

Διαμόρφωση του θεσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήδη κατά το 2ο αιώνα παρατηρείται μια προτίμηση της μαρτυρίας ορισμένων εκκλησιών ως προς την αυθεντικότητα της αποστολικής παραδόσεως. Αυτή μαρτυρία κατά πολλούς θεολόγους αποτελεί δείγμα εξαιρετικής σημασίας διότι, μέσα από την ερμηνεία της αποδεικνύεται η αδιάκοπη αποστολική διαδοχή κάποιων τοπικών εκκλησιών. Ο Τερτυλλιανός στο έργο του «De praeser. haer.» αναφέρει ως αξιολογότερες εκκλησίες, τις εκκλησίες της Αχαΐας, Κορίνθου, Μακεδονίας, Φιλίππων, Θεσαλονικέων, Εφέσου, δηλαδή όσες εκκλησίες είχαν γίνει αποδέκτες Αποστολικών επιστολών μη αναφέροντας καθόλου τις μεγάλες εκκλησίες της εποχής όπως της Αλεξάνδρειας, Ρώμης, Καισαρείας, Καρθαγένης, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων κ.α. Ταυτόχρονα όμως τα αξιόλογα πολιτικά κέντρα είχαν αναμφιβόλως, γίνει ιδιαίτερος στόχος και των αποστόλων που δεν παραγνώριζαν τη διοικητική διάρθρωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στα πλαίσια της οποίας αβίαστα αναπτύχθηκαν οι πρώτες Χριστιανικές κοινότητες. Έτσι η διάδοση του Χριστιανισμού κατά τον 3ο και 4ο αιώνα στα μεγάλα πολιτικά κέντρα, κατέστησε σε ευρύτερες περιοχές κάποιες «μητέρες εκκλησίες», ειδικά δε μεγάλο κύρος απέκτησαν όσες είχαν κατακόμβες. Μάλιστα ήδη από αυτή την εποχή διαφαίνεται μια πρόταση και προβολή της «Μητρός Εκκλησίας» ως κέντρου ενότητας των θυγατρικών εκκλησιών αλλά και του πληρώματος της εκκλησίας, σε σημείο να υποχρεώνει τις διαφωνούσες θυγατρικές, σε συμφωνία με τη μητέρα εκκλησία, αν αυτή διαφοροποιείτο σε οποιοδήποτε ζήτημα.

Εθιμική καθιέρωση των «Πρεσβειών τιμής»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τίτλος «Πρεσβεία τιμής» καθιερώθηκε από το συνοδικό σύστημα της εκκλησίας και αφορούσε τις «μητέρες εκκλησίες». Ο επίσκοποςτου τιμώμενου θρόνου, προΐστατο συνήθως στις χειροτονίες των επισκόπων και στις εργασίες τοπικών συνόδων, ενώ ουσιαστικά ο θεσμός αποτέλεσε τη βάση της εκκλησιαστικής διοικήσεως του 4ου και 5ου αιώνα, τη λεγόμενη Πενταρχία. Η αυθεντία και το κύρος που εξέδιδε στον εκάστοτε επίσκοπο, είχε οικουμενική απήχηση, ενώ από την αλληλοπεριχώρηση της τοπικότητας και της οικουμενικότητας, πήγαζε η ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος, μέσω της κοινωνίας των εκκλησιών.

Τα «πρεσβεία τιμής» της εκκλησίας της Ρώμης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υπεροχή της εκκλησίας της Ρώμης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρώμη ανάμεσα στις εκκλησίες που κατείχαν «πρεσβεία τιμής», αναμφιβόλως είχε εξέχουσα θέση και με βάση την γραμματεία, κατείχε το εθιμικό «πρωτείο». Προς αυτή την κατεύθυνση κρίνεται και η προσφώνηση του Ιγνατίου ως «αξιόθεος, αξιοπρεπής, αξιομακάριστος, αξιέπαινος, αξιοεπίτευκτος, αξιόαγνος και προκαθήμενη της αγάπης...» στο προοίμιο της προς Ρωμαίους επιστολής του. Η προσφώνηση δε «προκαθήμενη της αγάπης» σήμερα ερμηνεύεται από πολλούς δυτικούς θεολόγους ως απόδειξη ενός καθιερωμένου «νομικού» εκκλησιαστικού πρωτείου απο τους πρώτους αιώνες ύπαρξης της εκκλησίας, όμως κάτι τέτοιο θα ήταν παρακινδυνευμένο να ειπωθεί, αν και οπωσδήποτε τονίζει με εμφατικό τρόπο τη ιδιαίτερη τιμή που απολάμβανε.

