Κρώμνη Πέλλας
Συντεταγμένες: 40°54′13″N 22°19′54″E / 40.90361°N 22.33167°E
| Κρώμνη | |
|---|---|
| Οικισμός | |
| Διοίκηση | |
| Χώρα | |
| Αποκεντρωμένη Διοίκηση | Μακεδονίας-Θράκης |
| Περιφέρεια | Κεντρικής Μακεδονίας |
| Περιφερειακή Ενότητα | Πέλλας |
| Δήμος | Πέλλας |
| Δημοτική Ενότητα | Κύρρου |
| Δημοτική Κοινότητα | Μυλοτόπου |
| Γεωγραφία | |
| Γεωγραφικό διαμέρισμα | Μακεδονία |
| Υψόμετρο | 580 μέτρα |
| Πληροφορίες | |
| Πολιούχος | Άγιος Νικόλαος |
| Παλαιά ονομασία | Κορνισιόρ |
| Ονομασία κατοίκων | Κρωμνιώτες |
Η Κρώμνη είναι μη μόνιμα κατοικούμενος ορεινός οικισμός της Ελλάδας, στην Περιφερειακή Ενότητα Πέλλας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Υπάγεται στην Κοινότητα Μυλοτόπου της Δημοτικής Ενότητας Κύρρου, στον Δήμο Πέλλας.[1][2] Η Κρώμνη είναι κτισμένη στους πρόποδες του όρους Πάικου, σε υψόμετρο 580 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας,[1] μέσα σε μια απόκρημνη χαράδρα, η οποία διασχίζεται από την Γραμμόσκα, παραπόταμο του Αξιού.
Το φυσικό περιβάλλον της Κρώμνης χαρακτηρίζεται από εκτεταμένη και πλούσια δασική βλάστηση, εντός της οποίας εντοπίζονται φυσικές πηγές, σπηλαιώδεις σχηματισμοί και παραδοσιακές λιθόκτιστες κρήνες.[2] Απέχει 19 χλμ. βόρεια από τα Γιαννιτσά, ωστόσο, λόγω της δυσχερούς μορφολογίας του εδάφους, η μετάβαση απαιτεί περίπου 50 λεπτά. Η ασφαλέστερη οδική πρόσβαση πραγματοποιείται μέσω του Νέου Μυλοτόπου.
Η Κρώμνη αποτελεί εποχιακά κατοικούμενο οικισμό, ο οποίος, παρά την απουσία μόνιμου πληθυσμού, διατηρεί ενεργό παρουσία μέσω της φροντίδας και των τακτικών επισκέψεων των πρώην κατοίκων του. Οι καταγόμενοι από την Κρώμνη έχουν ιδρύσει τον Πολιτιστικό Σύλλογο Κρωμνιωτών «Άγιος Νικόλαος», με σκοπό τη διατήρηση και την ανάδειξη των τοπικών ηθών, εθίμων, παραδόσεων και της λαογραφικής κληρονομιάς του οικισμού. Στο σύγχρονο πλαίσιο, η Κρώμνη λειτουργεί κυρίως ως τόπος αναψυχής και ιστορικής μνήμης για τους απογόνους και τους επισκέπτες που διατηρούν δεσμούς με τον τόπο.
Οικιστική μορφολογία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Κρώμνη έχει χαρακτηριστεί επισήμως ως παραδοσιακός οικισμός από το 1992[3] και διατηρεί αναλλοίωτα τα μορφολογικά και δομικά χαρακτηριστικά της παραδοσιακής μακεδονίτικης αρχιτεκτονικής. Τα λιθόκτιστα οικήματα, είτε ασβεστωμένα είτε επιχρισμένα με κοκκινόχωμα, φέρουν ως κυρίαρχο αρχιτεκτονικό στοιχείο το χαγιάτι. Η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του οικισμού παρέχει πολύτιμες ενδείξεις για την καθημερινή ζωή και την πάλαι ποτέ ευημερούσα οικονομική κατάσταση των κατοίκων. Αξιόλογης σημασίας είναι η μεταβυζαντινή εκκλησία του Αγίου Νικολάου (1858), η οποία διακρίνεται για τις σπάνιες τοιχογραφίες, εικόνες και κειμήλια του 19ου αιώνα. Τέλος, είναι γεγονός ότι στον οικισμό απουσιάζει οργανωμένο οδικό δίκτυο, με εξαίρεση έναν δρόμο που κατασκευάστηκε αλλά παρέμεινε ημιτελής· η συνθήκη αυτή έχει συμβάλει στη διατήρηση της αυθεντικής και μη εξωραϊσμένης φυσιογνωμίας της Κρώμνης, η οποία ωστόσο παραμένει έως σήμερα αναξιοποίητη.