Σήμερα αρκετά σημεία της εκκλησιολογικής γραμματείας μας δείχνουν πως όντως η Εκκλησία της Ρώμης ήταν λόγω στρατηγικής θέσης, πλήθους, αλλά και αυθεντίας και ανάδειξης προσωπικοτήτων η σπουδαιότερη των τοπικών εκκλησιών. Το θέμα που εγείρεται όμως είναι, αν υπήρχε ένα θεσμοθετημένο πρωτείο ή οχι. Σίγουρα πολλά δυσερμήνευτα χωρία της γραμματείας δυσχαιρένουν το έργο αυτό. Ένα τέτοιο χωρίο είναι του Ειρηναίου Λουγδούνου, στο έργο του Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως το οποίο σώθηκε σε λατινική μετάφραση. Αυτή τη μαρτυρία, εν πολλοίς, η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία τη θεωρεί ως ένα ακλόνητο πειστικό επιχείρημα πως το «παπικό πρωτείο» ήταν θεσμοθετημένο από την πρώτη εκκλησία ήδη. Το ζήτημα που πραγματεύεται ο Ειρηναίος είναι η διαμάχη μεταξύ του Βίκτωρος Ρώμης και των Τεσσαρεσκαιδεκατιτών της Μικράς Ασίας.

Παπικό πρωτείο ή Υπεροχικότητα «Πρεσβείων τιμής»;[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κείμενο του Ειρηναίου Λουγδούνου, διασώθηκε σε λατινική μετάφραση στο έργο Κατά Αιρέσεων[1]. H φράση στη οποία επικεντρώθηκε το ενδιαφέρον ήταν η τελευταία φράση του αποσπάσματος που αναφέρει "Ad hanc enim ecclesiam...est ab apostolis traditio". Πάνω σε αυτό το κείμενο η Ρωμαιοκαθολική εκλησία προβάλλει ένα ενεργό πρωτείο εξουσίας της Ρώμης σε ολόκληρη τη εκκλησία. Η σημερινή έρευνα, παρά τις αποκλίνουσες απόψεις θεωρεί πως αυτή η ερμηνεία σήμερα δεν μπορεί να σταθεί. Μάλιστα ο P.Nautin αμφισβήτησε έντονα την ερμηνεία αυτή θεωρώντας πως με την έννοια «Ad hanc ecclesiam» θεωρεί όχι την τοπική εκκλησία αλλά την οικουμενική, αλλά και ο B.Botte, θεωρούσε πως αναφέρει τις σημαντικότερες εκκλησίες της εποχής αναιρώντας την ερμηνεία της τοπικής εκκλησίας. Αυτή η διαφωνία προέκυψε πάνω στη ερμηνευτική απόδοση της μετάφρασης του κειμένου, που αν είχε σωθεί στη γλώσσα που εγράφη θα επέλυε το πρόβλημα εν τη γενέση του. Λόγω όμως του προβλήματος αυτού υπεισέρχονται υποκειμενικές ερμηνείες. Έτσι όσοι πιστεύουν στην δουλική μετάφραση του κειμένου, κάτι που διαφαίνεται εμφανώς κατά τους άρνητές του πρωτείου, η χρήση του επιρρήματος «undique» είναι και το κλειδί της υπόθεσης της ερμηνείας. Έτσι όσοι πιστεύουν σε δουλική ερμηνεία, το ερμηνεύουν σαν «οποθενδήποτε», ενώ σε ελεύθερη απόδοση ως «απανταχού», κάτι που και Β.Στεφανίδης δέχτηκε, όχι όμως και ο Β.Φειδάς, που δέχεται την πρώτη ερμηνεία. Έτσι η ερμηνεία που δίνει η πλευρά της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας είναι «Προς την εκκλησία(Ρώμης) ταύτην, ένεκα της υπερεχούσης αυθεντίας είναι ανάγκη να συμφωνεί ολόκληρη η εκκλησία, τουτέστιν οι απανταχού πιστοί. Ενώ στη δεύτερη περίπτωση οι πιστοί που πρέπει να ακολουθήσουν είναι οι οποθενδήποτε πιστοί. Επίσης η φράση «omnem ecclesiam» δίδεται σε ενικό αριθμό και όχι πληθυντικό, κάτι που ενισχύει περαιτέρω την άποψη των αρνούντων του πρωτείου, αφού έτσι η ερμηνεία διαμορφώνεται σε «πάσαν την εκκλησίαν» συμφωνούντες (την τοπική της Ρώμης) οι «οποθενδήποτε» χριστιανοί και «όχι πάσας τας εκκλησίας» όπως οι Ρωμαιοκαθολικοί ισχυρίζονται.