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η Κρώμνη αποτελεί ιδιαίτερα παλαιό οικισμό, γεγονός που τεκμηριώνεται τόσο από την τοπική παράδοση όσο και από ιστορικές πηγές.[4] Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, το χωριό ιδρύθηκε κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, έναν ή δύο αιώνες μετά τη Μάχη της Πύδνας (148 π.Χ.), ως αποτέλεσμα της συνένωσης πέντε οικισμών που βρίσκονταν διάσπαρτοι στο Πάικο. Ορισμένοι από τους οικισμούς αυτούς είχαν γνωρίσει σημαντική ακμή κατά την εποχή της βασιλείας του Φιλίππου Β΄ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου.[5]
Τουρκοκρατία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η πρώτη γνωστή γραπτή αναφορά στην Κρώμνη εντοπίζεται σε φορολογικό ντεφτέρ του 1530 για την επαρχία Ρούμελης, όπου καταγράφεται με την ονομασία Κορνισιόρ (Gornişor), χωριό υπαγόμενο στον καζά των Γιαννιτσών. Κατοικούνταν αποκλειστικά από χριστιανικό πληθυσμό και καταγράφονται περίπου 39 νοικοκυριά (hane) χριστιανών και 5 άγαμοι (mucerred) άνδρες.
Το παλαιό όνομα του χωριού θεωρείται βλάχικης προέλευσης και σημαίνει «μικρή κρανιά», στοιχείο που συνδέεται με την παρουσία κρανιών στην περιοχή. Με βάση τη βλάχικη ετυμολογία του ονόματος έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο οικισμός κατοικούνταν παλαιότερα και από Βλαχομογλενίτες· ωστόσο η εκδοχή αυτή δεν επιβεβαιώνεται επαρκώς,[6] καθώς οι κάτοικοι θεωρούνται γηγενείς. Λαμβάνοντας δε υπ΄ όψιν την αναφορά ως Gornişor, σύμφωνα με την τοπική διάλεκτο αυτό ερμηνεύεται ως «Άνω Χωριό».
Το 1630 η Κρώμνη μνημονεύεται σε φορολογικό ντεφτέρ ως χωριό με 64 χριστιανικές οικογένειες.[7] Κατά την Οθωμανική περίοδο υπαγόταν διοικητικά στον καζά Γιαννιτσών, ενώ εκκλησιαστικά ανήκε στη Μητρόπολη Μογλενών. Παρά τη γεωγραφική της απομόνωση, η Κρώμνη παρουσίαζε αξιοσημείωτη οικονομική δραστηριότητα και ευημερία. Στο χωριό λειτουργούσαν κεραμοποιεία, ασβεστοκάμινα, παγοποιεία και εγκαταστάσεις επεξεργασίας ξυλείας, γεγονός που καταδεικνύει ένα επίπεδο τεχνολογικής και παραγωγικής ανάπτυξης συγκρίσιμο με εκείνο μεγαλύτερων αστικών κέντρων της περιοχής, όπως η Θεσσαλονίκη.[8]
Καθ’ όλη τη διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου δεν υπήρξε εγκατάσταση τουρκικού πληθυσμού στην Κρώμνη. Η τουρκική παρουσία περιοριζόταν σε περιστασιακές επισκέψεις φοροεισπρακτόρων από τα Γιαννιτσά, οι οποίες, πραγματοποιούνταν με επιφυλακτικότητα, εξαιτίας του έντονα ανυπότακτου χαρακτήρα των κατοίκων. Οι κάτοικοι προσδιορίζονταν ως Ρωμιοί και,[9] στην πλειοψηφία τους, ήταν ξυλοκόποι και κτηνοτρόφοι. Διατήρησαν διαχρονικά την ορθόδοξη χριστιανική τους πίστη, καθώς κα την ελληνική γραφή. Παράλληλα, για πρακτικούς λόγους που συνδέονταν με την καθημερινότητα και τις αγροτικές δραστηριότητες, χρησιμοποιούσαν στην ομιλία το τοπικό ιδίωμα, το οποίο αποτελούσε γλωσσικό μίγμα σλαβικών, ελληνικών και τουρκικών στοιχείων, και η χρήση του δεν φαίνεται να επηρέαζε την εθνική και θρησκευτική τους συνείδηση.
Η στρατηγική γεωγραφική θέση της Κρώμνης συνέβαλε καθοριστικά στη συμμετοχή της τόσο στην προεπαναστατική περίοδο όσο και στα γεγονότα της Επανάστασης του 1821. Το χωριό λειτουργούσε ως καταφύγιο για τους καταζητούμενους κλέφτες και αρματολούς της περιοχής.[10] Σύμφωνα με την τοπική παράδοση και τις προφορικές μαρτυρίες που διασώθηκαν από γενιά σε γενιά, μετά τη καταστροφή της Νάουσας (13–14 Απριλίου 1822) σημαντικός αριθμός αγωνιστών, καθώς και άμαχοι πληθυσμοί, κατόρθωσαν να διαφύγουν και να διασκορπιστούν σε ομάδες στα ορεινά συγκροτήματα της περιοχής. Δύο από τις κύριες ομάδες εξ αυτών κατέληξαν στο όρος Πάικο, όπου αρχικά εγκαταστάθηκαν σε πρόχειρα και χωριστά καταλύματα. Σε μεταγενέστερο στάδιο, οι ομάδες αυτές μετεγκαταστάθηκαν και ενσωματώθηκαν στον ήδη υπάρχοντα πληθυσμό της Κρώμνης.[11]
Το 1840 εγκαταστάθηκε στην Κρώμνη Τούρκος Μπέης, ο οποίος δεν έγινε αποδεκτός από τον τοπικό πληθυσμό. Ο επικεφαλής του χωριού, Δημήτριος Γόντης ή Κόντης, συνοδευόμενος από τον διερμηνέα Εμμανουήλ Ζήνα, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου κατόρθωσε, έπειτα από απευθείας παρέμβαση προς τον Σουλτάνο, να εξασφαλίσει διαταγή για την απομάκρυνση του Μπέη. Η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα την απόδοση του συνόλου της γης του οικισμού στους κατοίκους του, γεγονός που ενίσχυσε σημαντικά την κοινοτική συνοχή και την οικονομική αυτοδυναμία της Κρώμνης. Το ιδιαίτερο αυτό καθεστώς τοπικής αυτονομίας εδραιώθηκε περαιτέρω κατά τα επόμενα έτη. Ενδεικτικά, το 1858 ανεγέρθηκε η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, η οποία αποτέλεσε κεντρικό θρησκευτικό και κοινωνικό σημείο αναφοράς για το χωριό, ενώ λειτούργησε και ως σχολείο, χωρίς επίσημη οθωμανική έγκριση.[10]
Έτσι το 1870 αφίχθησαν στην Κρώμνη Βούλγαροι εξαρχικοί δάσκαλοι, με στόχο την αναστολή της λειτουργίας του ελληνικού σχολείου και την προσέλκυση του τοπικού πληθυσμού στην Εξαρχία. Οι προσπάθειες αυτές, ωστόσο, δεν απέδωσαν καρπούς, καθώς κανένας εξαρχικός δεν κατόρθωσε να εγκατασταθεί μόνιμα στο χωριό, ενώ η παρουσία τους περιορίστηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, περίπου δύο εβδομάδων. Οι μαθητές που επιχειρήθηκαν να προσεγγιστούν εγκατέλειπαν προσωρινά τον οικισμό και κατέφευγαν στα γύρω ορεινά, αποφεύγοντας κάθε μορφή συνεργασίας. Παράλληλα, η εκκλησία του Αγίου Νικολάου λειτούργησε και ως εκπαιδευτικό κέντρο, καθώς οι ιερείς του χωριού ασκούσαν ταυτόχρονα καθήκοντα δασκάλων και γραμματέων της κοινότητας. Με τον τρόπο αυτόν συνέβαλαν τόσο στη στοιχειώδη εκπαίδευση των κατοίκων όσο και στη διευθέτηση διοικητικών και κοινωνικών ζητημάτων, λειτουργώντας συχνά ως μεσολαβητές και προστάτες της τοπικής κοινωνίας σε ένα περιβάλλον αυξημένης ανασφάλειας.