Το σημαντικότερο όμως εύρημα της έρευνας που καταδεικνύει, ότι δεν μπορεί με ασφάλεια να εξαχθεί συμπέρασμα σχετικά με το κείμενο αυτό, αν όχι να απορριφθεί εξ ολοκλήρου αυτή η ερμηνεία, είναι η συμπεριφορά του Βίκτωρος Ρώμης, ο οποίος απέστειλε επιστολές στις κύριες τοπικές εκκλησίες ζητώντας τοποθέτηση στο ζήτημα της «διακοπής κοινωνίας» σε βάρος των εκκλησιών της Μικράς Ασίας για το ζήτημα του εορτασμού του Πάσχα. Ο Ειρηναίος σε αυτή την επιστολή, επικαλείτε το παράδειγμα του Πολύκαρπου Σμύρνης και Ανικήτου Ρώμης και την ειρηνική διευθέτηση του ζητήματος, συμβουλέυοντας τον να άρει το ακραίο μέτρο. Σίγουρα ο Βίκτωρας έκανε μια δυναμική κίνηση που υπαγόταν στην υπεροχή της εκκλησίας της Ρώμης, η ανάγκη όμως για συναίνεση, όπως αυτή προκύπτει απο την κίνηση να αποστείλει επιστολές, δείχνει πως δεν ήταν υποχρεωμένες οι άλλες εκκλησίες να ακολουθήσουν υποχρεωτικά το δρόμο που ο Βίκτωρας χάραξε, αλλά μάλιστα δύνατο να διαφωνήσουν, όπως ο Ειρηναίος έπραξε προτάσσοντας το παλαιότερο δεδικασμένο.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Adv.hear. 3,3,2"Sed quoniam est in hoc tali volumine omnium ecclesiarum enumerare successiones, maximae et antiquissimae et omnibus cognitae, a gloriosissimis duobus apostolis Petro et Paulo Romae fondatae et constitutae, ecclesiae, eam quam habet ab apostolis traditionem et adnuntiatam hominibus fidem per successiones episcoporum pervenientem usque ad nos indicantes, confundimus omnes eos qui quoquo modo, vel per sibiplacentiam vel vanam gloriam vel caesittem et senteniam malam, praeterquam oportet colligun. ad hanc enim ecclesiam, propter potentiorem principalitatem, necesse est omnem convenire ecclesiam, hoc est eos qui sunt undique fideles, in qua semper, ab his qui sunt undique, conservata est ea, quae est ab apostolis traditio"
    Απόδοση:Αλλ'επεί μήκιστόν εστί εν τοιούτω τόμω πασών των εκκλησιών αριθμείν τας διαδοχάς, επίδειξην παρέχοντες της από των αποστόλων παραληφθείσης παραδόσεως και της καταγγελθείσης τοις ανθρώποις πίστεως, καταντηκυΐας άχρις ημών ταις των επισκόπων διαδοχές της μεγίστης και αρχαιοτάτης και πάσης γνωστής, της υπό των ενδοξοτάτων δύο αποστόλων Πέτρου και Παύλου θεμελειωθείσης και οκοδομηθείσης, εν Ρώμη εκκλησίας, καταισχύνουμεν πάντας εκείνους, οίτινες εν οιωδήτινη τρόπο (προσχηματικά) είτε δι αυθάδειαν ή ματαιοδοξίαν ή τύφλωσιν και λογισμόν κακόν παρασυναγωγάς ποιούνται. Προς ταύτην ούν εκκλησίαν (Ρώμης), δια την υπεροχοτέραν αρχήν ανάγκη την πάσαν συμφωνείν εκκλησίαν(/Ρωμαιοκ:εκκλησίαις Οικομενικά) (Ρώμης), τουτέστιν των οποθενδήποτε πιστούς, εν η (Ρώμης) πάντοτε εφυλάχθη υπό των οποθενδήποτε (/Ρωμαιοκ:Απανταχού) (εν Ρώμη πιστών) ή από των αποστόλων παράδοσις αύτη. Θεμελιώσαντες ούν και οικοδομήσαντες οι μακάριοι απόστολοι την εκκλησίαν (Ρώμης), Λίνω την της επισκοπής την λειτουργίαν ενεχείρισαν...

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βλάσιος Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδόσεις Διήγηση, Αθήνα 2002