Το 1878, ο Γάλλος γεωγράφος και χαρτογράφος Αλεξάντρ Συνβέ κατέγραψε πως στην Κρώμνη (Kornissis) της Μητροπόλεως Μογλενών ζούσαν 480 κάτοικοι, όλοι Έλληνες.[12]
Το 1886, ο ταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού Νικόλαος Θ. Σχινάς, στο βιβλίο του Οδοιπορικαί σημειώσεις Μακεδονίας, Ηπείρου Νέας Οροθετικής Γραμμής και Θεσσαλίας, γράφει:[13]
... τοῦ χωρίου τούτου οἱ κάτοικοι ὡς καὶ οἱ τοῦ ἐκ 32 οἰκογενειῶν οἰκου μένου χωρίου Κρούσιαρη καὶ τοῦ ὀρεινοῦ καὶ πλησἷον τῶν κορυφῶν τοῦ Πάϊακ καὶ ὑπὸ 70 οἰκογενειῶν οἰκουμένου χωρίου Κορνισόρ, εἰσὶν οἱ μᾶλλον ἐμπειροπόλεμος τῶν περὶ τὸ ὄρος Πάϊακ κειμένων φιλοπολέμων χωρίων...
Με την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα, η Κρώμνη επηρεάστηκε έντονα από τη δράση ενόπλων ομάδων κομιτατζήδων, οι οποίες ασκούσαν πιέσεις στον πληθυσμό προκειμένου να προσχωρήσει στην Εξαρχία και προέβαιναν σε βιαιοπραγίες και καταστροφές. Υπό την απειλή της βίας, ορισμένοι κάτοικοι εξαναγκάστηκαν σε τυπική ένταξη στην Εξαρχία, ενώ όσοι αντιστάθηκαν αντιμετώπισαν ακραίες συνέπειες, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας της ζωής τους.[10] Παρά τις δυσμενείς αυτές συνθήκες, η Κρώμνη ανέδειξε σημαντικό αριθμό Μακεδονομάχων, μεταξύ των οποίων οι Μιχαήλ Καμπισόλης, Δημήτριος Μητρέντσης, Εμμανουήλ Καμτσίκης, Μιχαήλ Καμτσίκης και Ιωάννης Μπογδάνης.[14]
Καθ΄ όλη τη διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα, η Κρώμνη υπήρξε ένας από τους κρισιμότερους στρατηγικούς κόμβους στο όρος Πάικο. Η σημασία του χωριού ήταν τέτοια που οι ελληνικές δυνάμεις το θεωρούσαν το «φρούριο» που έλεγχε την κάθοδο από το βουνό προς τον Βάλτο των Γιαννιτσών. Ήταν η κύρια βάση ανεφοδιασμού και πληροφοριών για τον κορυφαίο Μακεδονομάχο Γκόνο Γιώτα (το «Στοιχειό του Βάλτου»). Οι κάτοικοι του χωριού ήταν έμπιστοι συνεργάτες του, κρύβοντας οπλισμό και παρέχοντας ασφαλές καταφύγιο στις ομάδες του. Το χωριό βρισκόταν σε διαρκή σύγκρουση με τον Βούλγαρο αρχικομιτατζή Αποστόλ Πέτκωφ. Ο Πέτκωφ προσπαθούσε επανειλημμένα να υποτάξει το χωριό για να εξασφαλίσει ελεύθερη δίοδο προς τη Γουμένισσα, αλλά η σθεναρή αντίσταση των κατοίκων και των ελληνικών σωμάτων τού το απαγόρευε. Λόγω της τοποθεσίας του, το χωριό λειτουργούσε ως ενδιάμεσος σταθμός για τη μεταφορά πολεμοφοδίων που έφταναν από την ελεύθερη Ελλάδα. Τα εφόδια ανέβαιναν στο Πάικο και από εκεί, μέσω της Κρώμνης, διοχετεύονταν κρυφά προς τις ελληνικές πλάβες (βάρκες) στον Βάλτο των Γιαννιτσών. Οι κάτοικοι, γνωρίζοντας άριστα τα μονοπάτια του Πάικου, λειτουργούσαν ως αγγελιοφόροι για το Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης, μεταφέροντας κρίσιμα μηνύματα για τις κινήσεις του οθωμανικού στρατού και των κομιτατζήδων. Η αφοσίωση της Κρώμνης στον ελληνικό αγώνα την κατέστησε στόχο αντιποίνων, αλλά η γεωγραφική της απομόνωση και η γενναιότητα των κατοίκων της επέτρεψαν να παραμείνει απάτητο προπύργιο μέχρι την απελευθέρωση.[15]
Απελευθέρωση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Κρώμνη απελευθερώθηκε από την οθωμανική κυριαρχία το 1912, μετά τη μάχη των Γιαννιτσών, η οποία υπήρξε καθοριστική για την ενσωμάτωση της Κεντρικής Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος. Και κατά την περίοδο αυτή, η τοπική κοινωνία της Κρώμνης είχε ενεργό συμβολή στις στρατιωτικές εξελίξεις. Ειδικότερα, ο Κρωμνιώτης Εμμανουήλ Μπογδάνης, σε συνεργασία με τον Ναουσαίο Στέργιο Νταούτη, καθοδήγησαν μονάδες του Ελληνικού Στρατού από τη Σκύδρα προς το όρος Πάικο, διευκολύνοντας την προέλαση και την εξόρμηση των ελληνικών δυνάμεων από βόρεια κατεύθυνση εναντίον των οθωμανικών στρατευμάτων.[16]
Στις 26 Μαϊου του 1916 οι στρατιωτικοί κύκλοι του βασιλιά Κωνσταντίνου του Α΄ παρέδωσαν το οχυρό Ρούπελ αμαχητί στη Βουλγαρία, ώστε η Ελλάδα να επαναβεβαιώσει την, φιλική προ τις Κεντρικές Δυνάμεις, «διαρκή ουδετερότητα». Κατά τη διάρκεια αυτής της Βουλγαρικής κατοχής δόθηκαν πολλές μάχες μεταξύ Ελλήνων και των συμμάχων μας Σέρβων, εναντίον των Βουλγάρων και των ντόπιων συνεργατών τους στο όρος Πάικο. Το σύνολο των κατοίκων της Κρώμνης εντάχτηκε στον Ελληνικό στρατό. Μετά το πέρας της Βουλγαρικής κατοχής (Αύγουστος 1916), σύμφωνα με έγγραφο της αστυνομικής υποδιεύθυνσης Γιαννιτσών το οποίο φυλάσσεται στο ιστορικό αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών – ΙΑΥΕ, οι Κρωμνιώτες Πέτρος Πετλιάκης, Χρήστος Κονιάρης, Στογιάν Μπογδάνης κρεμάστηκαν με τις ζώνες τους επειδή αρνήθηκαν να παραδώσουν καταζητούμενους, από Σέρβικο απόσπασμα, συγχωριανούς τους. [17]
Μεσοπόλεμος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κάτοικοι της Κρώμνης συμμετείχαν και στη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919–1922). Κατόπιν της Ελληνοτουρκικής Ανταλλαγής Πληθυσμών (1923), στο χωριό εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες προερχόμενοι από την Κρώμνη του Πόντου. Η εγκατάσταση αυτή είχε και συμβολικό χαρακτήρα, καθώς ο οικισμός μετονομάστηκε από «Κορνισιόρ» σε «Κρώμνη», διατηρώντας τη μνήμη της πατρίδας των προσφύγων. Η παραμονή τους στο χωριό υπήρξε προσωρινή και διήρκεσε περίπου δύο έτη. Στη συνέχεια, οι πρόσφυγες μετεγκαταστάθηκαν στο Ελευθεροχώρι, όπου οι κάτοικοι της Κρώμνης τους παραχώρησαν εκτάσεις γης.[10]
Γερμανική Κατοχή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κατά την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής (1941–1944), η Κρώμνη διατήρησε σε μεγάλο βαθμό τους καθημερινούς της ρυθμούς ζωής. Η γεωγραφική της θέση και το δύσβατο ορεινό ανάγλυφο της περιοχής λειτούργησαν αποτρεπτικά για τη παρουσία γερμανικών στρατευμάτων, με αποτέλεσμα ο οικισμός να μην υποστεί άμεσα τις εκτεταμένες πιέσεις που γνώρισαν άλλα χωριά της περιοχής. Ήρθαν όμως οι σύμμαχοί τους και συνεργάτες τους, οι Βούλγαροι. Κατάσχεσαν όλες τις περιουσίες των κατοίκων και το νερόμυλο. Υπό την απειλή εκτελέσεων και κάτω από την αβάσταχτη πείνα εξανάγκασαν πολλούς να υπογράψουν δήλωση συμπάθειας προς αυτούς. Τα Βουλγαρικά στρατεύματα μετά την κατάρρευση του άξονα εγκαταλείπουν το χωριό το 1944 τη διοίκηση του οποίου αναλαμβάνουν αντάρτικες μονάδες του ΕΛΑΣ μέχρι τις αρχές του 1945 οπότε και έφθασαν οι δυνάμεις της εθνοφυλακής. Προς το τέλος της Κατοχής, όταν οι γερμανικές δυνάμεις προέβησαν σε εκτελέσεις και καταστροφές σε γειτονικούς οικισμούς, οι κάτοικοι της Κρώμνης εντάχθηκαν ενεργότερα στο πλαίσιο της Εθνικής Αντίστασης. Στο πλαίσιο αυτό καταγράφονται πράξεις δολιοφθοράς εις βάρος των κατοχικών δυνάμεων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ανατίναξη της γέφυρας του Μελισσίου από τον Κρωμνιώτη Γεώργιο Μπογδάνη.[18]
Κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και συγκεκριμένα στη μάχη των ορεινών όγκων της Μόροβας, των Ελλήνων εναντίον των Ιταλών 13-22/11/1940 χάνουν τη ζωή τους μαχόμενοι οι ήρωες Κρωμνιώτες Καμτσίκης Στογιάννης και Καμτσίκης Ιωάννης. Ο δε Καμτσίκης Τραϊανός του Αναστασίου εξαφανίστηκε και θεωρήθηκε νεκρός αφού ποτέ δε βρέθηκε. Επίσης ο στρατιώτης Κονιάρης Πέτρος του Ιωάννη πέθανε από ψύξη στο ύψωμα Μάλι Ταμπαγιάν της Αλβανίας στις 20.01.1941 μαχώμενος για τα ιδανικά της πατρίδας.[19]
Νεότερα χρόνια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου (1946–1949), το χωριό επλήγη σοβαρά. Πολλοί κάτοικοι έχασαν τη ζωή τους, ενώ άλλοι, προκειμένου να προστατευθούν, εγκατέλειψαν το χωριό και κατέφυγαν κυρίως στα Γιαννιτσά. Η αποδυνάμωση του πληθυσμού υπήρξε έντονη και επηρέασε καθοριστικά τη μετέπειτα πορεία της κοινότητας.
Τη δεκαετία του 1950, μέρος των κατοίκων που είχαν απομακρυνθεί επέστρεψε στην Κρώμνη, γεγονός που οδήγησε σε πρόσκαιρη αναζωογόνηση του οικισμού. Παρά ταύτα, η απουσία ουσιαστικής κρατικής μέριμνας και βασικών υποδομών, όπως η ηλεκτροδότηση και η διάνοιξη οδικού δικτύου, περιόρισε σημαντικά τις αναπτυξιακές δυνατότητες της περιοχής. Η ενίσχυση της κτηνοτροφίας και η ανέγερση νέου σχολικού κτιρίου συνέβαλαν προσωρινά σε μια σχετική οικονομική ανάκαμψη· ωστόσο, η γενικευμένη οικονομική δυσχέρεια και η μετανάστευση σημαντικού μέρους του πληθυσμού προς το εξωτερικό οδήγησαν σταδιακά σε πληθυσμιακή και κοινωνική παρακμή. Τελικώς, το 1974, η Κρώμνη εντάχθηκε διοικητικά στην κοινότητα του Νέου Μυλοτόπου, ενώ οι εναπομείναντες κάτοικοί της εγκαταστάθηκαν στον Νέο Μυλότοπο. Έκτοτε και έως σήμερα, ο οικισμός της Κρώμνης παραμένει ακατοίκητος.
Δημογραφικά - πληθυσμιακά στοιχεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αναφέρεται επίσημα, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, το 1918 στο ΦΕΚ 152Α - 09/07/1918 με την παλιά ονομασία της από την περίοδο της τουρκοκρατίας ως Κορνισιόρ να ορίζεται έδρα της ομώνυμης νεοϊδρυθείσας κοινότητας. Το 1926 με το ΦΕΚ 97Α - 18/03/1926 μετονομάστηκε σε Κρώμνη.[20] Σύμφωνα με το Πρόγραμμα «Καλλικράτης» και την τροποποίησή του Κλεισθένης Ι, μαζί με τον Νέο Μυλότοπο, αποτελούν την κοινότητα Μυλοτόπου η οποία υπάγεται στη δημοτική ενότητα Κύρρου του Δήμου Πέλλας ενώ σύμφωνα με την απογραφή του 2011 απογράφησαν 8 κάτοικοι.[21]
| Απογραφή | 1951 | 1961 | 1971 | 1981 | 1991 | 2001 | 2011 |
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Πληθυσμός | 156[22] | 565[23] | 411[24] | - [25] | - [26] | 14[27] | 8 |
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα. 36. Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος. 1996. σελ. 260.
- 1 2 «Η Κρώμνη». www.giannitsa.gr. Ανακτήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2022.
- ↑ «Οι Παραδοσιακοί Οικισμοί της χώρας και οι όροι δόμησης». old.domiki.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Δεκεμβρίου 2022. Ανακτήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2022.
- ↑ Σύλλογος Ακτημόνων Κρωμνιωτών (pdf) σελ. 12
- ↑ Πληροφορίες από την ταμπέλα στην είσοδο του χωριού, με τίτλο «Το ιστορικό του παραδοσιακού οικισμού της Κρώμνης».
- ↑ «Τα βλαχομογλενίτικα χωριά». Μελέτες για τους Βλάχους - Αστέριος Κουκούδης. Ανακτήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 2025.
- ↑ Filippov, Nikola (2011). «Свети Кирик» Горни Воден, Долни Воден, εκδ. SM, Πλόβντιβ, σελ.95
- ↑ «Κρώμνη Πέλλας: Ο ακατοίκητος παραδοσιακός οικισμός, κρυμμένος στις πλαγιές του Πάικου (φωτο)». 3 Δεκεμβρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 17 Μαρτίου 2025.
- ↑ Ληξιαρχική ταυτότητα Χρήστου Κωνσταντίνου (1890), Κορνισιόρ, Γενιτζέ-Βαρδάρ, Οθωμανική Αυτοκρατορία: αρχείο Μανώλη Καμτσίκη
- 1 2 3 4 Ανάλυση, αποκατάσταση και αναβίωση του οικιστικού συνόλου Κρώμνη νομού Πέλλας (pdf) σελ. 13.
- ↑ Γεωργιάδου, Σοφία. Η ταυτότητα των σλαβόφωνων του δήμου Πέλλας της Μακεδονίας. National Documentation Centre (EKT). https://doi.org/10.12681/eadd/17464.
- ↑ Synvet, A. (1878). Les Grecs de L' Empire Ottoman (PDF). Κωνσταντινούπολη. σελ. 52.
- ↑ Σχινάς, Νικόλαος Θ. (1886). Οδοιπορικαί σημειώσεις Μακεδονίας, Ηπείρου Νέας Οροθετικής Γραμμής και Θεσσαλίας. Αθήνα: Τύποις Messager d' Athènes. σελ. 195.
- ↑ Κ. Παπανικολάου, Α. Καλλιανιώτης, Α. Σπυριδόπουλος, Ν. Μέρτζος. Το Μεγάλο Συναξάρι, Αφανείς Γηγενείς Μακεδονομάχοι (1903-1913). Θεσσαλονίκη, 13-10-2011: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, University Studio Press. σελ. 249. ISBN 9789601220604.
- ↑ Ο Μακεδονικός Αγώνας στην περιοχή των Γιαννιτσών Γκόνος Γιώτας "Το στοιχειό του βάλτου": Ιωάννης Παπαλαζάρου | metabook.gr.
- ↑ Βροχίδου, Θεοδώρα-Μάρθα Π., Ο εγκαταλελειμμένος ιστορικός οικισμός Κρώμνη του Νομού Πέλλας, επαρχίας Γιαννιτσών. Ιστορία, λαογραφία, αρχιτεκτονική. σελ. 21, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης: Θεσσαλονίκη 2020.
- ↑ «Νοεμβριανά του 1916». Βικιπαίδεια. 2025-10-21. https://el.wikipedia.org/w/index.php?title=%CE%9D%CE%BF%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%AC_%CF%84%CE%BF%CF%85_1916&oldid=11336693.
- ↑ Βροχίδου, Θεοδώρα-Μαρία Π.,Ο εγκαταλελειμμένος ιστορικός οικισμός Κρώμνη του Νομού Πέλλας, επαρχίας Γιαννιτσών. Ιστορία, λαογραφία, αρχιτεκτονική, σελ. 22-23, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης: Θεσσαλονίκη 2020.
- ↑ «Κατάληψη Οροσειράς Μοράβα (14 – 22 Νοε 1940)». Θεματα Στρατιωτικης Ιστοριας. 14 Σεπτεμβρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2026.
- ↑ «ΕΕΤΑΑ-Διοικητικές Μεταβολές των Οικισμών». www.eetaa.gr. Ανακτήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2022.
- ↑ «ΦΕΚ αποτελεσμάτων ΜΟΝΙΜΟΥ πληθυσμού Αρχειοθετήθηκε 2021-10-04 στο Wayback Machine.», σελ. 10521 (σελ. 47 του pdf)
- ↑ Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 7ης Μαρτίου 1951, σελ. 154 του pdf. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2013-05-14. https://web.archive.org/web/20130514080510/http://www.eetaa.gr/metaboles/apografes/apografi_1951_1.pdf.
- ↑ Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 19ης Μαρτίου 1961, σελ. 149 του pdf. https://www.eetaa.gr/metaboles/apografes/apografi_1961_1.pdf.
- ↑ Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 14ης Μαρτίου 1971, σελ. 146 του pdf. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2013-05-14. https://web.archive.org/web/20130514080510/http://www.eetaa.gr/metaboles/apografes/apografi_1971_1.pdf. Ανακτήθηκε στις 2022-09-14.
- ↑ Πραγματικός πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφή της 5 Απριλίου 1981, σελ. 157 του pdf. https://www.eetaa.gr/metaboles/apografes/apografi_1981_1.pdf.
- ↑ Πραγματικός πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφή της 17 Μαρτίου 1991, σελ. 191 του pdf. https://www.eetaa.gr/metaboles/apografes/apografi_1991_1.pdf.
- ↑ Πραγματικός πληθυσμός της Ελλάδος - Απογραφή 2001, σελ. 192 του pdf. https://www.eetaa.gr/metaboles/apografes/apografi_2001_1.pdf.
